Press "Enter" to skip to content

Αίτηση κύρωσης αναδρομικών συνταξιούχων

Το Ενιαίο Δίκτυο Συνταξιούχων (ΕΝΔΙΣΥ) υπέβαλε την Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020 στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), αίτηση ακύρωσης κατά Υπουργικής Απόφασης που αφορά τα αναδρομικά των συνταξιούχων, όπως προκύπτουν από επιστροφές μειώσεων συντάξεων στον ιδιωτικό τομέα.
Στην αίτηση ακύρωσης τονίζεται ότι η εν λόγω υπουργική απόφαση (Φ.11321/35005/1528 (ΦΕΚ 4536/Β΄/14.10.2020) δεν προβλέπει την επιστροφή των σχετικών περικοπών επιστροφών επικουρικών συντάξεων και δώρων που επιβλήθηκαν κατά τη μνημονιακή περίοδο. Όλα αυτά παρά το γεγονός ότι οι περικοπές αυτές κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αμετάκλητες αποφάσεις του Δικαστηρίου.
Γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε όλες τις περικοπές των συντάξεων κατά τα μνημονιακά έτη, που δεν καλύπτονται από την ανωτέρω Υπουργική Απόφαση.
Επισημαίνεται επίσης ότι το υπουργείο Εργασίας με διάταξη νόμου (ν.4714/2020, αρ. 114, παρ.3), σημειώνει πως με την καταβολή των αναδρομικών, «αποσβένυνται» τυχόν άλλες διεκδικήσεις συνταξιούχων για περικοπές σε επικουρικές συντάξεις και δώρα, σε σχέση με τους δύο «μνημονιακούς νόμους» (4051 & 4093/2012) διατάξεις των οποίων κρίθηκαν αντισυνταγματικές. Στην αίτηση ακύρωσης τονίζεται ότι ο νομοθέτης δεν μπορεί «να θεσπίζει απόσβεση αναγνωρισμένων απαιτήσεων με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις».

Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

              ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

                             ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΗΣ

Του Συλλόγου με την επωνυμία «Ενιαίο Δίκτυο Συνταξιούχων», που εδρεύει στον Αθήνα, όπως νομίμως αυτός εκπροσωπείται.

                                           ΚΑΤΑ

  1. Του Υπουργού  Εργασίας & Κοινωνικών Υποθέσεων,
  2. Του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών,

                                    αμφότεροι κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα.

                           — Περί ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ —

Της απόφασης των αντιδίκων Υπουργών, Φ.11321/35005/1528 (ΦΕΚ 4536/Β΄/14.10.2020) περί της επιστροφής ποσών μειώσεων συντάξεων ιδιωτικού Τομέα

                     —————————————————-

Α-Ιστορικό, Νομοθετικό πλαίσιο και Έννομο Συμφέρον.. 2

Β- Λόγοι Ακύρωσης. 11

Β-1 Λόγω παράβασης του δεδικασμένου των αποφάσεων 2287-2288/2015 Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 12

Β-2 Λόγω αντίθεσης στην συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.. 13

Β-3 Λόγω αντίθεσης στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ   14

Β-4 Λόγω παράβασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.. 15

Β-5 Λόγω αντίθεσης στο άρθρο 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.. 18

Β-6 Λόγω παραβίασης των συνταγματικών αρχών της αναλογικότητας (άρθρο 25), της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρα 4 παρ. 5) και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος)  20

Α-Ιστορικό, Νομοθετικό πλαίσιο και Έννομο Συμφέρον

Δυνάμει του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης πράξης, που εκδόθηκε δυνάμει της εξουσιοδοτικής ρύθμισης διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 (Α’ 148), επιστρέφονται αναδρομικά ποσά συντάξεων και προσυνταξιοδοτικών παροχών που αντιστοιχούν στις πραγματοποιηθείσες μειώσεις των κύριων συντάξεων για το χρονικό διάστημα από 11.06.2015 έως και 12.05.2016, οι οποίες θεσπίστηκαν με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4051/2012 (Α’ 40) και τις διατάξεις της περ. 1 της υποπαρ. ΙΑ.5 της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α’ 222), καθώς και με τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 476/28-02-2012 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (Β’ 499), δεν προβλέπεται όμως η επιστροφή των σχετικών περικοπών επικουρικών συντάξεων, δώρων και λοιπών περιορισμών που επιβλήθηκαν κατά την μνημονιακή περίοδο, μολονότι αυτές κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αμετάκλητες αποφάσεις του Δικαστηρίου.

Αντιθέτως, κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου 114 του ν. 4714/2020:

«3. Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις των συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 δυνάμει των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, αποσβέννυνται

Η ως άνω διάταξη συμπληρώθηκε με τη ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 4 του 4734/2020 που προβλέπει ότι:

«4.Με την καταβολή των ποσών της παρ. 1 οι αξιώσεις των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, δυνάμει του ν. 4051/2012και του ν. 4093/2012, αποσβένονται.»

Οι διαδοχικές  μειώσεις των συντάξεων μας που δεν καλύπτονται από τις ρυθμίσεις της προσβαλλομένης προέκυψαν από τις εξής, ιδίως, μνημονιακές ρυθμίσεις:

  • Το άρθρο 38 του ν. 3863/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 10,11 και 12 του ν. 3986/2011 (ΦΕΚ Α’ 152/1.7.2011), με τίτλο «Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις» στο άρθρο 38 θέσπισε την επονομαζόμενη «Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων» στους συνταξιούχους επί του συνόλου των μικτών αποδοχών της κύριας σύνταξης από 1η.8.2010:
 
«Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων
 
 1. Από 1.8.2010 θεσπίζεται Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του ν. 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α`).
 
 Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων των κλάδων κύριας σύνταξης Φ.Κ.Α., καθώς και η χρηματοδότηση του Προγράμματος "Πρόγραμμα κατ`οίκον φροντίδας συνταξιούχων" 
 
*** Το δεύτερο εδάφιο της παρ.1 αντικαταστάθηκε ως άνω με την υποπαρ.10 παρ.Β` του άρθρου 138 του Ν.4052/2012,ΦΕΚ Α 41/1.3.2012.
 
***Η εντός "  " φράση "Πρόγραμμα κατ`οίκον φροντίδας συνταξιούχων" αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 30 παρ.3 του Ν.4075/2012 (ΦΕΚ Α 89/11.4.2012), αντί της φράσης  "Βοήθεια στο Σπίτι Συνταξιούχων"
 
 2. Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης από τις συντάξεις κύριας ασφάλισης των συνταξιούχων του Δημοσίου, NAT και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής:
 
 α. Για συντάξεις από 1.400,01 € έως 1.700,00 €, ποσοστό 3%
 β. Για συντάξεις από 1.700,01 € έως 2.000,00 €, ποσοστό 4%
 γ. Για συντάξεις από 2.000,01 € έως 2.300,00 €, ποσοστό 5%
 δ. Για συντάξεις από 2.300,01 € έως 2.600,00 €, ποσοστό 6%
 ε. Για συντάξεις από 2.600,01 € έως 2.900,00 €, ποσοστό 7%
 στ. Για συντάξεις από 2.900,01 € έως 3.200,00 €, ποσοστό 8%
 ζ. Για συντάξεις από 3.200,01 € έως 3.500,00 €, ποσοστό 9%
 η. Για συντάξεις από 3.500,01 € και άνω, ποσοστό 10%
 
*** ΠΡΟΣΟΧΗ: Κατά το άρθρο 44 παρ.10,11 και 12 Ν.3986/2011,ΦΕΚ Α 152/1.7.2011: "10. Από 1.8.2011, τα ποσοστά των περιπτώσεων (β) έως και (η) της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του ν. 3863/2010 (Α` 115), καθώς και του άρθρου 11 του ν. 3865/2010 (Α` 120) αναπροσαρμόζονται σε 6%, 7%, 9%, 10%, 12%, 13% και 14% αντίστοιχα".
 
11. α) Από 1.8.2011, στους συνταξιούχους του Δημοσίου, του NAT και των 
Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος ηλικίας, παρακρατείται επιπλέον μηνιαία εισφορά ως εξής:
 
i.                             Για συντάξεις από 1.700,01 € έως 2.300,00 €, ποσοστό 6%.
ii.                           Για συντάξεις από 2.300,01 € έως 2.900,00 €, ποσοστό 8%  και
 iii.      Για συντάξεις από 2.900,01 € και άνω, ποσοστό 10%.
 
 β) Οι παρακρατήσεις υπολογίζονται στο συνολικό ποσό της σύνταξης, όπως διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων της προηγούμενης παραγράφου».
 
·            Το άρθρο 1 παρ. 10 του ν. 4024/2011 με τίτλο «Συντάξεις Δημοσίου, ενιαίο μισθολόγιο κλπ.»: 
 
«10.α. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας, μειώνεται κατά 40% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ. Η κατά τα ανωτέρω μείωση διακόπτεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνο κατά τον οποίο συμπληρώνεται το 55ο έτος της ηλικίας. Όσοι δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω μείωση, μειώνεται κατά 20% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης τους που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ.
 
 β. Για τον προσδιορισμό του συνολικού ποσού της σύνταξης της προηγούμενης περίπτωσης, λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης, καθώς και τα συγκαταβαλλόμενα με αυτή ποσά του επιδόματος εξομάλυνσης του άρθρου 1 του ν. 3670/2008 (Α` 117) και της τυχόν προσωπικής και αμεταβίβαστης διαφοράς, αφαιρουμένου του ποσού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 11 του ν. 3865/2010, όπως ισχύει μετά την παρ. 13 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011 και της επιπλέον εισφοράς της περίπτωσης α` του ίδιου άρθρου και νόμου.
 
 γ. Εξαιρούνται της μείωσης που προβλέπεται στην περίπτωση α` όσοι λαμβάνουν με τη σύνταξη τους επίδομα ανικανότητας του άρθρου 54 του π.δ. 169/2007 ή των άρθρων 100 έως και 104 του π.δ. 168/2007 (Α` 209) ή συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α` 120) και 1977/1991 (Α` 185), καθώς και οι συνταξιούχοι που έχουν ανάπηρο σύζυγο ή ανάπηρο τέκνο σε ποσοστό 80% και άνω. 
 
«Επίσης εξαιρούνται της μείωσης που προβλέπεται στην περίπτωση α`, οι συνταξιούχοι λόγω αναπηρίας ή γήρατος, οι οποίοι είχαν το δικαίωμα να συνταξιοδοτηθούν βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 3075/2002 και του άρθρου 3 του ν. 3513/2006 (Α` 265), αλλά συνταξιοδοτήθηκαν σύμφωνα με άλλες διατάξεις, καθώς και οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος, των οποίων αποδεδειγμένα η αναπηρία, όπως αυτή προσδιορίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3075/2002 και του άρθρου 3 του ν. 3513/2006 (Α` 265), όπως αυτοί έχουν συμπληρωθεί, τροποποιηθεί και ισχύουν, επήλθε μετά τη συνταξιοδότηση τους.»
 
*** Το μέσα σε " " πιο πάνω εδάφιο   προστέθηκε  με το άρθρο 25 παρ.2 Ν.4038/2012,ΦΕΚ Α 14/2.2.2012.
 
Ειδικά από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης α`, εξαιρούνται και οι στρατιωτικοί συνταξιούχοι που αποστρατεύτηκαν αυτεπάγγελτα από την Υπηρεσία, καθώς και όσοι εξ αυτών συνταξιοδοτήθηκαν με τη συμπλήρωση τουλάχιστον τριάντα πέντε (35) ετών συντάξιμης υπηρεσίας.
 
 δ. Στις περιπτώσεις καταβολής στο ίδιο πρόσωπο δύο συντάξεων από το Δημόσιο, η κατά περίπτωση μείωση της παραγράφου α` διενεργείται επί της κάθε σύνταξης χωριστά».
 
  • Το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 4051/2012, με τίτλο «Μείωση συντάξεων και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου»:
«1. Τα ποσά της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνουν τα χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ και καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τους λοιπούς φορείς κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνονται κατά 12% από 1.1.2012. Η μείωση αυτή καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος. Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 κύριας σύνταξης.
 
 Το ποσό της κύριας σύνταξης μετά και την παραπάνω μείωση της παραγράφου αυτής δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ».
 
 
· Ο ν. 4093/2012, το επονομαζόμενο Μνημόνιο 2, με τίτλο «Μεσοπρόθεσμο 2013- 2016: συντάξεις, αποδοχές, εργατικά κλπ.» στην υποπαράγραφο ΙΑ5, όπως επίσης και στην υποπαράγραφο Β3, μειώνει εκ νέου τις συντάξιμες αποδοχές:
 
              «1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής:
 
  α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.
 
  β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.
 
  γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ.
 
  δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.
 
  Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα.
 
  Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων.
 
«Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται όσοι λαμβάνουν το μηνιαίο εξωϊδρυματικό επίδομα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α` 68), όπως ισχύουν».
 
 
*** Το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με τη παρ.4 του άρθρου 34 του  Ν. 4111/2013 ΦΕΚ Α 18/25-01-2013 με έναρξη ισχύος από 19/11/2012  όπως ορίζεται στη παρ. 3 του άρθρου 49 του αυτού νόμου».
 
… … … 
 
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.3.
 
 α. Η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων και μερισμάτων, άνω των 1.000 ευρώ, που καταβάλλονται από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία, μειώνεται ως εξής:
 
 Για συνολικό ποσό σύνταξης ή αθροίσματος συντάξεων:
 αα. Άνω των 1.000,00 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ.
 ββ. Από 1.500,01 ευρώ έως και 2.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ.
γγ. από 2.000,01 ευρώ έως και 3.000,00 ευρώ, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ και
 δδ. από 3.000,01 ευρώ και άνω, μειώνεται το σύνολο του ποσού κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ.»
 
*** Η  υποπερ.γγ΄ αντικαταστάθηκε από τις υποπερ.γγ` και δδ,ως άνω,  με τη παρ.2 του άρθρου 1 του Ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25-01-2013) με έναρξη ισχύος την 19/11/2012 όπως ορίζεται στη παρ. 5 του ιδίου άρθρου.       
 
 β. Για τον προσδιορισμό του ποσοστού μείωσης λαμβάνεται υπόψη το ποσό της μηνιαίας βασικής σύνταξης ή των μηνιαίων βασικών συντάξεων όπως αυτά θα έχουν διαμορφωθεί την 31.12.2012 μετά την τυχόν παρακράτηση της εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 14 του άρθρου 2 του ν. 4002/2011, καθώς και των τυχόν μειώσεων που επιβλήθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του ν. 4051/2012».
· Στο άρθρο 44 παρ. 13 του ν. 3986/2011 με τίτλο μέτρα μεσοπρόθεσμου κλπ. θεσπίστηκε η Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης:
 
              «Η Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης των συνταξιούχων των φορέων επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας όλων των Υπουργείων, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), τα οποία χορηγούν επικουρικές συντάξεις, δυνάμει ασφάλισης η οποία έχει χωρήσει σε υποκατάσταση υποχρεωτικής ασφάλισης σε Φ.Κ.Α.. Η εισφορά υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής:
 
 i. Για συντάξεις από 300,01 € έως 350,00 €, ποσοστό 3%
 ii. Για συντάξεις από 350,01 € έως 400,00 €, ποσοστό 4%
 iii. Για συντάξεις από 400,01 € έως 450,00 €, ποσοστό 5%
 iv. Για συντάξεις από 450,01 € έως 500,00 €, ποσοστό 6%
 v. Για συντάξεις από 500,01 € έως 550,00 €, ποσοστό 7%
 vi. Για συντάξεις από 550,01 € έως 600,00 €, ποσοστό 8%
 vii. Για συντάξεις από 600,01 € έως 650,00 €, ποσοστό 9%
 viii. Για συντάξεις από 650,01 € και άνω, ποσοστό 10%.
 
 γ) Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των τριακοσίων ευρώ (300 €).
 
 δ) Εξαιρούνται της παρακράτησης της ειδικής εισφοράς οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν το Εξωιδρυματικό Επίδομα του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 (Α` 68), όπως ισχύει, καθώς και οι συνταξιούχοι της παραγράφου 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όπως ισχύει, και της παραγράφου 2 του άρθρου 30 του ν. 2084/1992 (Α` 165), που λαμβάνουν προσαύξηση της σύνταξης τους λόγω απόλυτης αναπηρίας.
………
 14. α) Οι ασφαλισμένοι στον κλάδο κύριας ασφάλισης του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.) - Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Εργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.), Τομέας Σύνταξης και Ασφάλισης Υγειονομικών (Τ.Σ.Α.Υ.), Τομέας Ασφάλισης Νομικών (Τ.Α.Ν.) - που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης ή το Δημόσιο μέχρι 31.12.1992, και ασφαλίζονται στους ανωτέρω Τομείς ως ελεύθεροι επαγγελματίες, πέραν της προβλεπόμενης από γενικές ή καταστατικές διατάξεις εισφοράς ασφαλισμένου, καταβάλλουν πρόσθετη μηνιαία εισφορά ύψους δύο τοις εκατό (2%) επί του ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας των προεδρικών διαταγμάτων 124/1993 (Α` 54), 126/1993 (Α` 54) και 125/1993 (Α` 54), όπως ισχύει.
 
 β) Στους κλάδους επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας και ασθένειας του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.) τα ανωτέρω πρόσωπα καταβάλλουν πρόσθετη εισφορά ύψους 0,6%, (4%) "0,4" και 0,65% αντίστοιχα στους Τομείς, επί του ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας των προεδρικών διαταγμάτων 124/1993 (Α` 54),126/1993 (Α` 54) και 125/1993 (Α` 54),όπως ισχύει.
 
*** ΠΡΟΣΟΧΗ: Κατά το άρθρο 61 παρ.9 Ν.3996/2011,ΦΕΚ Α 170/5.8.2011:"Στην περίπτωση β` της παρ. 14 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 το οριζόμενο ποσοστό 4% γίνεται 0,4 % με ισχύ από 1.1.2012 σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 17 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011".
 
·            Επίσης, στο άρθρο 2 παρ. 3 και 4 του ν. 4024/2011, προστέθηκαν οι εξής διατάξεις αναφορικά με την επικουρική σύνταξη:
 
«3. Από 1.11.2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), το τμήμα της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης, το οποίο, μετά την τυχόν παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α` 152), υπερβαίνει το ποσό των 150 ευρώ, μειώνεται κατά ποσοστό 30%. Το ποσό της σύνταξης μετά την ανωτέρω μείωση, δεν δύναται να υπολείπεται των 150 ευρώ.
 
 4. Από 1.11.2011 και εφεξής, στους συνταξιούχους του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕ-ΚΩ, των Τομέων «ΤΕΑΠ-ΟΤΕ», «ΤΕΑΠ-ΕΛΤΑ», «ΤΕΑΠ-ΕΤΒΑ» του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του ΤΑΥΤΕ-ΚΩ και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ που λαμβάνουν μόνο επικουρική σύνταξη, καθώς και στους συνταξιούχους του ΕΤΑΤ στο 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης, που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ, σε συνταξιούχους 
προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος, το ποσό της μηνιαίας επικουρικής σύνταξης μειώνεται κατά ποσοστό 15% και για τους συνταξιούχους του Μ.Τ. Π.Υ. κατά ποσοστό 20%. Σε περίπτωση εφαρμογής της παραγράφου 13 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011, προηγείται η παρακράτηση της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης. Ειδικά για το Μ.Τ.Π.Υ., το τμήμα του μερίσματος που, μετά τις ανωτέρω παρακρατήσεις υπερβαίνει τα 500 ευρώ μηνιαίως, μειώνεται κατά 50%».
 
· Το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 αναφορικά με τις μειώσεις στο ποσό της επικουρικής συντάξεως: 
 
«2. Τα καταβαλλόμενα ποσά συντάξεων από το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ), τους Τομείς του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ) και τους Τομείς αυτού «ΤΕΑΠΟΚΑ» και «ΤΑΔΚΥ», το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), τους Τομείς του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ) και τον Κλάδο Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ του ΤΑΥΤΕΚΩ, μειώνονται από 1.1.2012 ως εξής:
 
 Οι συντάξεις έως διακόσια πενήντα (250) ευρώ, κατά ποσοστό 10% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων (200) ευρώ.
 
 Οι συντάξεις από διακόσια πενήντα ευρώ και ένα λεπτό (250,01) έως τριακόσια (300) ευρώ, κατά ποσοστό 15% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων είκοσι πέντε (225) ευρώ.
 
 Οι συντάξεις από τριακόσια ευρώ και ένα λεπτό (300,01) και άνω κατά ποσοστό 20% στο συνολικό ποσό. Το ποσό της σύνταξης μετά τη μείωση δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των διακοσίων πενήντα πέντε (255) ευρώ.
 
 Τα ποσοστά των μειώσεων αυτών καταλαμβάνουν και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος.
 
 Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 επικουρικής σύνταξης.
 
3. Από τη μείωση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού εξαιρούνται οι συνταξιούχοι που προβλέπονται από τις διατάξεις του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 4024/2011, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.
 
 4. Οι αναδρομικές μειώσεις των παραγράφων 1 και 2 παρακρατούνται σε 8 ισόποσες μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από τη σύνταξη Μαΐου 2012».

Περικοπή και μεταγενέστερα πλήρης κατάργηση των δώρων εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα καθώς και επιδόματος αδείας:

 
  • Οι μειώσεις και καταργήσεις των δώρων του Πάσχα, των Χριστουγέννων καθώς και του επιδόματος αδείας αναλυτικά περιλαμβάνονται στο άρθρο 3 παρ. 10 του ν. 3845/2010 με τίτλο «Μέτρα στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 τουν. 4038/2012:

«10. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των Φορέων Κύριας Ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του Ο.Γ.Α., χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ο έτος της ηλικίας και το ύψος καθορίζεται ως εξής:

α) Το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, στο ποσό των 400 ευρώ.

β) Το επίδομα εορτής Πάσχα, στο ποσό των 200 ευρώ.

γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των 200 ευρώ.

…….

14. Τα επιδόματα της παραγράφου 10 δεν καταβάλλονται, εφόσον οι καταβαλλόμενες συντάξεις, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων της παραγράφου 10, υπολογιζόμενες σε 12μηνη βάση υπερβαίνουν κατά μήνα, τα 2.500 ευρώ. Αν, με την καταβολή των επιδομάτων της παραγράφου 10, οι καταβαλλόμενες συντάξεις υπερβαίνουν το ποσό αυτό, τα επιδόματα της παραγράφου 10 καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 2.500 ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους».

  • Το Μνημόνιο 3, ήτοι ο νόμος 4093/2012, στην παράγραφο Β και υποπαράγραφο Β4, όπως επίσης και στην υποπαράγραφο ΙΑ6, καταργεί παντελώς τα ανωτέρω επιδόματα, καταστρατηγώντας κατάφωρα τις διατάξεις του Συντάγματος και των διεθνών συνθηκών:
«ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Β.4.
 
 Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και το επίδομα αδείας που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2592/1998 (Α` 57) και του άρθρου Μόνου του ν. 3847/2010 (Α` 67) καταργούνται.
 
……
 
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.6
 
              3. Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται. 
 
              Κατ` εξαίρεση από 1.1.2013 χορηγείται σε όσους λαμβάνουν το εξωϊδρυματικό επίδομα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981, όπως ισχύουν, ως δώρο Χριστουγέννων ολόκληρο το ποσό του εξωϊδρυματικού επιδόματος και ως δώρο Πάσχα και επιδόματος αδείας το ήμισυ του μηνιαία καταβαλλόμενου επιδόματος. Το ανωτέρω συνολικό ετήσιο ποσό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας επιμερίζεται σε δωδεκάμηνη βάση και προσαυξάνει τη μηνιαία σύνταξη τους.»
 
*** Το τελευταίο εδάφιο της περ. 3 αντικαταστάθηκε ως άνω  με τη παρ.6 του άρθρου 34 του  Ν. 4111/2013 ΦΕΚ Α 18/25-01-2013 με έναρξη ισχύος από 19/11/2012  όπως ορίζεται στη παρ. 3 του άρθρου 49 του αυτού νόμου».

Ήδη προσβάλλουμε, ως συνταξιοδοτική οργάνωση, την υπουργική αυτή απόφαση εμπρόθεσμα και με προφανές έννομο συμφέρον, κατά την πάγια νομολογία, η οποία δέχεται ότι υφίσταται ειδικό έννομο συμφέρον για την προσβολή οποιασδήποτε πράξης που προξενεί βλάβη στα ηθικά συμφέροντα του νομικού προσώπου να υπερασπίσει αγαθά που περιλαμβάνονται στους σκοπούς του (ενδεικτικά  ΣτΕ 2759/1994, 5148/1987, 4576/1977), για τους παρακάτω λόγους και όσους νόμιμα προσθέσουμε στο μέλλον:

 

Β- Λόγοι Ακύρωσης

Β-1 Λόγω παράβασης του δεδικασμένου των αποφάσεων 2287-2288/2015 Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

Κατά τη διάταξη της παραγρ. 5 του άρθρου 95 του Συντάγματος, «η Διοίκηση (άρα και η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση) έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής δημιουργεί ευθύνη για κάθε υπαίτιο όργανο, όπως νόμος ορίζει». Σύμφωνα δε με τη παραγρ. 4 του άρθρου 50 του Δ/τος 18/1989, οι διοικητικές αρχές πρέπει να συμμορφώνονται, κατά  τις ιδιαίτερες κάθε φορά περιπτώσεις, με θετική ενέργεια, προς το περιεχόμενο της απόφασης του ΣτΕ. Η πράξη θεωρείται σαν να μην εκδόθηκε και επαναφέρεται αυτοδικαίως η πραγματική και νομική κατάσταση που υπήρχε πριν από την έκδοση της πράξης αυτή (ΣτΕ 4690/1983). Τυπική ανάκληση της πράξης που ακυρώθηκε, από την αρχή, η οποία την είχε εκδώσει, δεν χρειάζεται (ΣτΕ 4832/1987). Συνεπώς, η ακυρωτική απόφαση κατά το διατακτικό της, δηλαδή το ακυρωτικό αποτέλεσμά της, ισχύει απέναντι σε όλους (ΠΔ 18/1989, άρθρο 50 παρ.1). Η ακύρωση της κανονιστικής πράξης καθιστά ακυρωτέα οποιαδήποτε άλλη διοικητική πράξη, η οποία στηρίζεται σ’αυτήν (ΣτΕ 1665/1987), ή προσβάλλεται (ΣΕ 658/1986) μεταγενέστερα (ΣΕ 3028/1986).

Η υποχρέωση της Διοίκησης για συμμόρφωση συνίσταται στην έκδοση των αναγκαίων διοικητικών πράξεων: α) για την αποκατάσταση της νομικής και πραγματικής κατάστασης που θα υπήρχε, εάν η πράξη που ακυρώθηκε και δεν είχε εκδοθεί ή η παράλειψη που ακυρώθηκε δεν είχε συντελεσθεί και β) για τη δημιουργία των νομικών καταστάσεων σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου, των οποίων η παράβαση επέφερε την ακύρωση της πράξης ή της παράλειψης (ΣτΕ 1383/1982). Συνεπώς, η διοίκηση είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις που έκριναν αντισυνταγματικές τις περικοπές των συντάξεων μας, κατ’εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων αποφασίζοντας την επιστροφή του συνόλου των περικοπών που κρίθηκαν αντισυνταγματικές.

Ειδικότερα, η προσβαλλομένη έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις συνέπειες του δεδικασμένου των αποφάσεων 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως σαφώς προκύπτει και από το σκεπτικό της πρόσφατης, απόφασης 1439/2020 της Ολομέλειας του ΣτΕ με την οποία κρίθηκε, στο πλαίσιο της εξέτασης της συνταγματικότητας του ν. 4387/2016 επί λέξει:

 «σκ.21 – β) Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. α του ν. 4387/2016 δεν καταλαμβάνει ρυθμιστικά και το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 11.5.2016, για το οποίο ισχύουν τα κριθέντα με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας»….. «σκ.14 – Ακολούθως, ο ν. 4051/2012, με τίτλο «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012» (Α΄ 40), προέβλεψε νέες περικοπές για τις συντάξεις του Δημοσίου και για τις κύριες συντάξεις των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως που υπερέβαιναν τα 1300 ευρώ (άρθρα 1 παρ. 1 και 6 παρ. 1, αντιστοίχως), καθώς και για τις επικουρικές συντάξεις που υπερέβαιναν τα 250 ευρώ (άρθρο 6 παρ. 2). Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ, υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222), προβλέφθηκαν περαιτέρω μειώσεις σε ποσοστά από 5% έως και 20%, για τις από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερέβαιναν είτε αυτοτελώς είτε αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, για το πέραν των 1000 ευρώ ποσό, καθώς και κατάργηση των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας των συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως. «σκ.15- Επειδή, οι τελευταίες περικοπές των συντάξεων, που επήλθαν, κατ’ εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (ν. 4046/2012), με τους ανωτέρω νόμους 4051/2012 και 4093/2012, κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το λόγο ότι δεν προηγήθηκε των εν λόγω περικοπών, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε συνέχεια των περιγραφόμενων ανωτέρω προηγούμενων περικοπών των συντάξεων – οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικές – και ενώ είχε παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης, η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις.

Ρητά, επομένως, κρίθηκε ότι με την 1891/2019 απόφαση της Ολομέλειας ότι οι ένδικες περικοπές δικαιολογούνται επαρκώς, όχι αυτοτελώς αλλά ως εντασσόμενες στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016. Συνεπώς ναι μεν η  θεσπισθείσα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ του ν. 4387/2016 ρύθμιση της συνέχισης καταβολής των συντάξεων, όπως είχαν διαμορφωθεί μετά με τις μειώσεις που επήλθαν με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 για το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του νόμου 4387/2016 και εφεξής, είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, όμως η διάταξη αυτή δεν καταλαμβάνει ρυθμιστικά και το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 11.5.2016, για το οποίο ισχύουν τα κριθέντα με τις 2287-2288/2015 αποφάσεις.

Συνεπώς, η προσβαλλομένη παραβιάζει το δεδικασμένο των ανωτέρω αποφάσεων, στο βαθμό που περιορίζεται στην καταβολή ποσών συντάξεων μόνο στην κύρια σύνταξη, χωρίς να διαλαμβάνει ουδεμία ρύθμιση για τις περικοπές στην επικουρική σύνταξη και την κατάργηση των επιδομάτων των δώρων και αδείας και πρέπει να ακυρωθεί.

Β-2 Λόγω αντίθεσης στην συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών

Η νομιμότητα της προσβαλλομένης θα πρέπει να εξεταστεί και σε συνδυασμό με την πρόβλεψη της εξουσιοδοτικής της διάταξης (παρ. 3 του ως άρθρου 114 του ν. 4714/2020) κατά την οποία με την καταβολή των ποσών που προβλέπει, αποσβένονται όλες οι αξιώσεις των συνταξιούχων για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 δυνάμει των νόμων 4051/2012 και 4093/2012. Όπως δε προαναφέρθηκε (παραπάνω, Α), η ως άνω διάταξη συμπληρώθηκε με τη ρύθμιση του άρθρου 34 παρ. 4 του 4734/2020 που προβλέπει ότι με την καταβολή των παραπάνω ποσών οι αξιώσεις των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα για ποσά που αντιστοιχούν σε περικοπές, μειώσεις και καταργήσεις κύριων, επικουρικών συντάξεων, επιδομάτων αδείας και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, κατά το χρονικό διάστημα από τις 11.6.2015 έως τη δημοσίευση του ν. 4387/2016, δυνάμει του ν. 4051/2012και του ν. 4093/2012, αποσβένονται..

Οι παραπάνω ρυθμίσεις, στο βαθμό που επεμβαίνουν σε ήδη γεγενημένες απαιτήσεις και απαγορεύουν αυτές να κριθούν από τα δικαστήρια, είναι αντίθετη στη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 26 του Συντάγματος περί διάκρισης των λειτουργιών, η οποία λειτουργεί ως αυτοτελής συνταγµατικός κανόνας, που παραβιάζεται όταν αφαιρείται διαφορά από το δικαστήριο όπου μπορεί να ασκηθεί. Όπως έχει κριθεί, ο νοµοθέτης δεν δύναται να θεσπίζει απόσβεση αναγνωρισµένων µε αμετάκλητες. δικαστικές αποφάσεις απαιτήσεων ούτε να καταργεί εκκρεµείς δίκες, «διότι άλλως θα αφαιρείτο η διαφορά από το δικαστήριον ενώπιον τουοποίου είναι εκκρεµής, κατά παράβασις ούτω του άρθρου 26 του Συντάγµατος (ΣτΕ Ολ. 542/1999).

Το γεγονός ότι με την υπό κρίση εξουσιοδοτική ρύθμιση επιτρέπεται η συνέχιση των ήδη εκκρεμών δικών δεν αναιρεί τη αντισυνταγματικότητα, στο βαθμό που κωλύει την δικαστική διεκδίκηση αξιώσεων με την ίδια βάση, δεδομένου ότι στον πυρήνα της δικαστικής κρίσης, η διάκριση της νοµοθετικής εξουσίας από τη δικαστική εντοπίζεται στην ταύτιση αµετάκλητης απόφασης και δεδικασµένου και στην αδυναμία του νομοθέτη να επέμβει επ’αυτών. (βλ. σχετικά ΣτΕ (Ολ.) 2000/1992 και τις συναφείς ΣτΕ 407/2009, ΣτΕ1779/2009, ΣτΕ1996/2009 και ΣτΕ1658/2008.)

            Ανάλογη είναι και η κρίση του Αρείου Πάγου, ο οποίος γενικά θεωρεί (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 73/1989 ότι «η νοµοθετική εξουσία δεν δεσµεύεται να ρυθµίσει µε νέους κανόνες δικαίου δικαιώµατα που αποκτήθηκαν µε προϊσχύσαντες νόµους ή αναγνωρίστηκαν µε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που αναφέρονται στις ενοχικές σχέσεις και στα ενοχικά δικαιώµατα, δεν µπορεί όµως να προσβάλει µε οποιοδήποτε τρόπο ήδη γεγενημένα και  κεκτηµένα δικαιώµατα, που είναι κατοχυρωµένα από το Σύνταγµα, όπως είναι το ατοµικό δικαίωµα της ιδιοκτησίας του άρθρου 17 του Συντάγµατος».

Άρα η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί και για το λόγο αυτό.

Β-3 Λόγω αντίθεσης στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ

Στο βαθμό που η προσβαλλομένη κωλύει, ερμηνευόμενη, όπως εκτέθηκε στον προηγούμενο λόγο ακύρωσης, σε συνδυασμό με την παρ. 3 του άρθρου 114 του ν. 4714/2020 και  την παρ. 4 άρθρου 34 του 4734/2020 την δικαστική διεκδίκηση άλλων αξιώσεων εκτός από αυτές που προβλέπει, συνιστά προσβολή του δικαιώµατος έννοµης προστασίας από τα δικαστήρια  και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, που κατοχυρώνονται αντίστοιχα από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγµατος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)

Ως γνωστό, κατά τη νοµολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε∆∆Α), η αρχή της δίκαιης δίκης γίνεται αντιληπτή ως επιταγή δηλαδή για µία ανεξάρτητη και αντικειµενική δικανική κρίση κατά το περιεχόµενο κάθε υπόθεσης. Στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 9.12.1994 Στραν κατά Ελληνικής ∆ηµοκρατίας κρίθηκε συναφώς ότι ο νοµοθέτης δεν µπορεί να ρυθµίσει ζήτηµα που είναι αντικείµενο δίκης και στο οποίο είναι διάδικος. Ανάλογα έχει ερμηνευτεί η υποχρέωση αυτή και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία «κατά την έννοιαν της διατάξεως  του άρθρου 6§1 της Συμβάσεως της Ρώμης δεν επιτρέπεται η διά νόµου κατάργησις εκκρεµών δικών, εις τας οποίας µετέχει και πρόσωπον το οποίον εµφανίζεται να ασκεί δηµόσιαν εξουσίαν¨(ΣτΕ Ολ. 542/1999, ΣτΕ 2993/2007, 1349/2009, 1779/2009, 2006/2008).

Η κρίση αυτή βασίζεται στην θεμελιώδη αρχή της ισότητας των διαδίκων,  οποία ορίζει τον κανονιστικό πυρήνα της δίκαιης δίκης, ως απόρροια της θεμελιώδους αρχής του κράτους δικαίου και απαγορεύει οποιαδήποτε επέµβαση της νοµοθετικής λειτουργίας στη δικαστική που αποσκοπεί να επηρεάσει τη δικαστική έκβαση. Ανάλογα κρίνει και ο Άρειος Πάγος. Βλ. ενδεικτικά την ΑΠ 416/2004 όπου το Ανώτατο Πολιτικό Δικαστήριο κρίνει έκρινε διάταξη νόµου, που παρενέβαινε

σε εκκρεµή δίκη κατά τρόπο καθοριστικό, µε την έννοια ότι η έκβαση της δίκης θα ήταν ευνοϊκή για το διάδικο µέρος που είναι φορέας δηµόσιας εξουσίας, ως αντίθετη στο δικαίωµα κάθε προσώπου για δίκαιη δίκη, ως έκφραση νόµιµης προσδοκίας για δικαστική ικανοποίηση περιουσιακού δικαιώματος.

Β-4 Λόγω παράβασης του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ

Πέραν των προαναφερθέντων λόγων, ο περιορισμός των επιστροφών των αντισυνταγματικών περικοπών και η απόσβεση των λοιπών συναφών απαιτήσεων κρίθηκε πρόσφατα και από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως αντίθετες στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, κατά την 3ης Ειδικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 23-9-2020 βάσει του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, με την εξής κρίση:

22.Δοθέντος όμως ότι οι προαναφερόμενες αξιώσεις έχουν οιονεί αναγνωρισθεί δικαστικά, με τη διάγνωση, σε πρότυπες δίκες, του ανίσχυρου των διατάξεων των περιπτ. 17, 21, 27 και 28 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με βάση τις οποίες εχώρησαν οι αναπροσαρμογές, και δεν έχουν υποπέσει, όπως ήδη εκτέθηκε, σε παραγραφή, η απόσβεσή τους, ενώ παραμένουν ενεργές και χωρίς με τις προτεινόμενες διατάξεις να προβλέπεται η ικανοποίηση τους, θα μπορούσε να θέσει ζήτημα επέμβασης του νομοθέτη σε γεννημένα περιουσιακά δικαιώματα.

23. Και είναι μεν αληθές ότι τέτοιες επεμβάσεις εκ προοιμίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκλείονται, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που τις επιβάλλουν και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Ως εκ τούτου δικαιολογείται, σε κάθε περίπτωση, επιφύλαξη, ως προς τη συμβατότητα των επίμαχων ρυθμίσεων προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Ως γνωστό,  με το εν λόγω άρθρο, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας (βλ. πάγια νοµολογία του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου, στο εξής Ε.∆.∆.Α., Pressos Compania Naviera SA κατά Βελγίου της 20.11.1995, Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας της 2.11.1991, Γεωργιάδης κατά Ελλάδος της 28.3.2000, ΣτΕ 3739/1999, Ε.∆.Κ.Α. 1999, σελ. 16).

Στην έννοια της περιουσίας, όπως προστατεύεται από το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα “περιουσιακής φύσεως” και τα κεκτημένα “οικονομικά συμφέροντα” και ειδικότερα απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (βλ. Ε.∆.∆.Α., Pressos Compania Naviera SA κατά Βελγίου της 20.11.1995, Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας της 2.11.1991, Γεωργιάδης κατά Ελλάδος της 28.3.2000, ΣτΕ 3739/1999, Ε.∆.Κ.Α. 1999, σελ. 16).

 Παρόμοιας φύσης είναι και τα ενοχικά δικαιώματα επί σύνταξης (Ε.∆.∆.Α. υπόθεση Αζινάς κατά Κύπρου της 20.6.2002, υπόθεση Αντωνακόπουλου κ.α. κατά Ελλάδος της 14.12.1999, Γεωργιάδης κατά Ελλάδος της 28.3.2000, Ε.Σ. [Ολ] 2274/1997, ΣτΕ 3739/1999) και για το λόγο αυτό το Ε.Δ.Δ.Α. δέχεται ότι στα διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι το ελληνικό,  απαγορεύεται η ουσιώδης μείωση της σύνταξης (βλ. την απόφαση ΕΔΔΑ της 12ης Οκτωβρίου 2004, Kjartan Ásmundsson  κατά Ισλανδίας, ΕΔΚΑ, 2005, σ. 97, με παρατηρήσεις Π. Πετρόγλου) και προβαίνει σε έλεγχο αναλογικότητας του μέτρου με το οποίο μειώνεται η παροχή σε σχέση με τον σκοπό δημοσίου συμφέροντος που επιδιώκεται  και με την προστασία του πυρήνα του  δικαιώματος. 

          Το Ε.Δ.Δ.Α. έχει κρίνει, μεταξύ άλλων, ότι η καταβολή ασφαλιστικών εισφορών απορρέει από το δικαίωμα για απόληψη παροχών, που θεωρείται περιουσιακό δικαίωμα, αν και χωρίς να συνδέεται αυτό με ένα ορισμένο ύψος παροχών (απόφαση Αζινάς κατά Κύπρου της 20.6.2002). Προσθέτως και μη ανταποδοτικές παροχές προνομιακού χαρακτήρα θεωρήθηκε, ότι προστατεύονται ως περιουσιακές (αποφάσεις Gaygusuz κατά Αυστρίας της 16.9.1996, Koua Poirrez κατά Γαλλίας της 30.9.2003, Wessels-Bergervoet κατά Ολλανδίας της 4.6.2002). Ο ασφαλισμένος προστατεύεται από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ως προς την προσδοκία του (espérance légitime) για ασφαλιστική παροχή, εφόσον οι αξιώσεις του ερείδονται σε παγιωμένη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, όπως αυτή του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη δυνατότητα αναγνωρίσεως, κατόπιν εξαγοράς, του χρόνου πραγματικής προϋπηρεσίας Ελλήνων ομογενών στην Τουρκία (Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 19.6.2008, Ιχτιάρογλου κατά Ελλάδας).

Συνεπώς, η αναγνωριζόμενη από το υφιστάμενο δίκαιο απαίτηση του ήδη συνταξιούχου για καταβολή της κανονισθείσας σε αυτόν σύνταξης  στο ακέραιο, η οποία έχει ήδη γεννηθεί και, επομένως, αποτελεί από τη γέννησή της στοιχείο της περιουσίας του, δεν επιτρέπεται να περιορισθεί µε μεταγενέστερη νομοθετική ρύθμιση, εάν δεν συντρέχουν λόγοι πραγματικής δημόσιας ωφέλειας, οι οποίοι να δικαιολογούν τον περιορισμό, γιατί δεν συμβιβάζεται µε το άρθρο 1 εδάφιο α΄ του Π.Π.Π. της Ε.Σ.∆.Α, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση προστατευόμενου από αυτό περιουσιακού αγαθού (βλ. Ε.Σ. 27/2004 [Πράξη], Ε.∆.Κ.Α., 2004, σελ. 288, 36/2006, Ε.∆.∆.∆., 2006, σελ. 360).

Επομένως, ο κοινός νομοθέτης δύναται, συμφώνως προς την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, να στερήσει τον δικαιούχο από γεγεννηµένα ως άνω δικαιώματα, αλλά µόνο «δια λόγους δημόσιας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους», οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται και να αιτιολογούνται ειδικώς. Απαιτείται επομένως, όχι απλώς η ύπαρξη δημόσιας ωφέλειας (που μάλιστα πάντα υπάρχει, ως δηµοσιονοµικό όφελος επί απόσβεσης ή περιορισμού περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία υφίστανται έναντι του ∆ηµοσίου), αλλά και η συνδρομή περαιτέρω τασσόμενων σχετικών από τον νόμο ή τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρων, όπως είναι η καθ’ ορισμένη διαδικασία διαπίστωση της δημόσιας ωφέλειας, ή η θέσπιση άλλων υπέρ των δικαιούχων παροχών ή πλεονεκτημάτων που αντισταθμίζουν την περιουσιακή απώλεια (Ελ. Συν. 1562/2005, Ε.∆.∆.∆., 2005, σελ. 822, βλ. σχετικά Π. Παπαρηγοπούλου, Ανταποδοτική και βασική σύνταξη σε αναζήτηση ακριβοδικίας, Εισήγηση στο ΔΣΑ, Ιούνιος 2010)

Ειδικότερα αναφορικά με την μείωση και τη μεταγενέστερη πλήρη περικοπή των δώρων, πρόκειται περί προδήλως μη ανεκτής νομοθετικής παρέμβασης σε θεμελιωμένο περιουσιακό δικαίωμα και ουσιαστικά περί πλήρους αποστέρησης του δικαιώματος στην περιουσία. Άλλωστε, η προσβολή του δικαιώματος μας στην περιουσία δεν επιτρέπεται να κρίνεται αυτοτελώς και μεμονωμένα βάσει κάθε μιας από τις προαναφερθείσες διατάξεις, αλλά λαμβάνοντας τις υπόψη ως οργανικό όλο, εφόσον το μνημονιακό «πρόγραμμα» ήταν διαρκές και οι μειώσεις είναι σωρευτικές σε βάρος συγκεκριμένης μερίδας πολιτών. Οι μειώσεις αυτές αποτέλεσμα καταλήγουν σε υπέρμετρη απώλεια του προηγούμενου εισοδήματος (του εισοδήματος πριν τις μνημονιακές ρυθμίσεις) και ο αιφνιδιαστικός, βίαιος και χωρίς τέλος τρόπος εφαρμογής κλονίζουν ριζικά την οικονομική κατάσταση των εργαζομένων και ανατρέπουν το επίπεδο της αγοραστικής δύναμης και τον πυρήνα της ζωής όπως καλόπιστα και με εμπιστοσύνη απέναντι στο κράτος είχαν αποβλέψει.

Β-5 Λόγω αντίθεσης στο άρθρο 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη

Η μη πλήρης επιστροφή των περικοπών των συντάξεων είναι ευθέως αντίθετες στο άρθρο 12 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΕΚΧ), πράγμα που έχει ήδη κριθεί με σειρά αποφάσεων του δικαιοδοτικού οργάνου επίβλεψης του, της Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων (αποφάσεις επί των προσφυγών 65/2011 και 66/2011, 76-80/2011 κα)

Ως γνωστό, η Ελλάδα έχει κυρώσει τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (Ε.Κ.Χ.) του 1961 με τον ν. 1426/1984, καθώς και τα Πρωτόκολλα του 1988 και 1995 με τον ν. 2595/1998, τον δε αναθεωρημένο ΕΚΧ με το νόμο 4359/2016. Ο Ε.Κ.Χ. αποτελεί σήμερα το διεθνές συμβατικό κείμενο με τον πληρέστερο κατάλογο κοινωνικών δικαιωμάτων στον κόσμο και έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, όπως όλες οι διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα μας υπερνομοθετική ισχύ.

Ενδεικτικά, επί της Προσφυγής συνδικαλιστικών οργανώσεων με όμοια συμφέροντα με τα δικά μας κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας,  εξεδόθη, μεταξύ άλλων ομοίου περιεχομένου, η υπ΄ αριθμ. 79/2011 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων (Διάσκεψη 4 & 7 Δεκεμβρίου 2012) η οποία έκανε δεκτή στο σύνολό της την προσφυγή αναφέροντας τα εξής (Bλ. Σκέψη 78 – 83):

 «Η Επιτροπή εκτιμάει ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα των περιορισμών που έχουν αποφασισθεί όπως τα γνωστοποίησαν τα αιτούντα συνδικάτα (βλ. παραγράφους 56-61 παραπάνω), το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Κυβέρνηση, συνιστά εκ των πραγμάτων μια σημαντική υποβάθμιση του επιπέδου ζωής και των συνθηκών ζωής ενός σοβαρού αριθμού συνταξιούχων τους οποίους αφορούν.

79. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το ιδιαίτερο περιβάλλον το οποίο έχει δημιουργηθεί στην Ελλάδα εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της περίστασης κατά την οποία η Κυβέρνηση αναγκάσθηκε να αποφασίσει επειγόντως τα μέτρα αυτά, η Επιτροπή εκτιμάει επιπλέον ότι η Κυβέρνηση δεν μελέτησε ούτε ανέλυσε τα αποτελέσματα που θα έχουν τα συγκεκριμένα μέτρα καθώς και δεν εκτίμησε κατά τρόπο εμπεριστατωμένο τις επιπτώσεις στις πιο ασθενείς κοινωνικές ομάδες. Επιπλέον, δεν συζητήθηκαν οι διαθέσιμες μελέτες – απόψεις με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις, όπως αυτές εκπροσωπούν τα συμφέροντα σημαντικών κατηγοριών που θίγονται από τα μέτρα.

80. Η Επιτροπή εκτιμάει επομένως ότι δεν εξετάστηκε αν άλλα μέτρα θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν, με στόχο να περιορίσουν τα σωρευτικά αποτελέσματα των περικοπών που αμφισβητούνται από τους συνταξιούχους.

81. Από μία γενική άποψη και κατά συνέπεια, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η Κυβέρνηση δεν τεκμηριώνει, σε αντίθεση με αυτό που απαιτείται από το άρθρο 12 παρ. 3, ότι επέδειξε  το αναγκαίο ενδιαφέρον για να διατηρηθεί μια επαρκή προστασία για τα ευπαθή μέλη της κοινωνίας, ακόμη και αν το αποτέλεσμα των ληφθέντων μέτρων κινδυνεύει να οδηγήσει, έτσι όπως αναδεικνύουν άλλες διεθνείς οργανώσεις (βλ. παρα. 36 και 47 παραπάνω), σε μαζική εξαθλίωση ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού.

82. Η Επιτροπή θεωρεί: όπως και το Δικαστήριο σε σχέση με την Σύμβαση, ότι οι επιλογές που γίνονται σχετικά με τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα,  πρέπει να σέβονται την απαίτηση να συμφιλιώνουν το γενικό συμφέρον και τα δικαιώματα των ιδιωτών, (εν προκειμένω των συνταξιούχων), συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσδοκιών που μπόρεσαν αυτοί να διαμορφώσουν αναφορικά με τη σταθερότητα των κανόνων που αφορούν κοινωνικές παροχές. Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι τα αμφισβητούμενα περιοριστικά μέτρα – τα οποία δείχνουν να οδηγούν ένα τμήμα του πληθυσμού στη στέρηση από ενός σημαντικού τμήματος των μέσων συντήρησης του – ελήφθησαν χωρίς να λάβουν υπόψη τη νόμιμη προσδοκία των συνταξιούχων να εφαρμόζονται οι τροποποιήσεις στις κοινωνικοασφαλιστικές αξιώσεις τους συνεκτιμώντας δεόντως την ευαίσθητη κατάστασή τους, τις θεμελιωμένες οικονομικές προσδοκίες τους και τέλος, το δικαίωμα να διαθέτουν πραγματική πρόσβαση στη κοινωνική προστασία και στη κοινωνική ασφάλιση. Πάντως, η Επιτροπή θεωρεί ότι ανήκει στην αρμοδιότητα άλλων οργάνων να επιληφθούν προσφυγές που αφορούν τις επιπτώσεις της επίδικης νομοθεσίας στο δικαίωμα ιδιοκτησίας στην περιουσία των συνταξιούχων. Από αυτήν την άποψη, τα εθνικά Δικαστήρια μπορούν επίσης να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο.

83. Η Επιτροπή κρίνει, κατά συνέπεια, ότι λόγω του σωρευτικού αποτελέσματος και των διαδικασιών που υιοθετήθηκαν για την θέσπισή τους, τα περιοριστικά μέτρα που περιέχονται στους νόμους 3845/6.5.2010, 3847/11.5.2010, 3863/15.7.2010, 3865/21.7.2010, 3896/1.7.2011 και 4024/27.10.2011, 3833/15.3.2010, 3866/26.5.2010, 3986/1.7.2011, 4002/22.8.2011, 4051/28.2.2012 και 4093/2012 παραβιάζουν το άρθρο 12 παρ. 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη του 1961. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

 Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή συμπεραίνει, ομόφωνα, ότι το άρθρο 12 παρ. 3 του Χάρτη του 1961 παραβιάζεται».

Β-6 Λόγω παραβίασης των συνταγματικών αρχών της αναλογικότητας (άρθρο 25), της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρα 4 παρ. 5) και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος)

Η μη πλήρης ανόρθωση της ζημίας που υποστήκαμε από το συνολο των αντισυνταγματικών περικοπών αποτελεί ευθεία παράβαση και της αρχής της αναλογικότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρου 25 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), όπως έγινει δεκτό  από τις προαναφερθείσες στον πρώτο λόγο ακύρωσης αποφάσεις 2287-2288/2015 της Ολομέλειας του ΣτΕ, αλλά και από  την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην 3η και 4η ειδική συνεδρίαση του αναφορικά με τη συνταγματικότητα των συνταξιοδοτικών διατάξεων του τότε σχεδίου νόμου και νυν Ν. 4093/2012 Μεσοπρόθεσμου 2013-2016, η οποία έκρινε μεταξύ άλλων: 
 

«Μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών πληθυσμού, πλην όμως η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στην κατανομή στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων του εκάστου, καθώς και στην καθιερούμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του Σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων και ιδίως του ν. 3845/2010 (Μνημόνιο) προβλέπεται τόσο η μείωση των δαπανών του Κράτους με μείωση του μισθολογικού γενικά κόστους όσο και η αύξηση των εσόδων προερχόμενων από τη φορολογία των εισοδημάτων, αλλά και από την είσπραξη των βεβαιωμένων οφειλών (φόρων παρελθόντων ετών, πρόστιμα και χρηματικές ποινές), πλην όμως ενώ οι μειώσεις μισθών και συντάξεων πραγματοποιούνται κατά «τακτά χρονικά διαστήματα», δεν εμφανίζεται η ίδια εικόνα ως προς τις εισπράξεις από τη φορολογία και τα βεβαιωθέντα προς είσπραξη ποσά.

Α) Αυτή η επιλεκτική μονομερής και διαρκής επιβάρυνση της κατηγορίας των μισθωτών και εν προκειμένω των συνταξιούχων ( περιορισμός συντάξεων- ειδικές εισφορές- φορολογικά μέτρα), έναντι των άλλων ομάδων πολιτών που φοροδιαφεύγουν ή εισφοροδιαφεύγουν ως εύκολος και γρήγορος τρόπος ισορρόπησης – ισοσκέλισης των οικονομικών δεδομένων, δημιουργεί άνιση μεταχείριση των διοικουμένων που έρχεται σε αντίθεση με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Συντάγματος, αλλά και εκείνης του άρθρου 25 παρ. 4 αυτού, της αξιώσεως δηλ. του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος τη κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης και προφανώς η πρακτική αυτή δεν είναι συμβατή και με την καθιερούμενη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντ.). Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη μείωση των συντάξεων οδηγείς την επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των συνταξιούχων αλλά και ο τρόπος περιορισμού των υψηλότερων συντάξεων γενικά με ποσοστό μεγαλύτερο (με γεωμετρική πρόοδο) οδηγεί προοδευτικά στην ισοπέδωση των συντάξεων, αφού θα χορηγείται, τελικά, το ίδιο περίπου ποσό σύνταξης σε όλους τους συνταξιούχους, ανεξάρτητα από τα έτη του εργασιακού βίου, τη θέση ευθύνης που κατείχε ο υπάλληλος, τις εισφορές που έχει καταβάλει καθώς και τη θέση στην κλίμακα της υπαλληλικής ιεραρχίας, στοιχεία που τελικά διαμόρφωσαν τις συντάξιμες αποδοχές».

Επιπλέον, αναφορικά με τις μειώσεις των συντάξεων η Ολομέλεια απεφάνθη χαρακτηριστικά:

«Το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ δεν εγγυώνται ορισμένο ύψος μισθού ή σύνταξης. Ο περιορισμός τους όμως, από το νομοθέτη επιβάλλεται το μεν να μην θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των οικονομικώς ασθενέστερων τάξεων (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος), το δε να πρόκειται για μέτρο ικανό και πρόσφορο για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, τηρουμένων των αρχών της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντ.) και της αναλογικότητας 9άρθρο 25 παρ. 1 του Συντ.). Περαιτέρω, οι ρυθμίσεις της παρ. 3, με τις οποίες μειώνονται, ήδη για Πέμπτη φορά από το έτος 2010, οι συντάξεις του Δημοσίου, χωρίς χρονικό περιορισμό και χωρίς συνεκτίμηση των λοιπών οικονομικών επιβαρύνσεων, που έχουν στο μεταξύ επιβληθεί, μπορεί να πλήξει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης μεγάλης κατηγορίας των υποκείμενων στη μείωση συνταξιούχων. Πέραν αυτού, μολονότι δε μπορεί καταρχήν να αμφισβητηθεί ότι με τις ως άνω ρυθμίσεις διώκεται η ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενου στην περιστολή των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ούτε αιτιολογείται, ούτε τεκμηριώνεται, με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων, η προσφορότητα και αναγκαιότητα των θεσπιζομένων περιορισμών για την επίτευξη του σκοπού αυτού, υπό την έννοια της εξάντλησης κάθε άλλου διαθέσιμου μέτρου, ώστε να αποτραπεί η επιβάρυνση, για πολλοστή φορά, της ίδιας κατηγορίας πολιτών, πολύ περισσότερο, μάλιστα ου οι μειώσεις υπολογίζονται με ενιαίο ποσοστό επί του συνόλου του ποσού κάθε σύνταξης χωρίς εσωτερική κλιμάκωσή τους, με αποτέλεσμα να προκύπτουν δυσανάλογες επιβαρύνσεις. Κατά συνέπεια, δημιουργούνται ζητήματα συμβατότητας των επίμαχων ρυθμίσεων με τις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις».

Είναι επίσης σημαντικό να επισημάνουμε ότι σε διεθνές επίπεδο και η νομολογία των συνταγματικών δικαστηρίων αναφορικά με τις επιπτώσεις των Μνημονίων διαμορφώνεται σε ανάλογο κλίμα και διαπιστώνει την αντισυνταγματικότητα σημαντικών προβλέψεων του: ενδεικτικά, με την υπ’ αριθ. 353/2012 απόφασή του το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πορτογαλίας έκρινε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις που καταργούσαν τον 13οκαι 14ο μισθό στους εργαζομένους.

 
Συνεπώς, η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί και για το λόγο αυτό.
 
Επειδή, η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και όσους τυχόν προσθέσουμε νόμιμα και εμπρόθεσμα,

ΖΗΤΟΥΜΕ

Να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη και να καταδικαστεί το αντίδικο δημόσιο στη δικαστική μας δαπάνη

                                                                                                   Αθήνα,

                                                         Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

mail

Comments are closed.

Mission News Theme by Compete Themes.
Skip to content
Αρέσει σε %d bloggers:

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό. Τι είναι τα cookies; Τα cookies είναι μικρά αρχεία κειμένου τα οποία αποθηκεύει ένας ιστότοπος στον υπολογιστή σας ή στην κινητή σας συσκευή όταν τον επισκέπτεστε. Τα cookies προβαλλόμενου ιστότοπου είναι cookies που τοποθετούνται από τον ιστότοπο που επισκέπτεστε. Μπορούν να αναγνωστούν μόνο από τον συγκεκριμένο ιστότοπο. Επιπλέον, ο ιστότοπος μπορεί ενδεχομένως να χρησιμοποιεί εξωτερικές υπηρεσίες, οι οποίες επίσης τοποθετούν τα δικά τους cookies, τα λεγόμενα cookies τρίτων. Τα μόνιμα cookies είναι cookies που αποθηκεύονται στον υπολογιστή σας και δεν διαγράφονται αυτόματα μόλις κλείσετε το πρόγραμμα περιήγησής σας, σε αντίθεση με τα cookies περιόδου λειτουργίας, τα οποία διαγράφονται μόλις κλείσετε το πρόγραμμα περιήγησής σας. Κάθε φορά που επισκέπτεστε τους ιστότοπους της Επιτροπής, θα σας ζητηθεί να αποδεχθείτε ή να απορρίψετε τα cookies. Αυτό γίνεται για να μπορεί ο ιστότοπος να απομνημονεύσει τις προτιμήσεις σας (όπως όνομα χρήστη, γλώσσα κ.λπ.) για ορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι, δεν χρειάζεται να τις εισαγάγετε εκ νέου όταν περιηγείστε στον ιστότοπο κατά τη διάρκεια της ίδιας επίσκεψης. Τα cookies μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται για τη συλλογή ανωνυμοποιημένων στατιστικών στοιχείων σχετικά με την εμπειρία περιήγησης στους ιστότοπους της Επιτροπής. Πώς χρησιμοποιούμε τα cookies; Οι ιστότοποι της Επιτροπής χρησιμοποιούν κυρίως cookies προβαλλόμενου ιστότοπου. Πρόκειται για cookies που τοποθετούνται και ελέγχονται από την Επιτροπή και όχι από εξωτερικό οργανισμό. Ωστόσο, για την προβολή ορισμένων ιστοσελίδων μας, θα πρέπει να αποδεχθείτε cookies από εξωτερικούς οργανισμούς. Οι 3 τύποι cookies προβαλλόμενου ιστότοπου που χρησιμοποιούμε έχουν ως σκοπό: την αποθήκευση των προτιμήσεων των επισκεπτών τη βελτίωση της λειτουργικότητας των ιστοτόπων μας τη συλλογή δεδομένων ανάλυσης (σχετικά με τη συμπεριφορά των χρηστών) Cookies προτιμήσεων επισκεπτών Αυτά τοποθετούνται από εμάς και μπορούν να αναγνωστούν μόνο από εμάς. Απομνημονεύουν τα εξής: εάν αποδεχθήκατε (ή απορρίψατε) την πολιτική για τα cookies του εκάστοτε ιστότοπου εάν έχετε ήδη απαντήσει στο αναδυόμενο παράθυρο που σας ζητά να συμπληρώσετε την έρευνά μας (σχετικά με το πόσο χρήσιμο ήταν το περιεχόμενο του ιστότοπου), ώστε να μην σας ζητηθεί εκ νέου Cookies τρίτων Ορισμένες από τις ιστοσελίδες μας προβάλλουν περιεχόμενο από εξωτερικούς παρόχους, π.χ. YouTube, Facebook και Twitter. Για την προβολή περιεχομένου τρίτων, πρέπει πρώτα να αποδεχθείτε τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι ίδιοι. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται η πολιτική τους για τα cookies, η οποία εκφεύγει του ελέγχου μας. Αν όμως δεν προβάλλετε το συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν τοποθετούνται cookies τρίτων στη συσκευή σας. Μπορείτε να διαχειρίζεστε/διαγράφετε cookies όποτε θέλετε. Δείτε περισσότερα εδώ: aboutcookies.org. Διαγραφή cookies από τη συσκευή σας Μπορείτε να διαγράψετε όλα τα cookies που βρίσκονται ήδη στη συσκευή σας διαγράφοντας το ιστορικό περιήγησης του προγράμματος περιήγησής σας. Με αυτόν τον τρόπο θα διαγραφούν όλα τα cookies από όλους τους ιστότοπους που επισκεφθήκατε. Να έχετε όμως υπόψη ότι ενδέχεται να χαθούν και ορισμένα αποθηκευμένα στοιχεία (π.χ. αποθηκευμένα στοιχεία σύνδεσης, προτιμήσεις ιστότοπου). Διαχείριση ειδικών ανά ιστότοπο cookies Για πιο αναλυτικό έλεγχο των ειδικών ανά ιστότοπο cookies, ελέγξτε τις ρυθμίσεις cookies και προστασίας προσωπικών δεδομένων στο προεπιλεγμένο πρόγραμμα περιήγησής σας Αποκλεισμός cookies Τα περισσότερα σύγχρονα προγράμματα περιήγησης σάς δίνουν τη δυνατότητα να τα ρυθμίζετε ώστε να μην επιτρέπεται η τοποθέτηση cookies στη συσκευή σας. Στην περίπτωση αυτή όμως, ίσως χρειάζεται να προσαρμόζετε χειροκίνητα ορισμένες προτιμήσεις κάθε φορά που επισκέπτεστε έναν ιστότοπο ή μια ιστοσελίδα. Επιπλέον, ορισμένες υπηρεσίες και λειτουργίες ενδέχεται να μην λειτουργούν καθόλου (π.χ. σύνδεση με προφίλ). Διαχείριση των cookies ανάλυσης που χρησιμοποιούμε Μπορείτε να διαχειρίζεστε τις προτιμήσεις σας όσον αφορά τα cookies μέσω της υπηρεσίας Europa Analytics στην ειδική ιστοσελίδα Europa Analytics.

Κλείσιμο