Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο
(ΔΝΤ) συμμετείχε μαζί με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τον Ευρωπαϊκό
Μηχανισμό Σταθερότητας στην τέταρτη αποστολή μεταπρογραμματικής εποπτείας της
Ελλάδας στην Αθήνα από τις 23 έως τις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
Σε δήλωση αποτίμησης της επίσκεψης το ΔΝΤ υποστηρίζει οι μικρές και μεσαίες
επιχειρήσεις είναι ζημιογόνες για την ελληνική οικονομία τονίζοντας ότι «η
οικονομία παραμένει υπερβολικά ρυθμιζόμενη και κυριαρχείται από μικρές και
μεσαίες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ένα ανεπιθύμητο επιχειρηματικό κλίμα
και η Ελλάδα βρίσκεται στο ή κοντά στο βυθό της ΕΑ σε πολλές έρευνες μεταξύ
χωρών. Απαιτούνται περισσότερα για την απελευθέρωση de facto των αγορών
προϊόντων και των κλειστών επαγγελμάτων και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.»
Επίσης στην δήλωση επισημαίνεται:
«1. Η νέα κυβέρνηση ορθώς δίνει προτεραιότητα στην ανάπτυξη, αλλά αντιμετωπίζει
μια ανησυχητική μάχη. Το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει κάτω από τα επίπεδα
ένταξης πριν από τη ζώνη του ευρώ, γεγονός που αντικατοπτρίζει σημαντικές
κληρονομιές κρίσεων (υψηλό δημόσιο χρέος, υψηλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια,
υπερχρεωμένους δανειολήπτες), χαμηλή παραγωγικότητα, έλλειψη επενδύσεων,
αδυναμία καλλιέργειας πληρωμών και δυσμενή δημογραφικά στοιχεία. Οι προοπτικές
υποβαθμίστηκαν περαιτέρω από την καθυστέρηση της στρατηγικής μετά την έξοδο από
τον προγραμματισμό τον Αύγουστο του 2018, με την αναστολή των μεταρρυθμίσεων
της περιόδου προγραμματισμού (π.χ. δημοσιονομικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις),
π.χ. PIT) ή αναστρέψιμες (π.χ. βασικά στοιχεία των μεταρρυθμίσεων του εργατικού
δυναμικού 2011-2013 και προσπάθειες για διεύρυνση της φορολογικής βάσης και
ενίσχυση της καλλιέργειας των πληρωμών).
2. Η αύξηση αναμένεται να είναι περίπου 2% το 2019 και το 2020. Η βραχυπρόθεσμη
ανάπτυξη επωφελείται από την κυκλική ανάκαμψη και τη βελτίωση των αγορών και
των καταναλωτικών συναισθημάτων, γεγονός που θα πρέπει να μεταφραστεί σε
υψηλότερες επενδύσεις. Παρόλα αυτά, με μακροπρόθεσμη ανάπτυξη που εκτιμάται στο
0,9%, θα χρειαστεί άλλη μια δεκαετία και ένα μισό για πραγματικά εισοδήματα ανά
κάτοικο για να φθάσουν τα επίπεδα πριν από την κρίση. Το δημόσιο χρέος προς το
ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά την επόμενη δεκαετία με σχετικά χαμηλό κίνδυνο
ρευστότητας μεσοπρόθεσμα, αν και η μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα δεν
εξασφαλίζεται με ρεαλιστικές μακροοικονομικές υποθέσεις. Οι αδύναμες τράπεζες
εμποδίζουν τις προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργούν σημαντικούς κινδύνους για
τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτοί και άλλοι παράγοντες
αφήνουν την Ελλάδα ευάλωτη σε μια σειρά από εξωτερικές και εγχώριες διαταραχές.
Λαμβάνοντας υπόψη την κυκλική θέση της Ελλάδας και τις επιθυμητές πολιτικές
μεσοπρόθεσμα, το προσωπικό εκτιμά ότι υπάρχει ουσιαστική υπερεκτίμηση της
πραγματικής πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα
κυβέρνηση θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την πολιτική της εντολή και να βελτιώσει
το κλίμα των επενδυτών για να αναπτύξει ένα πλήρες φάσμα εργαλείων πολιτικής
και να ξεπεράσει τα μακροχρόνια κατοχυρωμένα συμφέροντα, με στόχο να ωθήσει τη
μακροπρόθεσμη ανάπτυξη ουσιαστικά πάνω από τις τρέχουσες προβλέψεις.
3. Ο καθορισμός του τραπεζικού τομέα, που αποτελεί σήμερα κινητήριο μοχλό
ανάπτυξης, αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Ο στόχος της κυβέρνησης να
επιτευχθούν μονοψήφια αναλογία μη εκτεθειμένων ανοιγμάτων έως τα μέσα του 2022
πηγαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση και το προτεινόμενο σύστημα προστασίας
περιουσιακών στοιχείων του Hercules θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική
υποστήριξη (αν και δεν έχουν ακόμη προκύψει σημαντικές λεπτομέρειες). Ωστόσο,
για να αποκατασταθεί πλήρως η ποιότητα του ενεργητικού, μαζί με την ποιότητα
και τα επίπεδα τραπεζικού κεφαλαίου, ρευστότητας και κερδοφορίας, η νέα
κυβέρνηση πρέπει να αναπτύξει μια πιο ολοκληρωμένη, φιλόδοξη και καλά
συντονισμένη στρατηγική. Αυτές οι προσπάθειες θα πρέπει να βασίζονται κυρίως
στην αγορά, με οποιαδήποτε δημόσια στήριξη να υπόκειται σε μια δυναμική ανάλυση
κόστους-οφέλους και να υποστηρίζονται από περαιτέρω βελτιώσεις στο νομικό
πλαίσιο (π.χ. πιο αποτελεσματικές δικαστικές διαδικασίες και εκσυγχρονισμός του
καθεστώτος αφερεγγυότητας).
4. Η μείωση των δημοσιονομικών στόχων θα στηρίξει την οικονομική και κοινωνική
ανάκαμψη. Το αρχικό δημοσιονομικό πλεόνασμα του 2019 αναμένεται να
ευθυγραμμιστεί με τη δέσμευση της Ελλάδας με 3,5% του ΑΕΠ για τους Ευρωπαίους
εταίρους – αν και για άλλη μια φορά εξαρτάται από την υστέρηση της ανάπτυξης
των δημόσιων επενδύσεων. Για το 2020, το προσωπικό συνιστά στην κυβέρνηση και
στους ευρωπαίους εταίρους να καταλήξουν σε συναίνεση γύρω από μια κατώτερη
πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, δεδομένης της άφθονης οικονομικής χαλαρότητας
και των κρίσιμων ανεκπλήρωτων κοινωνικών δαπανών και των επενδυτικών αναγκών,
και την κάλυψη δαπανών που θα δημιουργούσαν συνέργειες με εντατικές
διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
5. Ο συνδυασμός της δημοσιονομικής πολιτικής πρέπει να εξισορροπηθεί
προκειμένου να ενισχυθεί η ανάπτυξη και η κοινωνική ένταξη. Τα σχέδια για τη
μείωση των άμεσων φορολογικών συντελεστών και την ενίσχυση της συμμόρφωσης
είναι ευπρόσδεκτα, αλλά μπορούν να επιτευχθούν περισσότερο με τη διεύρυνση της
φορολογικής βάσης. Η Ελλάδα παραμένει κοντά στην ΕΕ κάτω από το μερίδιο των
εργαζομένων που πληρώνουν φόρους εισοδήματος φυσικών προσώπων και έχει ένα από
τα μεγαλύτερα χάσματα όσον αφορά την τήρηση του ΦΠΑ. Σε σχέση με την υπόλοιπη
ΕΕ, πάρα πολύ πηγαίνει στις συντάξεις και το νομοσχέδιο για τους μισθούς της
κυβέρνησης, και πολύ λίγα για άλλες κοινωνικές δαπάνες.
Για την αντιμετώπιση των κρίσιμων αναγκών, η Ελλάδα θα πρέπει να αυξήσει
σημαντικά τις κοινωνικές δαπάνες (π.χ. εγγυημένο ελάχιστο εισόδημα και δημόσια
υγεία) και τις επενδύσεις. Για να ελευθερωθεί ο δημοσιονομικός χώρος, τα
συνταξιοδοτικά οφέλη των υπαρχόντων συνταξιούχων πρέπει να υπολογίζονται
σύμφωνα με το νέο όρο παροχών (και πρέπει να αντιστραφεί η πρόσφατη
αποκατάσταση των συνταξιοδοτικών επιδομάτων πριν από την κρίση).
6. Η νέα κυβέρνηση αξίζει την πίστωση για την αποδέσμευση των ιδιωτικοποιήσεων
και την προώθηση της απελευθέρωσης των επιχειρήσεων και της ψηφιοποίησης, αλλά
μεγάλο μέρος της απαραίτητης διαρθρωτικής μετατροπής της ελληνικής οικονομίας
βρίσκεται ακόμα μπροστά. Η οικονομία παραμένει υπερβολικά ρυθμιζόμενη και
κυριαρχείται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που λειτουργούν σε ένα
ανεπιθύμητο επιχειρηματικό κλίμα και η Ελλάδα βρίσκεται στο ή κοντά στο βυθό
της ΕΑ σε πολλές έρευνες μεταξύ χωρών.
Απαιτούνται περισσότερα για την απελευθέρωση de facto των αγορών προϊόντων και
των κλειστών επαγγελμάτων και την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
7. Οι πρόσφατες προτάσεις της κυβέρνησης για την αγορά εργασίας αξίζουν
στήριξη, αν και χρειάζονται περισσότερα για τη στήριξη της υψηλότερης
απασχόλησης, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας. Το προσωπικό υποστηρίζει
την πρόσφατη νομοθεσία για την άρση των νέων περιορισμών στις απολύσεις και την
πρόθεση να περιορίσει τις μονομερείς προσφυγές στη διαιτησία. Τα σχέδια για τη
θέσπιση μηχανισμού εξαίρεσης από τη συλλογική διαπραγμάτευση πάνε προς τη σωστή
κατεύθυνση, αλλά πρέπει να στοχεύουν στην πλήρη αποκατάσταση των μεταρρυθμίσεων
εργατικού δυναμικού 2011-13. Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η σύνδεση
της προσαρμογής των κατώτατων μισθών με την αύξηση της παραγωγικότητας, η
ενίσχυση των ενεργών πολιτικών για την αγορά εργασίας και η εξάλειψη των
σημείων συμφόρησης στη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό θα είναι
απαραίτητα για την αντιμετώπιση της υστέρησης, της φτώχειας (συμπεριλαμβανομένης
της εργασίας) και του κοινωνικού αποκλεισμού.»
Βολές ΔΝΤ κατά μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων