«Το πρώτο
ζήτημα το οποίο συζητήθηκε, προφανώς, αφορούσε το θέμα του Brexit, όπου -με
ομοφωνία- εκφράσαμε την ικανοποίησή μας για την απόφαση η οποία ελήφθη. Είναι ξεκάθαρο
ότι ύστερα από 2,5 χρόνια εντατικών διαπραγματεύσεων είναι πολύ θετικό το
γεγονός ότι επιτυγχάνεται μία συμφωνία. Υπήρξε και ικανοποίηση, υπήρξε και
ανακούφιση, υπήρξε όμως και κάποια θλίψη για το γεγονός ότι η πλειοψηφία των
μελών του Συμβουλίου δεν επιθυμούσαν αυτήν την εξέλιξη. Ήταν μία επιλογή της
Μεγάλης Βρετανίας. Από τη στιγμή που, όμως, έτσι αποφάσισε ο κυρίαρχος
Βρετανικός λαός, ο σκοπός πάντα ήταν να δρομολογηθεί αυτό το διαζύγιο με όσο το
δυνατόν πιο ικανοποιητικούς όρους και για τα δύο μέρη και ως προς τις
προτεραιότητες της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Αυτές ήταν πάντα η έμφαση στη συνοχή της
εσωτερικής αγοράς και η προστασία του ειδικού καθεστώτος, που διέπει τις
σχέσεις μεταξύ της Βόρειας Ιρλανδίας και της Ιρλανδίας. Στο βαθμό, λοιπόν, που
αυτοί οι δύο στόχοι επιτυγχάνονται και στο βαθμό που και ο ίδιος ο Ιρλανδός
Πρωθυπουργός έδωσε, με ξεκάθαρο τρόπο,
τη συναίνεσή του σε αυτή τη συμφωνία, πιστεύω ότι είμαστε σε καλό δρόμο.
Και ελπίζω ότι και η Βρετανική Βουλή θα επικυρώσει τη συμφωνία αυτή, ώστε να
μην ξαναβρεθούμε αντιμέτωποι με το φαινόμενο να έχουμε εγκρίνει μία συμφωνία,
σε επίπεδο ευρωπαϊκών οργάνων, αλλά αυτή να μην γίνεται αποδεκτή από το
Βρετανικό Κοινοβούλιο.» ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου ο Έλληνας Πρωθυπουργός
Κυριάκος Μητσοτάκης για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής της Ε.Ε. την
Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019.
Επίσης τόνισε: «Δεύτερο θέμα αιχμής, το οποίο συζητήθηκε για πρώτη φορά σήμερα,
έτσι ώστε να σχηματίσουν όλοι οι Αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, μια πρώτη αίσθηση του πως κινούνται οι ομόλογοί
τους, αφορά το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, το MFF, το βασικό χρηματοδοτικό
εργαλείο της ευρωπαϊκού προϋπολογισμού για την περίοδο 2021 – 2027. Και εκεί η
χώρα μας προσήλθε με μία πολύ ξεκάθαρη θέση, η οποία πιστεύω ότι απηχεί και τις
θέσεις της πλειοψηφίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ποια είναι
αυτή;
Ότι το συνολικό επίπεδο των διαθέσιμων πόρων, του προϋπολογισμού δεν μπορεί, σε
καμία περίπτωση, να κινηθεί κάτω από την πρόταση της Επιτροπής, δηλαδή το
1,114% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της Ένωσης. Διότι οποιαδήποτε
υποχώρηση από αυτόν τον πήχη, θα σήμαινε κατ’ ανάγκη εκπτώσεις στην εξαιρετικά
φιλόδοξη ατζέντα την οποία έχει θέσει και το Συμβούλιο, αλλά και η Επιτροπή,
για την επόμενη πενταετία.
Πριν από τη συζήτηση για τον MFF, είχαμε και μία ενημέρωση από την κυρία Von
der Leyen. Είχαμε την ευκαιρία να της κάνουμε και ερωτήσεις, όπου αναδείχθηκε
ακριβώς αυτή η φιλόδοξη έκταση της νέας ατζέντας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η
οποία καλείται να συγκεράσει παραδοσιακές πολιτικές με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για
τη χώρα μας. Όπως οι πολιτικές συνοχής, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, με νέες
πολιτικές που αφορούν στην κλιματική αλλαγή, στον τεχνολογικό μετασχηματισμό,
σε πολιτικές εκπαίδευσης, κατάρτισης, στην ασφάλεια των συνόρων, στη διαχείριση
των προσφυγικών ροών. Για να μπορέσουμε να τα πετύχουμε όλα αυτά χρειαζόμαστε
περισσότερα χρήματα. Άρα ο πήχης ο οποίος ετέθη -που συμπίπτει με τον όρο τον
οποίο έθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή- αποτελεί τη θέση αφετηρίας της Πατρίδας μας,
αλλά είναι και η θέση της πλειοψηφίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Από εκεί και πέρα, υπάρχουν μια σειρά από πιο τεχνικά ζητήματα που αφορούν τις
νέες πολιτικές για τις αιρεσιμότητες, στις οποίες εμείς είμαστε θετικοί. Να
συνδέεται δηλαδή η χρηματοδότηση, με κάποιο τρόπο, με παραμέτρους που έχουν να
κάνουν με το κράτος δικαίου ή τη συμμόρφωση με περιβαλλοντικές πολιτικές ή να
υπάρχει και κάποια συσχέτιση ενδεχομένως και με το ζήτημα του προσφυγικού. Δεν
θα σας κουράσω με περισσότερες τεχνικές λεπτομέρειες. Θα πω μόνο ότι θα είναι μία
δύσκολη διαπραγμάτευση αυτή.
Υπάρχουν αποκλίνουσες απόψεις μεταξύ των χωρών που συνεισφέρουν στον ευρωπαϊκό
προϋπολογισμό περισσότερα από αυτά που εισπράττουν. Θα πρέπει όμως εδώ να είναι
ξεκάθαρο ότι, εάν η Ευρώπη θέλει να παίξει έναν ουσιαστικό οικονομικό, αλλά και
γεωπολιτικό ρόλο, όπως τη φανταζόμαστε, αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται και από
τους κατάλληλους πόρους και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πέσουμε κάτω από
το πλαίσιο το οποίο όρισε η Επιτροπή.
Ταυτόχρονα, ως προς τους εξειδικευμένους τομείς της συνοχής και της Κοινής
Αγροτικής Πολιτικής, και εκεί υπήρξε νομίζω ένας κοινός τόπος ανάμεσα στις
περισσότερες χώρες, ότι αυτές είναι οι πολιτικές που ταυτίζονται στη συνείδηση
του ευρωπαίου πολίτη περισσότερο με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πολιτικές
δοκιμασμένες, είναι πολιτικές επιτυχημένες. Βεβαίως και πρέπει να γίνουν
αλλαγές, μεταρρυθμίσεις, ενδεχομένως παρεμβάσεις και στον Πυλώνα 1 και στον
Πυλώνα 2 της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν μπορούμε
να δεχτούμε μία συνολική μείωση των πόρων που είναι διαθέσιμοι γι’ αυτούς τους
δύο κεντρικούς πυλώνες του ευρωπαϊκού χρηματοδοτικού οικοδομήματος.
Έρχομαι τώρα στο τρίτο ζήτημα το οποίο είναι το 5ο και 6ο σημείο των
Συμπερασμάτων. Τουρκία, Κύπρος, μετανάστευση, Συρία. Πιστεύω ότι στην ενότητα
αυτή πετύχαμε απόλυτα να ενσωματώσουμε τις ελληνικές εθνικές θέσεις στο κείμενο
των Συμπερασμάτων. Προφανώς υπήρξε μία ομόφωνη καταδίκη της τουρκικής επέμβασης
στη Συρία και μία έκκληση για οριστική κατάπαυση του πυρός. Προφανώς λαμβάνουμε
υπόψη μας τη συμφωνία η οποία επετεύχθη μεταξύ της Τουρκίας και των Ηνωμένων
Πολιτειών. Αλλά με αυστηρότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση τοποθετείται, στο ανώτατο
επίπεδο, στέλνοντας ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι αυτή η επέμβαση είναι μία επέμβαση προβληματική
σε πολλά επίπεδα.
Θέλω να τονίσω ιδιαίτερα το σημείο 8 των Συμπερασμάτων το οποίο προστέθηκε μετά
από επιτακτική δική μας παρέμβαση το οποίο τονίζει, επαναλαμβάνει την ανάγκη η
Ευρωπαϊκή Ένωση να υποστηρίζει εκείνες τις χώρες, προφανώς αναφέρεται στην
Ελλάδα γιατί είναι η χώρα εκείνη η οποία έχει τις μεγαλύτερες πιέσεις σε
επίπεδο προσφυγικών – μεταναστευτικών ροών, που αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους
προκλήσεις ως αποτέλεσμα της κατάστασης που επικρατεί στην Ανατολική Μεσόγειο.
Υπήρξε, δηλαδή, μία αναγνώριση του γεγονότος ότι η διαχείριση του ζητήματος
αυτού δεν μπορεί να επαφίεται μόνο στην Ελλάδα. Μετ’ επιτάσεως επανέλαβα την
ευρωπαϊκή διάσταση του προσφυγικού, εξηγώντας ποιες πρωτοβουλίες αναλαμβάνουμε
εμείς αλλάζοντας την πολιτική μας, σε σχέση με αυτή της προηγούμενης Κυβέρνησης,
αλλά ζητώντας ταυτόχρονα και ευρωπαϊκή υποστήριξη, αλληλεγγύη. Και βέβαια την
εκπόνηση -όπως είχα την ευκαιρία να πω
και στη δήλωση την οποία έκανα προσερχόμενος στο Συμβούλιο Κορυφής- ενός
σχεδίου Β, ενός εναλλακτικού σχεδίου στην περίπτωση που ξαναβρεθούμε
αντιμέτωποι ως χώρα με ροές οι οποίες δεν είναι διαχειρίσιμες.
Θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό ότι υπάρχει ξεχωριστό λήμμα, ειδική αναφορά στα
ζητήματα που αφορούν στην Κύπρο και ομόφωνη καταδίκη, πολύ-πολύ συγκεκριμένη,
της παράνομης δραστηριότητας της Τουρκίας εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής
Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και βέβαια μια επικύρωση των συμπερασμάτων του
Συμβουλίου των Υπουργών Εξωτερικών, όπου προσδιορίστηκε, με μεγαλύτερη
σαφήνεια, το πλαίσιο των κυρώσεων που αφορούν και φυσικά πρόσωπα, αλλά και
εταιρείες που εμπλέκονται στις παράνομες εξορύξεις εντός των χωρικών υδάτων,
εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τέλος, εκεί που δεν καταφέραμε δυστυχώς να συμφωνήσουμε είναι στα ζητήματα της
διεύρυνσης των Δυτικών Βαλκανίων. Το ζήτημα παραπέμπεται για το 2020. Δεν
κατέστη εφικτό να επιτευχθεί ομοφωνία για να μπορέσουμε να δώσουμε ημερομηνία
ένταξης στους δύο βόρειους γείτονές μας. Αλλά, θα ήθελα να τονίσω αυτό το οποίο
έχω επαναλάβει σε πολλές ευκαιρίες ότι η
Ελλάδα πάντα στηρίζει την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων και έχει
θέσει πολύ συγκεκριμένες αιρεσιμότητες σε αυτή τη διαδικασία. Ως προς τη Βόρεια Μακεδονία, αυτό αφορά
προφανώς την απόλυτη συμμόρφωσή της με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είχα την
ευκαιρία και πάλι να μεταφέρω τους προβληματισμούς μας για πτυχές αυτής της
συμφωνίας, γιατί τη θεωρούμε μια κακή συμφωνία. Να επαναλάβω όμως αυτό το οποίο
έχω πει πάρα πολλές φορές: Από τη στιγμή που η Συμφωνία αυτή έχει κυρωθεί από
το Ελληνικό Κοινοβούλιο, είμαστε υποχρεωμένοι να την εφαρμόσουμε. Ως προς το
ζήτημα της Αλβανίας, οι αιρεσιμότητες, οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτουμε
αφορούν στο κράτος δικαίου γενικά και πιο εξειδικευμένα, τα δικαιώματα της
ελληνικής εθνικής μειονότητας, είτε αυτά αφορούν το δικαίωμα του
αυτοπροσδιορισμού ενόψει της κρίσιμης απογραφής, η οποία θα γίνει το 2020, είτε
αφορούν τα περιουσιακά δικαιώματα των μελών της ελληνικής εθνικής μειονότητας
στην Αλβανία. Τα ζητήματα αυτά τέθηκαν. Όπως σας είπα δεν κατέστη εφικτό να επιτευχθεί
ομοφωνία. Τρεις χώρες διαφώνησαν.
Άρα το αποτέλεσμα δεν ήταν τέτοιο που να μας επιτρέπει να πάρουμε μία τέτοια
απόφαση. Θεωρώ ότι αυτό δεν είναι καλό. Και θεωρώ δεν είναι καλό και για την
γενικότερη σταθερότητα των Βαλκανίων. Γιατί πρέπει να κρατηθεί ανοιχτή η
Ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, για να μπορέσει να υπάρχει
μεγαλύτερη σταθερότητα και οικονομική ευημερία στην περιοχή. Θεωρώ ότι δεν
είναι και καλό για την Ελλάδα. Διότι το κυριότερο όπλο το οποίο έχει στα χέρια
της η Ελλάδα προκειμένου να αντιμετωπίσει ζητήματα που έχει και με τις δύο
χώρες, αφορά την Ευρωπαϊκή προοπτική. Όσο πιο κοντά σε μία ευρωπαϊκή πορεία
είναι αυτές οι δύο χώρες, τόσο μας δίνεται η δυνατότητα -στο πλαίσιο των
αναγκαίων αλλαγών που πρέπει να κάνουν για να έρθουν πιο κοντά στην ευρωπαϊκή
οικογένεια, στο πλαίσιο αυτής της μακράς διαδικασίας, η οποία τελικά καταλήγει
σε ένταξη στην ευρωπαϊκή οικογένεια- να αντιμετωπίζουμε και ζητήματα τα οποία
εμείς έχουμε σε διμερές επίπεδο.»
Δρομολόγηση Brexit