«Διαβάστε, λοιπόν, το κείμενο του νόμου. Καταλάβετε καλά τι
κάνουμε και ασκείστε μας κριτική επί πραγματικών δεδομένων και όχι επ’ αυτών
που εσείς φαντάζεστε. Τι να πω λοιπόν. Και κλείνω με αυτό, από την «Deutsche
Welle» της κατοχής στους «Financial Times» διαβασμένους ανάποδα. Πάντα χαμένος
στη μετάφραση κ. Τσίπρα.» ανέφερε ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης στη
Βουλή στο πλαίσιο της «Ώρας του Πρωθυπουργού», σε απάντηση στην επίκαιρη
ερώτηση του Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα την Παρασκευή
22 Νοεμβρίου 2019.
Επίσης τόνισε: «Έρχομαι τώρα στα συγκεκριμένα τρία ερωτήματα τα οποία θέσατε.
Μας ρωτάτε για άλλη μία φορά -θα έχετε βέβαια και τη δυνατότητα να το κάνετε
και σήμερα και τη Δευτέρα στη συζήτηση στην Ολομέλεια- γιατί δεν υιοθετούμε την
ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. Σας έχουμε απαντήσει
επισταμένα στην Επιτροπή, ο κ. Τζαβάρας, οι βουλευτές που πήραν το λόγο, ο κ.
Γεραπετρίτης. Σας έχουμε εξηγήσει τη στάση μας για το ζήτημα αυτό. Θα την
επαναλάβω για άλλη μια φορά. Η ερμηνευτική σας δήλωση διακρίνει τα αδικήματα σε
αυτά τα οποία τελούνται κατά την άσκηση και επ’ ευκαιρία των υπουργικών
καθηκόντων. Αυτό το επιχείρημα είναι ένα φτηνό πυροτέχνημα κ. Τσίπρα και είναι
ληγμένο μάλιστα. Διότι αν συμβουλευόσασταν κάποιους νομικούς θα μπορούσαν ίσως
να σας είχαν προστατέψει για αυτά που εισηγείστε.
Αυτή η διάκριση, την οποία υποκριτικά εισηγείστε, ξέρετε πολύ καλά ότι έχει ήδη
οριοθετηθεί από το Ειδικό Δικαστήριο. Και βεβαίως δεν διαφοροποιεί -ούτε θα
μπορούσε να το κάνει- τη σαφή νομολογία για το τι συνιστά άσκηση καθηκόντων και
τι συνιστά επ’ ευκαιρία άσκηση καθηκόντων. Αν πάλι όμως επιδιώκετε κάτι άλλο με
την ερμηνευτική σας δήλωση -και θα ήθελα να το ξεκαθαρίσετε- όπως η αναβίωση
αδικημάτων για την οποία έχει παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση
δίωξης, να μας πείτε αν θέλετε να κάνετε αυτό, αν αυτό επιδιώκετε. Τότε, να μας
πείτε και να μας εξηγήσετε πώς αυτό δεν καταλύει κάθε έννοια κράτους δικαίου,
διότι θα οδηγούσε πολύ απλά σε αναδρομική εφαρμογή ποινικού νόμου και θα
διάβρωνε ένα θεμέλιο λίθο του δικαίου που ισχύει από τον 17ο αιώνα. Αν εννοείτε
αυτό να το εξηγήσετε τουλάχιστον.
Σταματήστε, κ. Τσίπρα, αυτή την υποκρισία γύρω από την ευθύνη των Υπουργών
γιατί υπάρχει και η ιστορία. Να σας θυμίσω -ακόμα μια φορά- ότι το Νοέμβριο του
2006, στην πρώτη μου θητεία στη Βουλή, μαζί με έξι συναδέλφους από τη Νέα
Δημοκρατία και τον κ. Λοβέρδο από το ΠΑΣΟΚ είχαμε υπογράψει πρόταση για την
αναθεώρηση του άρθρου 86. Τη χαρακτηρίζαμε τότε, διακομματικό εργαλείο
ατιμωρησίας και ασυλίας των πολιτικών, το οποίο δεν επιτρέπει την ενδελεχή
έρευνα των επιλήψιμων πράξεών τους. Πράγματι δεν είχε τότε το θάρρος το
πολιτικό σύστημα, ούτε το δικό μου κόμμα, να κρίνει το άρθρο 86 ως
αναθεωρητέο. Δεν είδα και κανέναν βέβαια
από την Αριστερά τότε να υποστηρίζει την πρότασή μας. Κανείς δεν υπέγραψε από
το δικό σας χώρο, ούτε ένας. Αφήστε,
λοιπόν, τους συνταγματικούς λεονταρισμούς και ας κρατήσουμε, κ. Τσίπρα, ως μια
κατάκτηση του πολιτικού συστήματος ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε επιτέλους. Θα
πω κι εγώ πρώτος, ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην αλλαγή του άρθρου 86 έτσι
ώστε να καταργηθεί, επιτέλους, η αποσβεστική προθεσμία η οποία στην ουσία δίνει
τη δυνατότητα σε υπουργικά αδικήματα να παραγραφούν πρακτικά μετά από δύο
χρόνια. Είναι μια κατάκτηση για το πολιτικό σύστημα, έστω και με μεγάλη
καθυστέρηση, ότι το άρθρο 86 αλλάζει. Αφήστε λοιπόν όλα τα υπόλοιπα. Nα
κρατήσουμε τη μεγάλη κατάκτηση της αλλαγής του άρθρου 86 και να προχωρήσουμε επιτέλους
κοιτάζοντας το μέλλον.
Πάμε τώρα στο ζήτημα της άσκησης δίωξης εναντίον τραπεζικών στελεχών κατ’
έγκληση και όχι αυτεπαγγέλτως. Αυτό υποτίθεται ότι καταγγέλλετε. Εδώ η απάντηση
στηρίζεται στην κοινή λογική. Οι τράπεζες δρουν στο χώρο της ιδιωτικής
οικονομίας και κάθε παράβαση που διαπράττουν τα στελέχη της τράπεζας ενδιαφέρει
πρωτίστως τα ίδια τα ιδρύματα. Αυτά ζημιώνονται και αυτά θα πρέπει να
ενεργοποιούν το μηχανισμό ποινικής διερεύνησης. Παλιά πρακτική να γίνονται
δικαστικές έρευνες των εισαγγελέων με αυτεπάγγελτη ενέργεια. Στην πράξη, κ.
Τσίπρα, απεδείχθη επιζήμια, για τους πολίτες κυρίως. Ξέρετε τι έκανε; Οδήγησε τραπεζικά
στελέχη σε μία τελείως αμυντική διάθεση απέναντι σε πρωτοβουλίες, όπως μια
γενναία ρύθμιση οφειλών. Αυτήν ακριβώς την ακινησία, η οποία «παγώνει τα
πάντα», έρχεται να θεραπεύσει η νέα ρύθμιση. Προβλέφθηκε, λοιπόν, η δυνατότητα
έγκλησης από τις διοικήσεις των τραπεζών, ενώ για δικαστικές διερευνήσεις
-επειδή μας είπατε ότι δεν υπάρχει ούτε σε αυτό μεταβατική διάταξη- που ήδη
έχουν ξεκινήσει, παρέχεται μεταβατική διάταξη δύο μηνών να ασκηθεί
έγκληση.
Αν πιστεύετε ότι πρέπει να δοθεί και άλλο διάστημα, να το συζητήσουμε. Είμαι
ανοιχτός να το κάνουμε. Κι αν τα διοικητικά συμβούλια για οποιοδήποτε λόγο
αδρανούν,υπάρχουν και γενικές συνελεύσεις, που μπορούν να αλλάξουν τα
διοικητικά συμβούλια κ. Τσίπρα. Καμία υπόθεση, λοιπόν, δεν κλείνει. Οι άμεσα
ενδιαφερόμενοι, δηλαδή οι ίδιες οι τράπεζες, διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα να
ασκήσουν την προβλεπόμενη έγκληση σε περίπτωση παράβασης. Και να μη ξεχνάμε κ.
Τσίπρα, ότι η τραπεζική δραστηριότητα ελέγχεται με συγκεκριμένους κανόνες.
Ελέγχεται από συγκεκριμένα όργανα, ελέγχεται πρωτίστως από την Τράπεζα της
Ελλάδος. Ό,τι ακριβώς ισχύει στην Ευρώπη, παντού στην Ευρώπη, ισχύει επιτέλους
και στη χώρα μας. Κάποια στιγμή θα πρέπει να παραδεχθούμε με τόλμη μερικές
πικρές αλήθειες. Μόνο αν τις αντιμετωπίσουμε κατάματα θα μπορέσουμε να τις
αλλάξουμε.
Ξέρετε, κ. Τσίπρα, ότι πάρα πολλά τραπεζικά στελέχη σύρθηκαν στα δικαστήρια,
ταλαιπωρήθηκαν για πολλά χρόνια, για επιχειρηματικές αποφάσεις τις οποίες πήραν. Το να χορηγήσει
κάποιος ένα δάνειο είναι μια επιχειρηματική απόφαση, την οποία παίρνει η
τράπεζα. Ελέγχεται αυτή η επιχειρηματική απόφαση από την ίδια την τράπεζα και
οι διαδικασίες με τις οποίες λαμβάνεται ελέγχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Διασύρθηκαν πολλά στελέχη. Πήγαν στα δικαστήρια. Σχεδόν όλα αθωώθηκαν κ. Τσίπρα.
Δεν το ξέρετε αυτό; Δεν γνωρίζετε ότι αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα; Και
δεν γνωρίζετε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας σήμερα είναι αυτή η τεράστια
αποεπένδυση, η οποία κρατά τη χώρα καθηλωμένη; Ποιο τραπεζικό στέλεχος σήμερα
θα έχει το θάρρος να υπογράψει μία γενναία αναδιάρθρωση δανείων που θα σώσει
μία επιχείρηση, θα σώσει θέσεις εργασίας;
Διότι με όλα αυτά τα οποία κάνατε, καταστρέφονταν και έκλειναν επιχειρήσεις και
έμεναν άνεργοι οι εργαζόμενοι. Δεν είδα να χύνετε κανένα «κροκοδείλιο δάκρυ»
για όλες τις επιχειρήσεις που δεν μπόρεσαν να αναδιαρθρωθούν, ακριβώς επειδή
τραπεζίτες φοβούνταν να υπογράψουν αναδιαρθρώσεις, διότι ήξεραν ότι μπορεί να
βρεθούν αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη. Λοιπόν, καθαρές κουβέντες κ. Τσίπρα.
Εμείς αυτή την εντολή λάβαμε από τον ελληνικό λαό: Να βάλουμε μπροστά την
παραγωγική μηχανή της οικονομίας, να διορθώσουμε τις παθογένειες στο τραπεζικό
σύστημα, να προσελκύσουμε επενδύσεις, να δημιουργήσουμε δουλειές. Και αυτό θα
κάνουμε.
Κλείνω με το τελευταίο θέμα της επίκαιρης ερώτησης, που είναι η περίφημη
δέσμευση περιουσιακών στοιχείων από την Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων
από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Ποια είναι η κατάσταση που παραλάβαμε στον
τομέα αυτό; Ο Πρόεδρος της Αρχής κ. Τσίπρα είναι ένα διοικητικό όργανο -το
επαναλαμβάνω- είχε τη δυνατότητα να δεσμεύει
επ’ αόριστον περιουσιακά στοιχεία χωρίς να έχει ασκηθεί καμία ποινική
δίωξη.
Βεβαίως αυτό δεν αφορούσε μόνο «γκρίζους» επιχειρηματίες. Αφορούσε και πολλούς
απλούς πολίτες. Πολλοί μικροί επαγγελματίες, μισθωτοί, μέχρι να εξεταστεί η
υπόθεσή τους, γίνονταν οικονομικά όμηροι, χωρίς να μπορούν να πληρώσουν
συνεργάτες τους, να χειριστούν όπως
αυτοί ήθελαν τις μεγαλύτερες ή μικρότερες περιουσίες τους. Ακόμα και αν τελικά
δικαιώνονταν -και οι πιο πολλοί δικαιώνονται- είχαν στο μεταξύ καταστραφεί, κ.
Τσίπρα. Κάτι που διαρκούσε για χρόνια. Αυτό μπορεί να οφειλόταν σε υπερβολικό
ζήλο ή απλά σε ευθυνοφοβία του αρμόδιου οργάνου. Και ξέρετε ότι στην
πλειονότητα των υποθέσεων δικαιώνονται τελικά οι ελεγχόμενοι, το ξέρετε αυτό.
Αποδίδονται αθώοι, μόνο που πάρα πολλοί μέχρι τότε έχουν χρεοκοπήσει.
Προβλέψαμε, λοιπόν, ακολουθώντας στο ακέραιο τις προτάσεις της
Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής, κ. Τσίπρα, ότι η δέσμευση των περιουσιακών
στοιχείων από εδώ και στο εξής δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 18 μήνες. Γιατί 18
μήνες, κ. Τσίπρα; Είναι το συνταγματικά προβλεπόμενο μέγιστο όριο, αυτό που
ισχύει μέχρι και για την προσωρινή φυλάκιση. Συμφωνείτε με αυτή τη διάταξη για
το τι πρέπει να γίνει για το μέλλον; Συμφωνείτε ή διαφωνείτε; Ή πρέπει να
θεωρείτε ότι τα περιουσιακά στοιχεία μπορεί να δεσμεύονται επ’ αόριστον. Να μας
το πείτε να το καταλάβουμε.
Ερχόμαστε τώρα -και να σας θυμίσω ότι αυτό αποτελούσε σύσταση του ΟΟΣΑ το οποίο
κάναμε- στο ζήτημα τι γίνεται με τις υποθέσεις του παρελθόντος. Για να μην
υπάρξει, λοιπόν -και εκεί θα συμφωνήσω μαζί σας- κίνδυνος άκριτης αποδέσμευσης
περιουσιακών στοιχείων για τις περιπτώσεις που ήδη υπάρχουν τέτοιες εντολές,
προβλέφθηκε μεταβατική διάταξη. Αυτή την οποία δεν γνωρίζατε, γι’ αυτό
συμπεριλάβατε, στην ερώτηση που καταθέσατε, ερώτημα για μη ύπαρξη μεταβατικής
διάταξης.
Λοιπόν, υπάρχει μεταβατική διάταξη, κ. Τσίπρα. Σας την έχω καταθέσει. Μπορεί
πριν τη δευτερολογία σας να τη μελετήσετε. Να τη μελετήσετε ή να σας ενημερώσει
-έχετε τον κ. Κατρούγκαλο δίπλα σας, εκλεκτό νομικό- για το τι λέει η
μεταβατική διάταξη. Λοιπόν, τι λέει η μεταβατική διάταξη; Λέει ότι μέσα σε
τρεις μήνες από την έναρξη ισχύος του νέου Κώδικα ο Πρόεδρος της Αρχής
υποχρεούται να προωθήσει τις υποθέσεις για οριστική κρίση στον ανακριτή ή στο
Δικαστικό Συμβούλιο. Δηλαδή σε ανεξάρτητους, αμερόληπτους δικαστές. Για να το
πω πολύ απλά: Σε τρεις μήνες πρέπει να βάλει όλο το υλικό σε μία κούτα και να
το στείλει στη Δικαιοσύνη. Εάν κρίνετε ότι και οι τρεις μήνες δεν είναι αρκετοί
για να γίνει αυτή η διαδικασία, να το συζητήσουμε και αυτό.
Η δικαστική κρίση όμως, κ. Τσίπρα, δεν περιορίζεται χρονικά. Μπορεί να
συντελεστεί οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο 18μηνο. Δεν το ξέρετε αυτό; Και εδώ
αδιάβαστος; Πάλι αδιάβαστος; Και είναι λυπηρό ότι, ενώ έχουν υπάρξει απαντήσεις
στη Βουλή, γίνεται επίκληση ενός δημοσιεύματος των «Financial Times» -το οποίο
διέψευσε η Κυβέρνηση, γιατί δεν απέδιδε την πραγματικότητα- που θεωρούσε
λανθασμένα ότι μέσα σε τρεις μήνες κρίνεται η παράταση της δέσμευσης.
Πράγματι, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι τρεις μήνες είναι πολύ σύντομο
χρονικό διάστημα για να κριθούν όλες αυτές οι υποθέσεις. Μόνο που το δημοσίευμα
ήταν λανθασμένο, κ. Τσίπρα. Συμβαίνει αυτό μερικές φορές και στους
δημοσιογράφους των «Financial Times». Τι να κάνουμε;
Μπορεί να συμβεί και αυτό. Διότι, επαναλαμβάνω -για ακόμα μία φορά για να το
καταλάβετε καλά, κύριοι συνάδελφοι του ΣΥΡΙΖΑ- το τρίμηνο αποτελεί προθεσμία
μόνο για να σταλούν προς κρίση οι υποθέσεις που εκκρεμούν. Δεν είναι διάστημα
για την εξέτασή τους. Αυτό θα γίνεται εντός δεκαοκταμήνου.
Σπεύσατε, λοιπόν, κ. Τσίπρα, εσείς και ο ΣΥΡΙΖΑ, να ταυτιστείτε με το
δημοσίευμα. Ένας ξένος δημοσιογράφος μπορεί να κάνει λάθος για έναν ελληνικό
νόμο, όχι όμως ένας πολιτικός και δη ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης,
ο οποίος θα έπρεπε να τον είχε διαβάσει. Ο ερωτών φαίνεται ότι δεν κοίταξε καν
το κείμενο του νόμου, γιατί τότε θα διαπίστωνε -όπως είπα προηγουμένως- ότι
κανένα περιουσιακό στοιχείο δεν απελευθερώνεται. Η εικόνα την οποία δώσατε, κ.
Τσίπρα, είναι ότι περίπου μετά την ψήφιση του νόμου αποδεσμεύτηκαν όλα τα
περιουσιακά στοιχεία. Αυτή είναι η εικόνα την οποία θα αποκόμιζε κάποιος
ακούγοντας την τοποθέτησή σας. Αυτό, κ. Τσίπρα, είναι ένα ψέμα. Είναι ακόμα ένα
ψέμα.
Δεν είναι αλήθεια για να το πω αλλιώς για να μην μου πείτε πάλι ότι σας λέω
ψεύτη.
Στην δευτερολογία του ο Πρωθυπουργός
υπογράμμισε:
«Εάν εσείς θέλετε να μετατρέψετε τη χώρα σε ένα απέραντο δικαστήριο για το
χθες εγώ προτιμώ να τη μετατρέψω σε ένα απέραντο εργοτάξιο για το αύριο.
Αυτή λοιπόν είναι μια μεγάλη διαφορά μας. Δεν μπορώ να σας υποδείξω πώς θα
ασκείτε τα καθήκοντά σας ως Αξιωματική Αντιπολίτευση. Καταλαβαίνω και συμπάσχω
με τις εσωτερικές σας αντιφάσεις. Δεν είναι εύκολο να διαπιστώνετε ότι ένα
μεγάλο μέρος των ανθρώπων που στήριξαν το ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές
συμφωνούν με κεντρικές πολιτικές επιλογές αυτής της Κυβέρνησης.
Τώρα, εάν εσείς θέλετε ξανά, κ. Τσίπρα, να ακολουθήσετε μια ακραία ρητορική,
αυτό είναι δικαίωμά σας. Μας κάνετε χάρη με αυτή την πολιτική. Μας διευκολύνετε με το να γυρίζετε στην
κοιτίδα του 3% ενός ακραίου ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν υπάρχει πια και δεν μπορεί να
υπάρχει πια για δύο λόγους: Πρώτον,
διότι είστε Αξιωματική Αντιπολίτευση, πήρατε 32%. Δεύτερον διότι, όσο και αν
θέλετε να το ξεχνάτε, κυβερνήσατε τέσσερα χρόνια και καταδικαστήκατε από τον
ελληνικό λαό. Αυτό δεν διαγράφεται πια.»
Πάντα χαμένος στη μετάφραση