του Σωκράτη Αργύρη*
«Ούτως
αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον
τρέπονται.»
(Τόσο απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι να μπουν στον κόπο να
αναζητήσουν την αλήθεια και προτιμούν να ασχολούνται με τα εύκολα.)
Θουκυδίδης
Στις 26 Φλεβάρη 2020 ο υπουργός εξωτερικών της Τουρκίας ανέβασε τα παρακάτω tweets στον λογαριασμό του.
“AB üyesi bir ülkede seçilmiş bir müftü cenaze namazını kıldırdığı için hapis cezası alıyor! Dünyanın hangi ülkesinde bir rahip, bir haham veya başka bir din adamı bu dini vecibeden mahrum bırakılmıştır? Böyle bir uygulama dünyanın en kötü rejimlerinde bile görülmemiştir…”
“In a #EU country an elected mufti was sentenced to prison for conducting a funeral prayer! In which country a priest, a rabbi or a religious man has been prevented from a religious duty? Such a practice hasn’t been witnessed even under the worst regimes in the world… #Greece”
Δηλαδή: «Σε μία χώρα μέλος της Ε.Ε. μουφτής που συμμετείχε σε κηδεία τιμωρείται με φυλάκιση! Σε ποια χώρα του κόσμου ιερέας, ραβίνος ή άλλος εκπρόσωπος θρησκείας στερείται αυτό το δικαίωμα άσκησης των θρησκευτικών του καθηκόντων; Ούτε στα χειρότερα καθεστώτα του κόσμου δεν συναντάται αυτή η πρακτική.»
Χρόνια τώρα η Τουρκία ζητά το καθεστώς εκλογής του Μουφτή από την μουσουλμανική μειονότητα να μη διορίζεται βάσει του νόμου 1920/1991(4 Φεβρουαρίου 1991) ο οποίος προβλέπει τη δημιουργία εντεκαμελούς επιτροπής μεταξύ των μελών της μειονότητας, αρμόδιας να προτείνει έναν κατάλογο υποψηφίων μουφτήδων εκ των οποίων διορίζεται ένας βάσει προσόντων με θητεία που διαρκεί 10 έτη που δύναται να ανανεώνεται.
Επίσης αναφορικά «για τους θρησκευτικούς λειτουργούς των μουσουλμάνων η Συνθήκη της Λωζάνης δεν περιέχει καμία αναφορά (βλ. και την απόφαση ΕΔΔΑ μείζονος σύνθεσης, της 19ης.12.2018, Molla Sali κατά Ελλάδος, 20452/14, σκ. 151). Η παράλειψη τέτοιας ρυθμίσεως στην Συνθήκη αυτή δεν είναι τυχαία αλλά συνειδητή και μαρτυρεί την πρόθεση και την βούληση των συμβαλλομένων μερών να μην ισχύουν εφεξής οι διατάξεις του άρθρου 11 που περιέχει η υπογραφείσα, σε εκτέλεση όσων συμφωνήθηκαν με τις Συνθήκες του Λονδίνου (17/30 Μαΐου 1913, βλ. Α΄ 229/14.11.1913) και του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1913, Α΄ 217/28.10.1913), «μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας Σύμβασις περί Ειρήνης της 1/14 Νοεμβρίου 1913» (Συνθήκη των Αθηνών), η οποία κυρώθηκε με το νόμο ΔΣΙΓ΄ (4213)/1913 (Α΄ 229/14.11.1913). Και τούτο διότι η αυτονομία των μουσουλμανικών κοινοτήτων, την οποία εγγυάται το άρθρο 11 της Συνθήκης των Αθηνών (ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η εκλογή των θρησκευτικών αρχηγών των μουσουλμανικών κοινοτήτων από τα μέλη της οικείας κοινότητας, την οποία επίσης εγγυάται το προαναφερθέν άρθρο) δεν συμβιβάζεται με το σύστημα των ρυθμίσεων της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία στήριξε, όπως προεκτέθηκε, την προστασία των μειονοτήτων στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της πλήρους εξομοιώσεως των μελών των μειονοτήτων με τους λοιπούς υπηκόους των συμβαλλομένων μερών (Ελλάδας ή Τουρκίας), όσον αφορά την άσκηση των ατομικών και των πολιτικών τους δικαιωμάτων (ΣτΕ 466/2003 7μ., 1333/2001 7μ.). Κατά συνέπεια οι διατάξεις του άρθρου 11 της Συνθήκης των Αθηνών δεν ισχύουν πλέον, βάσει του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου (βλ. και τα άρθρα 59 και 30 της από 23.5.1969 Σύμβασης της Βιέννης περί του Δικαίου των Συνθηκών, που κυρώθηκε με το ν.δ. 402/1974, Α΄ 141, η οποία ναι μεν, σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτής, δεν εφαρμόζεται σε συνθήκες οι οποίες συνομολογήθηκαν από τα κράτη πριν από την θέση της σε ισχύ, κωδικοποιεί, όμως, κατ’ ουσία, προϋφιστάμενες γενικές αρχές του εθιμικού διεθνούς δικαίου), δεδομένου ότι θεμελιώδης αρχή του διεθνούς δικαίου είναι ότι το κράτος δεν μπορεί να αποδεσμευτεί μονομερώς από υποχρεώσεις του που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες, η δε λήξη ισχύος διεθνούς συμβάσεως και μάλιστα διμερούς, προϋποθέτει συμφωνία των κρατών που έχουν συνάψει την σύμβαση και δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να είναι αποτέλεσμα μονομερών ενεργειών, η συμφωνία όμως αυτή μπορεί να συνάγεται και από το περιεχόμενο μεταγενέστερης συνθήκης επί του αυτού αντικειμένου.» (Απόφαση ΣτΕ 2101/2019 (Μουφτήδες Θράκης, θρησκευτική ελευθερία, Συνθήκες Σεβρών και Λωζάνης, Οδηγία 2000/78) στις13 Δεκέμβρη 2019.
Αυτό βέβαια που δεν λέει επίσης ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών είναι το καθεστώς που ισχύει στην χώρα του.
Εκεί η Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας (Ντιγιανέτ) που ιδρύθηκε το 1924, έναν χρόνο μετά τη συγκρότηση του νέου τουρκικού κράτους πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το έργο της, με βάση το Σύνταγμα, είναι να διαφωτίζει τον λαό σε θρησκευτικά θέματα και να διορίζει τους Μουφτήδες.
Αλλά επειδή η Τουρκία δεν είναι ένα κανονικό δημοκρατικό κράτος θα πρέπει να υπενθυμίσουμε στον κ. Υπουργό τι γράφει η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 20 Φλεβάρη 2019 για την κατάσταση των ελευθεριών στη χώρα του.
«… εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για τις αναφορές σύμφωνα με τις οποίες οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες εκμεταλλεύονται τη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων (Diyanet) για τον σκοπό της δίωξης ηγετών της αντιπολίτευσης από το κίνημα Γκιουλέν ή οποιωνδήποτε άλλων αντιπάλων και προτρέπει τα όργανα ασφαλείας σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών να διερευνήσουν αυτήν τη σοβαρή παραβίαση της κυριαρχίας τους και της δημόσιας τάξης· …
…εκφράζει σοβαρή ανησυχία για την έλλειψη σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας, τις διακρίσεις εις βάρος των θρησκευτικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των χριστιανών και των Αλεβιτών, καθώς και για τη βία που ασκείται για θρησκευτικούς λόγους· τονίζει ότι οι εκκλησίες στην Τουρκία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα με την εδραίωση ή την συνέχιση της χρήσης των κτιρίων ως τόπων λατρείας· καλεί τις τουρκικές αρχές να προαγάγουν θετικές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, επιτρέποντας στις θρησκευτικές κοινότητες να αποκτήσουν νομική προσωπικότητα, δίνοντας στα φιλανθρωπικά ιδρύματα τη δυνατότητα να εκλέγουν τα διοικητικά τους όργανα, καταργώντας όλους τους περιορισμούς στην κατάρτιση, τον διορισμό και τη διαδοχή του κλήρου, εφαρμόζοντας τις σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας, και καταργώντας κάθε είδους διακρίσεις ή εμπόδια με βάση το θρήσκευμα· καλεί την Τουρκία να σεβαστεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και τη σημασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να αναγνωρίσει τη νομική του προσωπικότητα· επαναλαμβάνει την ανάγκη να επιτραπεί η επανέναρξη της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και να αρθούν όλα τα εμπόδια στην εύρυθμη λειτουργία της· ζητεί να δημοσιευθούν οι εκλογικοί κανονισμοί για μη μουσουλμανικά ιδρύματα· εκφράζει ικανοποίηση για την επιστροφή 50 αραμαϊκών εκκλησιών, μοναστηριών και νεκροταφείων στο Μαρντίν από την τουρκική κυβέρνηση, και καλεί επίσης την Τουρκία να επιστρέψει τις αντίστοιχες εκτάσεις στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους· εφιστά την προσοχή στον αντίκτυπο των μέτρων ασφαλείας στον πληθυσμό του Tur Abdin και καλεί την Τουρκία να διασφαλίσει τη διατήρηση της πρόσβασης των κατοίκων στην εκπαίδευση, στις οικονομικές δραστηριότητες και στους θρησκευτικούς χώρους· παροτρύνει την Τουρκία να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποφευχθεί η καταστροφή της αραμαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς εξαιτίας των τρεχουσών προπαρασκευαστικών εργασιών για το έργο κατασκευής του φράγματος Ilisu· καλεί τις τουρκικές αρχές να αναλάβουν ουσιαστική δράση για την καταπολέμηση όλων των εκδηλώσεων αντισημιτισμού στην κοινωνία· …»
Όσο η Τουρκία θα συνεχίζει τον δρόμο της επιστροφής σε ένα παρελθόν που ναι μεν για 600 χρονιά κυρίευσε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή με την πολιτική του Ισλάμ (υποταγή) χωρίς να έχει αντιληφθεί τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές που καθορίστηκαν μέσω του Διαφωτισμού και των δικαιωμάτων των πολιτών, μάλλον ζημιά κάνουν στον ίδιο τον λαό της. Γιατί όλοι οι άλλοι πλέον έχουν αντιληφθεί τις προθέσεις τους.
*Ο Σωκράτης Αργύρης έχει κάνει σπουδές Ιστορίας και Οικονομίας στη Γαλλία και Αγγλία.
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση «Ο Çavuşoğlou με την κοντή μνήμη» με την προϋπόθεση να αναφέρεται το όνομα του συγγραφέα Σωκράτη Αργύρη.
