Κίνδυνος αποτελμάτωσης ΜΥΗΕ

Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων (ΕΣΜΥΕ), με επιστολή που έστειλε στον Υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Γεράσιμο Θωμά και στη Γ.Γ. Ενέργειας & Ορυκτών Πρώτων Υλών κα Αλεξάνδρα Σδούκου, εξέφρασε τις σοβαρές ανησυχίες του και την αντίθεση του στις ρυθμίσεις που ανακοινωθήκαν για την αντιμετώπιση της κρίσης και στις επιβαλλόμενες μειώσεις των τιμών αναφοράς των Μικρών Υδροηλεκτρικών Έργων (ΜΥΗΕ) τις οποίες θεωρεί άδικες και δυσανάλογα επιβαρυντικές για τα ΜΥΗΕ και ότι θα επιφέρουν πλήρη αποτελμάτωση στην ανάπτυξη και θα οδηγήσουν στο μηδενισμό της διείσδυσης νέων έργων.
Συγκεκριμένα η επιστολή:
«Απόψεις και σχόλια ΕΣΜΥΕ επί των ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας όπως αναφέρονται στην από 30.03.2020 ΠΝΠ και επί της αναπροσαρμογής των Τιμών Αναφοράς σταθμών ΑΠΕ που δεν συμμετέχουν σε διαγωνισμούς και των λοιπών ρυθμίσεων της υπ. αριθ. Y.A. 3097/11190/26.03.2020 Υπουργικής Απόφασης.
Αξιότιμε Κε Υπουργέ, Αξιότιμη κα Γενική,
Η παγκόσμια ανθρωπιστική και οικονομική κρίση που έχει επιφέρει η πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 έχει αρχίσει να δημιουργεί θέματα προτεραιοτήτων σε όλες τις κυβερνήσεις. Στα πλαίσια αυτά, έχουν αρχίσει να διαφαίνονται πρακτικές που οδηγούν στον κίνδυνο εγκατάλειψης των αποφάσεων που ήδη έχουν ληφθεί για τους περιβαλλοντικούς, ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους για το 2030 και η εφαρμογή αποφάσεων που δημιουργούν άμεσα πλήγματα και βάλλουν ευθέως στην προώθηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας μας.
Η χώρα μας μέχρι σήμερα, μέσω του ΕΣΕΚ αλλά και άλλων μέτρων, έχει αποδείξει έμπρακτα ότι στηρίζει τους ευρωπαϊκούς στόχους που έχουν τεθεί με την ανάδειξη προτεραιοτήτων σε θέματα ενέργειας και αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Στα πλαίσια αυτά, θεωρούμε ότι θα ήταν καταστροφική η εγκατάλειψη των προσπαθειών τόσων ετών και η χαλαρή αντιμετώπιση προβλημάτων που έχουν ανακύψει και στη χώρα μας λόγω της κρίσης της πανδημίας.
Για το λόγο αυτό, θα θέλαμε να σας εκφράσουμε τις ανησυχίες μας και την αντίθεσή μας σχετικά με τις ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης που περιλαμβάνονται στην από 30.03.2020 ΠΝΠ αλλά και τις ρυθμίσεις που περιέχονται στην υπ. αριθ. Y.A. 3097/11190/26.03.2020 Υπουργική Απόφαση για  αναπροσαρμογή των Τιμών Αναφοράς των σταθμών ΑΠΕ που δεν συμμετέχουν σε διαγωνισμούς, οι οποίες θεωρούμε ότι κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση με τις εκπεφρασμένες προθέσεις του Υπουργείου σχετικά με την αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργεί η κρίση στις ΑΠΕ και ιδιαίτερα στα ΜΥΗΕ καθώς και στην προσπάθεια προώθησης των ΑΠΕ.
Α. Πιο αναλυτικά, για τις ρυθμίσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της κρίσης και τις επιβαλλόμενες παρατάσεις:
• Η κρίση του κορωνοϊού COVID-19 έχει δημιουργήσει πρόβλημα σε όλα τα έργα με Άδεια Εγκατάστασης ή με Οριστική Προσφορά Σύνδεσης ή και σε αυτά που βρίσκονται σε αναμονή έκδοσης της Άδειας Εγκατάστασης και όχι μόνο σ’ αυτά που λήγουν έως την 31η Ιουλίου του έτους 2021 που καταλαμβάνονται από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις. Το πρόβλημα που έχει ανακύψει είναι το ίδιο και έχει τις ίδιες επιπτώσεις και στα έργα των οποίων οι εγκρίσεις λήγουν ακόμα και σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από την 31/07/2021, διότι ο (οποιοσδήποτε) χαμένος χρόνος που υφίσταται για τα μεν υφίσταται και για τα δεν και τα επηρεάζει δυσμενώς το ίδιο. Επομένως, είναι αυτονόητο και απόλυτα δίκαιο οι οποιεσδήποτε παρατάσεις να αφορούν και σε αυτά τα έργα.
• Η παράταση δεν θα έπρεπε να αφορά τη μετάθεση συγκεκριμένων προθεσμιών για κάποιο χρόνο, αλλά θα έπρεπε να καθορίζει συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα τα οποία δεν θα συμπεριλαμβάνονται κατά τον υπολογισμό της διάρκειας ισχύος των αντίστοιχων περιπτώσεων (Άδειες Εγκατάστασης, Οριστικές Προσφορές Σύνδεσης, εφαρμογής νέων ΤΑ, κλπ). Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται αδικίες μεταξύ έργων που η ημερομηνία λήξης της αντίστοιχης άδειας είναι μια μέρα πριν και μια μέρα μετά την αναφερόμενη ημερομηνία. Αυτό άλλωστε το μοντέλο έχει ακολουθηθεί μέχρι σήμερα σε πλήθος ανάλογων νομοθετικών ρυθμίσεων.
• Με τις ρυθμίσεις που αποφασίστηκαν δίνεται 4μηνη παράταση εφαρμογής της ημερομηνίας εφαρμογής (01.01.2021) των ΤΑ των έργων που έχουν οριστεί με την υπ’ αριθ. ΥΠΕΝ/ΔΑΠΕΕΚ/25511/882/20.03.2019 (Β’ 1021) απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και τα προβλεπόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 4414/2016, διότι αναγνωρίζεται ότι η κρίση θα δημιουργήσει αντίστοιχη τουλάχιστον χρονική καθυστέρηση στην υλοποίησή τους.
Δηλαδή, ανεξάρτητα από την τεχνολογία των έργων και το απαιτούμενο χρονικό διάστημα που θεωρείται ότι είναι απαραίτητο για τη θέση τους σε λειτουργία, αναγνωρίζεται ότι για αυτά τα έργα, απαιτείται – λόγω των επιπτώσεων της κρίσης – ένα επιπλέον χρονικό διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών για την ολοκλήρωσή τους, πέραν του χρονικού διαστήματος από 20.03.2019 έως 01.01.2020.
Κατ’ αντιστοιχία με τα ανωτέρω έργα, θεωρούμε ότι με τον ίδιο τρόπο και κατ’ αναλογία θίγονται από την κρίση και όλα τα έργα τα οποία έχουν ξεκινήσει ήδη τις διαδικασίες υλοποίησής τους και των οποίων οι ΤΑ αλλάζουν από 01.01.2022 (μέσω της πρόσφατα εκδοθείσης Y.A. 3097/11190/26.03.2020), και ιδιαίτερα των έργων των οποίων η διάρκεια κατασκευής είναι μεγαλύτερη των 1,5-2,0 ετών, όπως είναι τα ΜΥΗΕ. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την υφιστάμενη εμπειρία, ο συνήθης ελάχιστος χρόνος κατασκευής ενός ΜΥΗΕ ξεπερνά τα 1,5-2,0 έτη, δεδομένου του μεγέθους των κατασκευών και της εποχικής δυνατότητας υλοποίησης του (η υδροληψία του έργου πρέπει να κατασκευαστεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, ενώ οι καιρικές συνθήκες το χειμώνα απαγορεύουν την διενέργεια εργασιών στο πεδίο, όπως την εγκατάσταση του αγωγού). Η αναγνωριζόμενη με τις παρούσες ρυθμίσεις καθυστέρηση λόγω των επιπτώσεων του κορωνοϊού COVID-19 θα επηρεάσει δυσμενώς το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης αυτών των έργων για ένα αντίστοιχο χρονικό διάστημα, με σίγουρο αποτέλεσμα να μην προλάβουν να ηλεκτριστούν με την υφιστάμενη ΤΑ, με την οποία έχουν χρηματοδοτηθεί και άρα είναι απολύτως αυτονόητο και απόλυτα δίκαιο οι οποιεσδήποτε παρατάσεις να πρέπει να δοθούν και σε αυτά τα έργα.
Β. Σχετικά με τις επιβαλλόμενες νέες ΤΑ για τα ΜΥΗΕ που αναφέρονται στην ΥΑ θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εξής:
• Τα ΜΥΗΕ, είναι έργα τα οποία:
– Αποτελούν μια ιδιαίτερα αποδοτική μορφή παραγωγής πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας, με το μικρότερο κόστος ανά παραγόμενη kWh, με την μικρότερη επιβάρυνση στον ΕΛΑΠΕ, με πολύ υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία και με το μεγαλύτερο κύκλο ζωής, σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες ΑΠΕ.
– Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, η Πολιτεία μέχρι σήμερα έχει θεσπίσει ιδιαίτερα αυστηρά κριτήρια αδειοδότησης για τα ΜΥΗΕ, τα οποία «καρκινοβατούν» και δεινοπαθούν εδώ και χρόνια στη χώρα μας. Η Πολιτεία, για πραγματικά ανεξήγητους λόγους, θέσπισε πλήθος νομοθετικών και χωροταξικών εμποδίων στην υλοποίησή τους, σε αντίθεση με τη διεθνή πρακτική, η οποία ενισχύει ισχυρά τα έργα αυτά, λόγω αφενός του φιλικού περιβαλλοντικού αποτυπώματός τους και αφετέρου της προβλέψιμης παραγωγής τους και του υψηλού συντελεστή φόρτισης (capacity factor) που τα χαρακτηρίζει. Ενδεικτικό είναι ότι ο ρυθμός ανάπτυξης των ΜΥΗΕ τα τελευταία έτη κινείται στο 3%, ενώ το 2019 ήταν μόλις 0,3%.
– Σύμφωνα με το πλέον πρόσφατο Δελτίο του ΕΛΑΠΕ (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2019), τα έργα αυτά στην Ελλάδα αποτελούν μόλις το 3,5% της συνολικής εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ, και συγκεκριμένα μόνο 240,56MW σε σύνολο ΑΠΕ & ΣΗΘΥΑ 6.965MW, παράγουν το 5% της συνολικά παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ, ενώ αποζημιώνονται μόλις με το 3% της αποζημίωσης που λαμβάνουν όλες οι ΑΠΕ, επιβαρύνοντας γι’ αυτό το λόγο πολύ λίγο τον ΕΛΑΠΕ. Μάλιστα, και παρά την επί τετραετή διατήρηση των Ειδικών Τιμών Αναφοράς για τα έργα αυτά στα ίδια επίπεδα, από τον Ιούλιο του 2018 έως και σήμερα, η εγκατεστημένη ισχύς τους παραμένει πρακτικά αμετάβλητη, λόγω και του εξαιρετικά πολύπλοκου και χρονοβόρου πλαισίου αδειοδότησης τους.
– Τα ΜΥΗΕ έχουν σημαντική και δυσανάλογη για το μικρό μέγεθός τους συμβολή στην Εθνική Οικονομία διότι, αφενός είναι η μόνη τεχνολογία ΑΠΕ στην οποία η Ελληνική, εγχώρια προστιθέμενη αξία υπερβαίνει το 70% του προϋπολογισμού της επένδυσης, και, αφετέρου λόγω ακριβώς των σημαντικών δομικών έργων που περιλαμβάνουν, ενισχύουν σημαντικά την Περιφερειακή Ανάπτυξη, την απασχόληση και τις τοπικές οικονομίες και κοινωνίες. Το παραπάνω χαρακτηριστικό όμως δρα αρνητικά για τα έργα διότι καθιστά δύσκολη την μείωση του μοναδιαίου κόστους κατασκευής, το οποίο κυμαίνεται από 1.750.000 €/MW για έργα με εγκατεστημένη ισχύ μικρότερη των 3 MW και υπερβαίνει τα 3.000.000 €/MW για μεγαλύτερα  έργα.
– Στα ΜΥΗΕ δεν ισχύει καθόλου η αρχή της αναλογικότητας, δηλ. η γραμμική σχέση μεταξύ εγκατεστημένης ισχύος και κόστους επένδυσης, όπως ισχύει σε άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ. Μάλιστα, μικρής ισχύος έργα (< 1 MW) καθώς και τα μεγαλύτερα εκ των ΜΥΗΕ, εκείνα δηλαδή που η ισχύς τους υπερβαίνει τα 5 MW, παρουσιάζουν αυξημένα μοναδιαία κόστη, μεγαλύτερα από αυτά που χρησιμοποιούνται στους υπολογισμούς για το ΣΚΠΗΕ και τα «project IRR».
Συγκεκριμένα, το κόστος κατασκευής επιβαρύνεται, για τα μεν μικρά έργα με ασυμπίεστα σταθερά κόστη, για τα δε μεγαλύτερα επειδή περιλαμβάνουν σημαντικά και σύνθετα έργα πολιτικού μηχανικού (χαμηλά φράγματα, υπερχειλιστές, εγκαταστάσεις έκπλυσης φερτών, διάφορες κατηγορίες θυροφραγμάτων, εκτεταμένες σε μήκος ιχθυόσκαλες, διώρυγες διέλευσης μικρών σκαφών, κλπ.), πολλά από τα οποία πραγματοποιούνται ειδικά ώστε τα ΜΥΗΕ να αποτελούν – πέραν των άλλων – και αναβαθμισμένες τουριστικές εγκαταστάσεις για την ευρύτερη περιοχή, αλλά και να συμβάλλουν στη σταθεροποίηση και επέκταση του διασυνδεδεμένου ηλεκτρικού δικτύου. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν για όλα τα μεγέθη έργων, τα αυξημένα ανταποδοτικά οφέλη που καλούνται να πληρώσουν τα ΜΥΗΕ σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, όπως έχει αποδειχθεί στην πραγματικότητα, λόγω της άμεσης εμπλοκής των τοπικών κοινωνιών στα δικαιώματα χρήσης του πόρου και της υποχρεωτικής συναίνεσής τους.
– Επί των ακαθαρίστων εσόδων των ΜΥΗΕ επιβάλλονται οι ακόλουθες κρατήσεις: 3% υπέρ ΟΤΑ, 1% τέλος διακοψιμότητας, 1% υπέρ Φορέα Διαχείρισης σε έργα εντός NATURA (σημαντικός αριθμός έργων). Σε αυτές τις κρατήσεις θα πρέπει να προστεθεί το κόστος συμμετοχής στην αγορά (εκτιμάται σε 1%) καθώς και το επιπλέον κόστος των ανταποδοτικών τελών που καλούνται να καλύψουν τα ΜΥΗΕ.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, και χωρίς να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, οι επιβαλλόμενες νέες ΤΑ οδηγούν σε αποδόσεις της τάξεως του 5% (project IRR) και σε αποσβέσεις της επένδυσης μεγαλύτερες από 12 έτη, γεγονός που θα λειτουργήσει (επιπλέον) ανασταλτικά στην υλοποίησή τους.
Με απλή σύγκριση των αντίστοιχων νέων τιμών μεταξύ των έργων που εξαιρούνται από τις διαγωνιστικές διαδικασίες προκύπτουν τα εξής:
• Στα ΜΥΗΕ, οι μειώσεις στην ΤΑ είναι ίση με 10% & 10,3%, ενώ στις υπόλοιπες τεχνολογίες οι μειώσεις κυμαίνονται μεταξύ 2,2% έως 8,5%.
• Στα ΜΥΗΕ, η μείωση του επιτοκίου αναγωγής απομείωσης ανέρχεται σε 11% σε σχέση με το αναφερόμενο στον ν.4414/16, η οποία είναι η μικρότερη σε σχέση με τις άλλες τεχνολογίες για τις οποίες οι αντίστοιχες μειώσεις κυμαίνονται από 11% έως 20%, γεγονός το οποίο προκαλεί στα ΜΥΗΕ την ακριβότερη αποπληρωμή οποιασδήποτε πρόσθετης ενίσχυσης.
• Η μείωση της ΤΑ στα ΜΥΗΕ επιφέρει μείωση της λειτουργικής ενίσχυσης κατά 10 €, μέγεθος το οποίο είναι το μεγαλύτερο από όλες τις λοιπές τεχνολογίες στις οποίες η μείωση της λειτουργικής ενίσχυσης είναι πολύ μικρότερη, τη στιγμή μάλιστα που η συνολική επιβάρυνση του ΕΛΑΠΕ για τα ΜΥΗΕ είναι πολύ μικρότερη της αντίστοιχης άλλων τεχνολογιών ΑΠΕ, γεγονός το οποίο αντιτίθεται στο κριτήριο της επίτευξης της χαμηλότερης επιβάρυνσης στον τελικό καταναλωτή/kWh.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τα συντριπτικά πλεονεκτήματα της τεχνολογίας των ΜΥΗΕ αλλά και το γεγονός της μηδενικής τους διείσδυσης λόγω των δυσμενών νομοθετικών ρυθμίσεων που αυξάνονται κατά καιρούς, θεωρούμε ότι οι επιβαλλόμενες μειώσεις τιμών για τα ΜΥΗΕ:
• είναι άδικες και δυσανάλογα επιβαρυντικές για τα ΜΥΗΕ σε σχέση με τις λοιπές τεχνολογίες ΑΠΕ,
• δεν συνάδουν με το κριτήριο της επίτευξης της χαμηλότερης επιβάρυνσης στον τελικό καταναλωτή/kWh, αφού η συνεισφορά τους στο τελικό αποτέλεσμα είναι ασήμαντη και δυσανάλογη της συγκεκριμένης τεχνολογίας,
• δεν αιτιολογούνται από αντίστοιχη μείωση του κόστους κατασκευής ή βελτίωσης οικονομικών δεικτών, με αποτέλεσμα να μειώνουν σημαντικά το βαθμό βιωσιμότητας των έργων, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένα μεγέθη έργων για τα οποία προκύπτει ότι για να είναι βιώσιμα θα πρέπει να απολαμβάνουν ΤΑ αυξημένα κατά ένα 5% τουλάχιστον των ΤΑ της μέσης κατηγορίας,

με αποτέλεσμα να:
• δημιουργούν και λειτουργούν ως ένα επιπλέον αντικίνητρο στην ήδη σχεδόν μηδενική ανάπτυξη νέων ΜΥΗΕ, μιας τεχνολογίας που έχει προωθηθεί νωρίτερα και περισσότερο σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και που στη χώρα μας δεν είναι ούτε στο 10% του δυνάμεθα να αξιοποιηθεί διαθέσιμου πόρου,
• δημιουργούν την εντύπωση ότι τα ΜΥΗΕ δεν είναι στις – έστω – έμμεσες προτεραιότητες ανάπτυξης της χώρας και των εφαρμοζόμενων πολιτικών για αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ,
• επιφέρουν πλήρη αποτελμάτωση στην τεχνολογία των ΜΥΗΕ, στην ανάπτυξη νέων έργων και μηδενίζουν το οποιαδήποτε επενδυτικό ενδιαφέρον παραμένει ζωντανό για τα έργα αυτά.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, θέλουμε να εκφράσουμε την πλήρη δυσαρέσκεια και αντίθεσή μας με τις επιβαλλόμενες μειώσεις και να ζητήσουμε στην διόρθωσή τους στα αρχικά ή έστω σε μειωμένα επίπεδα μείωσης (τουλάχιστον στα μεσοσταθμικά επίπεδα μείωσης όλων των λοιπών τεχνολογιών) που να ανταποκρίνονται στις ρεαλιστικά και πραγματικά απαιτούμενες συνθήκες διατήρησης έστω των συνθηκών ανάπτυξης της τεχνολογίας των ΜΥΗΕ.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εφαρμογή των επιβαλλόμενων μειώσεων θα οδηγήσει στον οριστικό μηδενισμό της ανάπτυξης της τεχνολογίας των ΜΥΗΕ.
Θεωρούμε επίσης αναγκαίο, τουλάχιστον για λόγους δικαιοσύνης και ίσης μεταχείρισης, ότι είναι επιτακτική η ανάγκη για την κατ’ αντιστοιχία με άλλα έργα, χορήγηση παράτασης των οποιοδήποτε ΤΑ εφαρμοστούν τελικά πέραν της 01.01.2022 για τα έργα σε διαδικασία υλοποίησης (έργα με Άδεια Εγκατάστασης και Οριστική Προσφορά Σύνδεσης).»

mail