«Νέοι φτωχοί»

Η δημιουργία «νέων φτωχών» κυρίως ανθρώπων που ζουν σε πόλεις, που είναι αυτοαπασχολούμενοι και κυρίως εργάζονται χωρίς παροχές κοινωνικής ασφάλισης ως αποτέλεσμα της χειρότερης οικονομικής ύφεση πολλών δεκαετιών με τεράστιες απώλειες σε θέσεις εργασίας λόγω του COVID-19.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι περίπου 100 εκατομμύρια άνθρωποι πιθανότατα θα πέσουν στη φτώχεια λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας, με 49 εκατομμύρια άτομα να υποστούν ακραία φτώχεια.
Οι πόλεις βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του κινδύνου των δυσμενών οικονομικών επιπτώσεών όπως επίσης οι απασχολούμενοι στις πολιτιστικές και δημιουργικές βιομηχανίες. Οι πολιτικές περιορισμού οδήγησαν στο κλείσιμο μουσείων, οπερών και εστιατορίων και ανάγκασαν την ακύρωση δημόσιων εκδηλώσεων, φεστιβάλ και παραστάσεων.
Από την πανδημία υπάρχουν τρία βασικά συμπεράσματα για τις κυβερνήσεις καθώς ξεκινούν προσπάθειες ανάκαμψης και σχεδιάζουν τη μετα-πανδημία εποχή.
Πρώτον, οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο δεν είναι απλώς μεγάλες πόλεις ή εκείνες με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού. Είναι μέρη με φτωχή, υπερπληθυσμένη στέγαση, δεν διαθέτουν υπηρεσίες υποδομής, ειδικά νερό και αποχέτευση, και με ελάχιστους ανοιχτούς χώρους όπως ανεπίσημους οικισμούς.
Αυτό θα απαιτήσει τη συνεργασία με κοινότητες και επενδύσεις για την παροχή πρόσβασης σε προσιτή στέγαση, βασικές υποδομές και υπηρεσίες.
Δεύτερον, τα άτομα που πλήττονται περισσότερο είναι οι φτωχοί και οι ευάλωτοι – άτυποι εργαζόμενοι, αδήλωτων εισοδημάτων, ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία, παιδιά που στερούνται σχολικής εκπαίδευσης και διατροφή. Αυτό θα απαιτήσει την ιεράρχηση πολιτικών για την αντιμετώπιση του χωρικού, κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού με σκοπό να μην αφήσουμε κανέναν πίσω. 
Τρίτον, η ενίσχυση της ετοιμότητας της πόλης και της ικανότητας αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης είναι κρίσιμη. Αυτό σημαίνει καλύτερη ετοιμότητα όσον αφορά τη χρηματοδότηση, την παροχή υπηρεσιών και τη συνέχεια των επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένου του προϋπολογισμού για μελλοντικές κρίσεις, κέντρα επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης, ανάπτυξης ικανοτήτων, ασκήσεων και σχεδίων αναδιάταξης ανθρώπινου δυναμικού.
Επίσης η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει ότι πολλά ερωτήματα και αβεβαιότητες πρέπει να απαντηθούν καθώς οι πόλεις αναδύονται από την πανδημία.
Συγκεκριμένα:
Οι κάτοικοι της πόλης θέλουν να ζουν σε πυκνοκατοικημένες περιοχές ή προτιμούν να μετακινούνται σε μικρότερες πόλεις ή λιγότερο πυκνά προάστια;
Ποια είναι η κοινωνικοπολιτισμική κληρονομιά των ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων μετά την κοινωνική απόσταση;
Οι διαδικτυακές συγκεντρώσεις θα αντικαταστήσουν εν μέρει την πραγματική εμπειρία και τη διασύνδεση σε φυσικούς χώρους;
Πώς θα προσαρμοστούν τα συστήματα δημόσιας συγκοινωνίας στον κίνδυνο για την υγεία και θα προσελκύσουν τους επιβάτες;
Θα εφαρμόσουν οι πόλεις περισσότερες λωρίδες ποδηλάτων και ευρύτερα δίκτυα πεζών, με επείγοντα μέτρα να εξελίσσονται σε μόνιμες λύσεις; Για παράδειγμα, το Ώκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, προσθέτει μονοπάτια για να διατηρήσει απόσταση 2 μέτρων και η Μπογκοτά της Κολομβίας εφαρμόζει λωρίδες ποδηλάτων 70 χλμ.
Πώς μπορούν οι πόλεις να εντοπίσουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους (ειδικά τα τρόφιμα) ώστε να είναι πιο αυτάρκεις;
Πώς θα εξελιχθούν οι ψηφιακές υποδομές και λύσεις για να εξυπηρετήσουν πολλές ακόμη πτυχές της αστικής ζωής;
Ποιο θα είναι το μέλλον της εργασίας και της εκπαίδευσης μετά από εκτεταμένη τηλεργασία και εξ αποστάσεως μάθηση; Θα είναι αυτό το τέλος της κεντρικής επιχειρηματικής περιοχής;
Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις θα καθορίσει εάν οι πόλεις μπορούν να προσαρμοστούν καλύτερα και να γίνουν πιο ανθεκτικές. Εφαρμόζοντας ένα ευρύ φάσμα γνώσεων και καινοτομιών από την τεχνολογία, την κοινωνιολογία, την τοποθέτηση, τον πολεοδομικό σχεδιασμό και τη χάραξη πολιτικής, μπορούμε να βοηθήσουμε τις πόλεις να συνεχίσουν να διαδραματίζουν τον απαραίτητο ρόλο τους μέχρι το μέλλον.

mail