Του Σωκράτη Αργύρη
«Οὐδὲν γὰρ ἀνθρώποισιν οἷον ἄργυρος κακὸν νόμισμ’ ἔβλαστε»
– Σοφοκλής, Αντιγόνη
Η «Φαινομενολογία του πνεύματος» του Χέγκελ μας παρουσιάζει τη γνώση στο γίγνεσθαί της. Γιατί στη «Φαινομενολογία του πνεύματος» ο συγγραφέα της ήθελε να αντικαταστήσει τις ψυχολογικές εξηγήσεις ή ακόμη τις αφηρημένες έρευνες για τη θεμελίωση της γνώσης, όπως ο Καντ.
Αυτός εξετάζει την προκαταρκτική διαδικασία που οδηγεί στην επιστήμη από μια άποψη, η οποία την καθιστά μια νέα, ενδιαφέρουσα επιστήμη, την πρώτη επιστήμη της Φιλοσοφίας. Εμπεριέχει τις διάφορες μορφές του πνεύματος ως εσωτερικούς σταθμούς της πορείας, μέσω της οποίας αυτό γίνεται καθαρή γνώση ή απόλυτο πνεύμα. Ο πλούτος των εμφανίσεων του πνεύματος, που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζει εικόνα χάους, μπαίνει σε μια επιστημονική τάξη, η οποία τις παρουσιάζει σύμφωνα με την αναγκαιότητά τους και μέσα στην οποία οι ατελείς εμφανίσεις αποσυντίθενται και μεταβαίνουν σε ανώτερες, οι οποίες αποτελούν την προσεχή τους αλήθεια.
Σημείο εκκίνησης του έργου είναι η παρατήρηση ότι η φύση παρουσιάζει μια δομή που ομοιάζει μ’ αυτήν της Αγίας Τριάδας στην Καινή Διαθήκη. Έτσι όπως ο Θεός είναι Πατέρας, Υιός και Άγιο Πνεύμα σ’ ένα, έτσι είναι παραδείγματος χάριν και ένα φυτό. Στην αρχή είναι σπόρος, στη συνέχεια άνθος και τέλος καρπός.
Για να κατανοηθεί με επάρκεια αυτή η δυναμική της φύσης θα πρέπει σύμφωνα με τον Χέγκελ να προσαρμοστεί και να γίνει πιο ευμετάβλητη η ανθρώπινη σκέψη. Προς τούτο χρησιμοποιεί τη διαλεκτική σκέψη (Θέση -αντίθεση – σύνθεση).
Η σκέψη αυτή φέρει κάτι το πρωτοποριακό και ανατρεπτικό εκείνη την εποχή, αφού προσκρούει και ακυρώνει τρόπον τινά ένα θεμελιώδες αξίωμα της λογικής, αυτό της αντίθεσης, της αντίφασης. Σύμφωνα με τη νέα σκέψη, η αντίφαση δεν είναι σύμπτωμα λανθασμένου τρόπου σκέψης, όπως υποστηριζόταν έως τότε ή όπως ισχύει στις θετικές επιστήμες, αλλά είναι στιγμιότυπο του αληθινού και συνεπώς μέρος, κομμάτι του όλου, μέρος του πραγματικού.
Έτσι, στο έργο του Χέγκελ δεν «διαπιστώνεται» κάτι ως σωστό ή λάθος. Δεν υπάρχει ένα στέρεο και ακλόνητο αξίωμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως στήριγμα στον ίλιγγο της σκέψης. Στη σκέψη του Χέγκελ τα πάντα βρίσκονται σε κίνηση. Σε μια κίνηση που έχει τη δομή και την φορά κίνησης της «θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης».
Αυτός ο τρόπος σκέψης είναι σύμφωνα με τον Χέγκελ ο μόνος αληθινός τρόπος σκέψης.
Τελευταία διαβάζουμε για περιστατικά διαφθοράς και χρηματισμού που έχουν γίνει κανόνας στην πολιτική ζωή των εθνών μέσω του lobbying, τα οποία κινούνται μεταξύ θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης και που η κοινή γνώμη ως συνήθως δεν ξέρει που βρίσκεται το σωστό ή το λάθος.
Το χρήμα έχει μια παρόμοια «τρισυπόστατη» οντότητα, όπως την αντίστοιχη τρισδικότητα του Χέγκελ, λειτουργώντας ως μέσο ανταλλαγής, ως μονάδα μέτρησης, και ως αξία.
Όπως ο Μάρξ σημειώνει στο Κεφάλαιο τις βασικές λειτουργίες του χρήματος: α) θησαυρισμός β) μέσο πληρωμής γ) παγκόσμιο χρήμα.
Όταν το χρήμα α) θησαυρίζεται, μετατρέπεται από νόμισμα σε χρήμα, από αεικίνητο που είναι στην διαδικασία της κυκλοφορίας και της ανταλλαγής των προϊόντων, γίνεται ακίνητο, «θησαυρός», τοποθετημένο-αποταμιευμένο έξω από την κυκλοφορία. Ως β) μέσο πληρωμής, το χρήμα βοηθά στην διεκπεραίωση των συναλλαγών στην βάση μιας κοινής, καθολικά αποδεκτής μονάδας μέτρησης. Τον ρόλο αυτό τον έπαιξαν από την αρχαιότητα ο χρυσός και το ασήμι ή και άλλα μέταλλα, κυρίως λόγω της ευκολίας με την οποία αυτά υποδιαιρούνται σε μικρότερες μονάδες (και ως εκ τούτου μεταφέρονται εύκολα) και λόγω της δυσκολίας με την οποία αυτά φθείρονται. Ως γ) παγκόσμιο χρήμα, το χρήμα έχει μια ύπαρξη απολύτως σύστοιχη με την έννοιά του, δηλαδή αποτελεί ολοκληρωτικά μέτρο των αξιών των εμπορευμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο, υπερβαίνοντας τα εθνικά νομίσματα, σε επίπεδο δηλαδή παγκόσμιας εμπορευματοχρηματικής κυκλοφορίας. Στην εποχή του Μάρξ χρησιμοποιούνταν ως καθολικώς αποδεκτό παγκόσμιο χρήμα ο χρυσός και το ασήμι. «Το παγκόσμιο χρήμα λειτουργεί σαν γενικό μέσο πληρωμής, σαν γενικό αγοραστικό μέσο, και σαν απόλυτη κοινωνική υλοποίηση του πλούτου γενικά (universal wealth)» έγραφε.
Το χρήμα ανέκαθεν είναι η ορατή θεότητα: η μεταμόρφωση όλων των ανθρώπινων και φυσικών ιδιοτήτων στα αντίθετά τους, η καθολική ανατροπή και παραμόρφωση όλων των πραγμάτων. Ενώνει μεταξύ τους τα πιο απίθανα πράγματα, όπως ο Σαίξπηρ λέει στο έργο του «Τίμων ο Αθηναίος»:
«Χρυσάφι; Κατακίτρινο, αστραφτερό, πολύτιμο χρυσάφι; Όχι, Θεοί, νωθρός δεν είμαι εγώ πιστός! … Τόσο χρυσάφι θα κάνει άσπρο το μαύρο, άσχημο τ’ όμορφο, σωστό το λάθος, σπουδαίο το χυδαίο, νέο το παλιό, γενναίο το δειλό… Μα, τι; Αυτό θα σας αρπάξει παπάδες κι υπηρέτες, θα τραβήξει το μαξιλάρι κάτω απ’ τα κεφάλια των καθωσπρέπει ανθρώπων. Αυτός ο κίτρινος σκλάβος φτιάχνει και παύει νόμους, ενόχους αθωώνει, κάνει ευλογία την ευλογιά, παίρνει τους κλέφτες και τους δίνει αξία, υπόληψη και λόγο προεστού. […]Ε,[…] πόρνη της ανθρωπότητας, εσύ που κάνεις να σπαράζονται οι όχλοι των εθνών».
Αυτή η δυναμική του χρήματος, στην οποία το «γίγνεσθαι» και οι «εναλλαγές εν τω χρόνω» δεν είναι παρά στιγμιότυπα μιας όλης διαδικασίας η οποία στην ολότητα της μόνο είναι το μοναδικό αληθινό και που χαρακτηρίζει δυστυχώς όλη την πραγματικότητα που ζούμε.
