Win-win-win papakonstantinidis model: Αγοραστική δύναμη και Αυτοοργάνωση

[χρόνος ανάγνωσης 18 λεπτά και 12 δευτ.]

Λεωνίδας Α. Παπακωνσταντινίδης
Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας

Εισαγωγή

Μια καλοντυμένη κυρία πλησιάζει μια γριούλα που πουλούσε αυτά προς 0,50 ευρώ το ένα Της ζητά να αγοράσει 6 αυγά και της δίνει 2,50 ευρώ

Η γριούλα –που δεν είχε να φάει- αποδέχεται το ποσό αυτό, έστω και χάνοντας  την αξία του ενός αυγού

Το βράδυ, η καλοντυμένη κυρία πήρε τη παρέα της και πήγε σε ένα νυκτερινό κέντρο για να διασκεδάσει

Πλήρωσε 400 ευρώ  και επιπλέον έδωσε και άλλα 100 ευρώ στο γκαρσόνι που τους εξυπηρέτησε και που δεν ζήτησε αυτά τα χρήματα, ενώ αντίθετα με τον τρόπο της, η γριούλα ήθελε τα 0,50 ευρώ για την αξία του 6ου αυγού που πούλησε στη καλοντυμένη κυρία

Είναι φανερό ότι συνήθως κάνουμε κατάχρηση της αγοραστικής δύναμης που διαθέτουμε σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή απέναντι στον αδύναμο  «υποτιθέμενο αντίπαλο» μιας οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης

Το παράδειγμα δεν δείχνει μόνο αυτό. Δείχνει επιπλέον πως εργαλειοποιούμε την αγοραστική μας δύναμη για την επίδειξη πλούτου

Δείχνει ακόμα περισσότερο το πώς είμαστε προσκολλημένοι στο εγώ μας, με ένα τρόπο καταλυτικό απόλυτο σε μια κατεύθυνση:  τη κατεύθυνση να κατασπαράξουμε, να ταπεινώσουμε  τον “αντίπαλο” μέσα στη διαπραγμάτευση, χωρίς καμιά ενσυναίσθηση

Βιβλιογραφία

Κάθε θεωρητικό σύστημα και πολύ περισσότερο κάθε επιστήμη ορίζεται κατ’ αρχάς σε αναφορά με το αντικείμενό της, το οποίο έχει υπόσταση εννοιακή-θεωρητική, δηλαδή δεν δίνεται άμεσα από την εμπειρία, αλλά συγκροτείται θεωρητικά, στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου εννοιακού-θεωρητικού πεδίου..

Η Πολιτική Οικονομία αποκτά αυτοτελή θεωρητική συγκρότηση, δηλαδή εγκαθιδρύεται αμετάκλητα ως μία ιδιαίτερη θεωρητική περιοχή, που συμβατικά ονομάζεται «οικονομική επιστήμη», με την έκδοση του Πλούτου των Εθνών (An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations)[1] του Adam Smith, το 1776.. 

Η πρώτη αποδίδει ένα νέο, ένα οικονομικό, περιεχόμενο στη «φύση του ανθρώπου», «φύση» από την οποία όλες οι ανθρωπολογικές θεωρητικές προσεγγίσεις και βεβαίως η (ως σήμερα) κυρίαρχη πολιτική και ηθική φιλοσοφία συνάγουν το πλαίσιο ερμηνείας των κοινωνικών σχέσεων. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Smith, η «φύση του ανθρώπου» συνίσταται στην «τάση για δοσοληψία και ανταλλαγή ενός πράγματος με ένα άλλο» (Smith 1981, I.ii.5, σελ.. 28). Με τον τρόπο αυτό ο «άνθρωπος» έχει κατά κύριο λόγο οικονομική υπόσταση, είναι «homo economicus», η «φύση» του είναι η οικονομική συναλλαγή και το «εμπόριο».

Από αυτή την «ανθρώπινη φύση» συνάγει ο Smith μια θεωρία κοινωνικοποίησης, που δεν είναι άλλη από τη θεώρηση του καταμερισμού εργασίας, αλλά και την ανάλυση για τη βέβαιη οικονομική πρόοδο της κοινωνίας. Είναι προφανές, ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ανθρωπολογική φιλοσοφική θεώρηση (η θεωρία της κοινωνίας θεμελιώνεται σε υποθέσεις αναφορικά με τη «φύση του ανθρώπου») και για μια ατομιστική κοινωνική προσέγγιση (η κοινωνία θεωρείται ως το άθροισμα των ατόμων που την αποτελούν, η κοινωνική πρόοδος προκύπτει ως «διανυσματική» συνισταμένη της προόδου των ατόμων), αλλά ότι για πρώτη φορά η κοινωνία (όπως και το άτομο) αποκτά ένα οικονομικό κυρίως χαρακτήρα (Moss 1996, Parts IV & VI), με την υιοθέτηση μιας νέας «φύσης του ανθρώπου» (ο άνθρωπος-έμπορος).

Σύμφωνα, με τον Smith, η «φύση του ανθρώπου» συνίσταται στην «τάση για δοσοληψία και ανταλλαγή ενός πράγματος με ένα άλλο» (Smith 1981, I.ii.5, σελ.. 28). Με τον τρόπο αυτό ο «άνθρωπος» έχει κατά κύριο λόγο οικονομική υπόσταση, είναι «homo economicus», η «φύση» του είναι η οικονομική συναλλαγή και το «εμπόριο». Από αυτή την «ανθρώπινη φύση» συνάγει ο Smith μια θεωρία κοινωνικοποίησης, που δεν είναι άλλη από τη θεώρηση του καταμερισμού εργασίας.

Έτσι, προκύπτει η δεύτερη φιλοσοφική-ιδεολογική παραδοχή του Smith, που αποτελεί συμπλήρωμα της πρώτης. Ο Smith θεωρεί τις οικονομικές διαδικασίες ως την κινητήρια δύναμη της όλης κοινωνικής εξέλιξης και υποστηρίζει συνακόλουθα ότι η οικονομική βαθμίδα της κοινωνίας διέπεται από αυτοφυείς λειτουργίες, οι οποίες υπερβαίνουν την ρυθμιστική εξουσία της δημόσιας αρχής

Είναι προφανές, ότι θέσεις αυτού του τύπου δεν θα μπορούσαν να έχουν υιοθετηθεί από διανοητές άλλων ιστορικών εποχών, όπως π.χ. της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, δηλαδή πριν την επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, με την τυπική γι’ αυτές σχετική «αυτονόμηση» της οικονομικής βαθμίδας της κοινωνίας 

Από τη φυσική τάση του ανθρώπου για δοσοληψία και ανταλλαγή, μέχρι τη κατάχρηση με τόσο ωμό τρόπο της αγοραστικής δύναμης και ακόμα παραπέρα της επίδειξης πλούτου με επίκεντρο την αγοραστική δύναμη, δείχνει το μέγεθος της εντροπίας, της αταξίας οφειλόμενης στη  τεράστια ,σταδιακή και διαχρονική απόκλιση από το ΜΕΤΡΟΝ (measure) στη ζωή μας

Ο Καρλ Μαρξ  ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την Πολιτική Οικονομία στα κείμενά του της περιόδου 1843-44.O Μαρξ θεωρεί την οικονομία ως τον τόπο όπου λαμβάνει χώρα η «αλλοτρίωση» του ανθρώπου και ασκεί κριτική στη Πολιτική Οικονομία  . Η διαδικασία της αλλοτρίωσης, κατά την οποία το αντικείμενο (το προϊόν της ανθρώπινης πρακτικής) μετατρέπεται σε κεφάλαιο και κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, μετατρέποντας έτσι και τον ίδιο τον άνθρωπο σε αντικείμενο-εμπόρευμα (μισθωτή εργασία), δημιουργεί την οικονομία της ατομικής ιδιοκτησίας.

Η μαρξιστική θεωρία συνιστά μια τομή στην ιστορία των οικονομικών θεωριών, αλλά και γενικότερα στην ιστορία των ιδεών και των «επιστημών», που έχουν ως αντικείμενο το κοινωνικό γίγνεσθαι.

•        Έρχεται σε ρήξη με τις ανθρωπολογικές φιλοσοφικές αρχές, πάνω στις οποίες οικοδομούνται παραδοσιακά η Πολιτική Οικονομία και οι κοινωνικές επιστήμες.

•        Συγκροτεί ένα νέο θεωρητικό χώρο, που διακρίνεται από ένα ιδιαίτερο σύστημα εννοιών.

•        Αποτελεί κριτική των κοινωνικών σχέσεων

Σύμφωνα με το Γιάννη Μηλιό , με την έννοια αυτή, η μαρξιστική θεωρία βρίσκεται σε μια θέση αντιπαλότητας και θεωρητικής διαμάχης (κριτικής) με τα συστήματα ιδεών που πηγάζουν από την καθεστηκυία κοινωνική τάξη πραγμάτων, την οποία και επιχειρούν να «δικαιώσουν».

Αγοραστική δύναμη

Εκφράζει την ποσότητα προϊόντων που μπορεί κάποιος να αποκτήσει με μία χρηματική μονάδα σήμερα, σε σχέση με την ποσότητα που μπορούσε να αποκτήσει σε κάποιο παλιότερο έτος βάσης. Αγοραστική δύναμη (market Force) είναι η ικανότητα ενός μόνο οικονομικού παράγοντα, να επηρεάζει υπερβολικά τις τιμές της αγοράς..

Η αγοραστική δύναμη ή αγοραστική αξία του χρήματος ορίζεται ως το αντίστροφο του γενικού δείκτη τιμών. Δηλαδή Α.Δ.Χ. = 1/P, όπου P ο δείκτης τιμών. Εκφράζει την ποσότητα προϊόντων που μπορεί κάποιος να αποκτήσει με μία χρηματική μονάδα σήμερα, σε σχέση με την ποσότητα που μπορούσε να αποκτήσει σε κάποιο παλιότερο έτος βάσης.

Αγοραστική δύναμη (market force) είναι η ικανότητα ενός μόνο οικονομικού παράγοντα, να επηρεάζει υπερβολικά τις τιμές της αγοράς..

Στις μέρες μας, η «αγοραστική δύναμη» έχει ξεφύγει κατά πολύ από τον αρχικό επιστημονικό ορισμό της:

Σημαίνει “επιβολή” σημαίνει κυριαρχία των λίγων πάνω στους πολλούς


[1] Adam Smith (1776) An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations AMSTERDAM Ed. METALIBRI (2007)

Συνήθως έχουμε μια πλαστή αγοραστική δύναμη βασισμένη στο δανεισμό

Από αυτό το σημείο και πέρα, ανοίγουμε μια συζήτηση γύρω από το δανεισμό των καταναλωτών, των χωρών, κλπ

Η Rosa Luxemburg συγγράφει το βιβλίο Die Akkumulation des Kapitals (Συσσώρευση κεφαλαίου) (1913), σε μια περίοδο επέκτασης του καπιταλιστικού συστήματος σε διεθνές επίπεδο, σε όρους οικονομικής ανάπτυξης και γεωγραφικής επέκτασης. [1] Γράφοντας το «Η συσσώρευση του κεφαλαίου», η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε ως στόχο να οικοδομήσει μια ουσιαστική επιχειρηματολογία για να αντιπαραταχθεί στον προσανατολισμό υπέρ της αποικιοκρατίας και της ταξικής συνεργασίας μέσα στη σοσιαλδημοκρατία που τον καταπολεμούσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1890.

Στο βιβλίο της  αυτό, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αφιέρωσε ένα ολόκληρο κεφάλαιο για το ζήτημα των διεθνών δανείων, για να δείξει πώς οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις της εποχής χρησιμοποιούσαν τις πιστώσεις που χορηγούσαν οι τραπεζίτες τους στις χώρες της περιφέρειας, για να επιβάλλουν την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική τους κυριαρχία..

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ αποσαφηνίζει, στο βιβλίο της ότι τα δάνεια «αποτελούν τον πιο σίγουρο τρόπο για να μπορούν οι παλιές καπιταλιστικές χώρες να κρατούν υπό κηδεμονία τις νέες χώρες, να ελέγχουν τα χρηματοοικονομικά τους και να ασκούν πίεση στην εξωτερική, τη δασμολογική και την εμπορική τους πολιτική»

Η νέο-μαρξιστική σκέψη θέτει ως βάση την Θεωρία της Πρωταρχικής Συσσώρευσης του Marx,  που παίρνει κατά τον μεγάλο αυτό φιλόσοφο τη μορφή της «ληστρικής αρπαγής»,

 Αν ο κεφαλαιοκράτης ζούσε στον φανταστικό κόσμο της Απλής Αναπαραγωγής, τότε η αξία χρήσης θα ήταν ο άμεσος σκοπός του. Κάθε χρόνο θα έπαιρνε ακριβώς το ίδιο εισόδημα που θα κατανάλωνε μέχρι τελευταία πεντάρα Έτσι, όμως, γίνεται στο παράδειγμα της Απλής Αναπαραγωγής μια «αφαίρεση» που είναι η ουσιαστικότερη: εκείνη της φροντίδας του κεφαλαιοκράτη να μεγαλώνει συνεχώς και με κάθε μέσο το κεφάλαιό του. Μόνο τότε μια χρηματική αξία μετατρέπεται σε «κεφάλαιο», όταν αυτή μπορεί να γεννοβολήσει μια  πρόσθετη αξία (ο Marx την ονομάζει «υπεραξία» και προκύπτει μέσα  από την κυκλοφορία εμπορευμάτων, δηλαδή  Χ-Ε-(Χ+x) , όπου «Χ» η αρχική αξία και (Χ+x) η τελική) Η διαδικασία συνεχούς αύξησης του κεφαλαίου μέσα από πρόσθετες υπεραξίες- γνωστή ως «συσσώρευση» αποτελεί την κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο κεφαλαιοκράτης συμμερίζεται  με τον αποθησαυριστή (εκείνον που απλά μαζεύει χρήματα και τα αποθηκεύει) την απόλυτη τάση πλουτισμού. Αυτό, όμως, που στον αποθησαυριστή εμφανίζεται ως «ατομική μανία», για τον κεφαλαιοκράτη είναι αποτέλεσμα του «κοινωνικού μηχανισμού και ο ίδιος δεν είναι παρά ένας από τους τροχούς του.. Η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής καθιστά αναγκαία τη διαρκή αύξηση του  κεφαλαίου, που είναι τοποθετημένο σε μια επιχείρηση  αναγκάζει να αυξάνει διαρκώς το κεφάλαιό του, για να τον διατηρήσει στο «παιχνίδι». Και αυτό, μόνο με την προοδευτική συσσώρευση επιτυγχάνεται.

Ο Marx υποστήριξε πως τα εμπορεύματα αυτά  ανταλλάσσονται μεταξύ των κεφαλαιοκρατών (γίνεται ο ένας πελάτης του άλλου), αφού η ενσωματωμένη στα εμπορεύματα υπεραξία προορίζεται για συσσώρευση Αν όλο και περισσότερα εμπορεύματα μένουν απούλητα, όλο και περισσότερο θα διευρύνεται ο κύκλος αυτός της ανταλλαγής μεταξύ των καπιταλιστών

Στην  «Διευρυμένη Αναπαραγωγή»  ένα μέρος των εμπορευμάτων μένει απούλητο, με  ενσωματωμένη την «υπεραξία»

Η σκέψη αυτή δεν ικανοποιεί τη Ρόζα Λούξεμπουργκ η οποία αμφισβητεί ανοικτά τον Μαρξ σε αυτό το σημείο

«Ενώ ο καθένας καπιταλιστής ξεχωριστά στο κύκλο της ανταλλαγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεγαλώνει το ατομικό του κεφάλαιο (μέσω των υπεραξιών)δεν συμβαίνει το ίδιο για ολόκληρη τη τάξη των καπιταλιστών (αφού ο ένας τρώγει τις σάρκες του άλλου) Άρα, για να αποκτηθεί υπεραξία που θα μεγαλώνει το κεφάλαιο για ολόκληρη τη τάξη των καπιταλιστών, θα πρέπει- κατά τη Λούξεμπουργκ-η κυκλοφορία των εμπορευμάτων να ξεπεράσει την εσωτερική αγορά και να επεκταθεί σε νέες αγορές προ-καπιταλιστικής δομής, εκεί δηλαδή που δεν έχει ακόμα εισέλθει ο καπιταλισμός και η χώρα δεν έχει ενσωματωθεί στο σύστημα. Έτσι όμως, κατακτώντας κάθε φορά νέες αγορές, φτάνουμε σε ένα παγκόσμιο σύστημα που λειτουργεί μέσα από μια παγκόσμια αγορά (Ιμπεριαλισμός)[2]. Μη έχοντας που αλλού να διαθέσει τα πλεονάσματα, ο καπιταλισμός κάποια στιγμή θα φτάσει σε κατάσταση Στασιμότητας και θα καταρρεύσει, αφού σταματά η επέκταση που συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο του καπιταλισμού (δηλαδή της συσσώρευσης του κεφαλαίου)

Επομένως η βασική τάση του ιμπεριαλισμού είναι η συνεχής αναζήτηση νέων αγορών για την πώληση του πλεονάσματος και την πραγματοποίηση όλο και μεγαλύτερης υπεραξίας που συμβάλλει στο σχηματισμό κεφαλαίου. Κατά συνέπεια, το όλο πρόβλημα ανάγεται, τώρα σε μια καινούργια μορφή ανάλυσης:  εκείνη της μελέτης διείσδυσης του συστήματος σε κοινωνίες προ-καπιταλιστικής δομής και από κει  και πέρα στην διαδικασία καταστροφής, απορρόφησης και τελικά ενσωμάτωσης στη δική του λειτουργία, κάτι που εκτιμάται πως ερμηνεύει αποφασιστικά την αναπαραγωγή του περιφερειακού προβλήματος σε ολονέν οξύτερη μορφή[3]Το «παράδοξο» της ιστορίας είναι πως και ο «καπιταλιστής» εγκλωβίζεται μέσα στο σύστημα, καθώς είναι δέσμιος της ανάγκης να συσσωρεύει διαρκώς, όλο και περισσότερο, άλλως θα περιπέσει σε στασιμότητα και κατάρρευση

Στην αρχή, ο καπιταλισμός έρχεται σε  επαφή με κοινωνίες προ-καπιταλιστικής δομής (φυσικές οικονομίες) , με στόχο την απόκτηση πλεονεκτήματος, είτε  ελέγχου πάνω στις πλουτοπαραγωγικές του πηγές (βλ πετρέλαια, Μ. Ανατολή) είτε ακόμα απόκτησης «φτηνού εργατικού δυναμικού» Η πρώτη προσέγγιση μπορεί να είναι «οικονομική» Στη δεύτερη φάση επιδιώκεται ανάπτυξη διμερών ή πολυμερών εμπορικών σχέσεων ανάμεσα στην αναπτυγμένη και την κοινωνία ή τις κοινωνίες προ-καπιταλιστικής δομής  Είναι το στάδιο εκείνο στο οποίο η αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα χρησιμοποιεί την ανώτερη τεχνολογία της και τεχνογνωσία,   ακόμα και κεφάλαιο, προκειμένου να «στήσει γέφυρες» με την προ-καπιταλιστική κοινωνία και να εδραιώσει την θέση  της  σε αυτή. Θέτει όλους τους μηχανισμούς διείσδυσης σε ετοιμότητα, με «πολιορκητικό κριό» το εμπορικό κεφάλαιο.

Η εξαγωγή κεφαλαίων στην προ-καπιταλιστική χώρα συνιστά το πιο πειστικό επιχείρημα. Η ανάληψη μεγάλων έργων (λιμάνια, οδικό δίκτυο, τηλεπικοινωνίες)  εντάσσεται στους μηχανισμούς να πεισθεί η φτωχή χώρα , να ενδώσει στη διείσδυση, που στη φάση αυτή γίνεται με τρόπο ειρηνικό

Σε ένα επόμενο στάδιο και όταν αυτές οι «φιλικές» ειρηνικές   προσπάθειες αποτύχουν, επιστρατεύεται η στρατιωτική βία:  Βοσνία, Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Σουδάν, Ιράκ , Αφγανιστάν, είναι μερικές από τις πρόσφατες , «μη φιλικές διεισδύσεις»

Το τελικό στάδιο είναι το  στάδιο καταστροφής της εγχώριας βιομηχανίας-βιοτεχνίας, της απορρόφησης όλων των πόρων της περιοχής και τελικά της ενσωμάτωσης στη δική του λειτουργία, μέσα από την εξάρτηση (σχέση μητρόπολης-δορυφόρου) Το τοπικό εργατικό δυναμικό, μέσω μιας υψηλότερης  αποδοτικότητας (άρα και μισθών) κυριολεκτικά «μετακομίζει» από έναν παραδοσιακό τρόπο παραγωγής, στην καθαρά βιομηχανική μαζική παραγωγή των εργοστασίων που γίνονται στο όνομα του εκσυγχρονισμού των κοινωνιών αυτών (αν και η ιδέα αυτή επικρίθηκε, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη τους δυαδισμούς που προϋπάρχουν στις κοινωνίες αυτές)

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ξεκινάει από τη διαπίστωση, που την έκανε και ο Μαρξ σε κείμενά του ότι επεκτεινόμενος ο καπιταλισμός καταστρέφει τις παραδοσιακές δομές των προκαπιταλιστικών κοινωνιών που κατακτάει στην αποικιακή του φάση.

Σε σχέση με την αποικιακή καταλήστευση, αξίζει να παραπέμψουμε στον Μαρξ του «Κεφαλαίου»:

Ο Μαρξ περιγράφει την καταστροφή των παραδοσιακών υφαντουργείων στην Ινδία από την ίδια τη βρετανική αποικιακή επέκταση. Επίσης αναλύει την καταστροφή των μη καπιταλιστικών σχέσεων που υπήρχαν στην Ευρώπη πριν από τη μαζική επέκταση της μισθωτής εργασίας. Αλλά, όταν φτάνει στη διευκρίνιση των νόμων λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος, θέτει ως προϋπόθεση ότι ο καπιταλισμός κυριαρχεί πλήρως στο σύνολο των παραγωγικών σχέσεων και ότι έχει ήδη πλήρως καταστρέψει ή/και απορροφήσει τους προκαπιταλιστικούς τομείς.

Αυτό που είναι ιδιαίτερα γόνιμο με τη μέθοδο της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι η τεράστια κριτική της ικανότητα και η θέλησή της να βάλει τη θεωρία στην κρίση της πρακτικής. Εμπνέεται από τον Καρλ Μαρξ εκφράζοντας μια θεμελιώδη συμφωνία μαζί του, αλλά αυτό δεν την εμποδίζει από το να θέσει σε αμφισβήτηση, δικαίως ή αδίκως, ορισμένα από τα συμπεράσματά του.

Κατά τον Μηλιό , αν πάρουμε το παράδειγμα των λατινοαμερικάνικων χωρών που κατέκτησαν την ανεξαρτησία τους, κατά τη δεκαετία του 1820, από την ισπανική αυτοκρατορία, παρατηρούμε ότι εισήγαγαν μαζικά βιομηχανικά προϊόντα, κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία, δύναμη από τους τραπεζίτες της οποίας σύναψαν διεθνή δάνεια για να κάνουν αυτές τις αγορές. Οι κυβερνήσεις των λατινοαμερικάνικων χωρών που έπαιρναν τα δάνεια αυτά από τους τραπεζίτες του Λονδίνου ξόδευαν το μεγαλύτερο μέρος των δανείων αυτών στη βρετανική αγορά αγοράζοντας κάθε είδους εμπορεύματα (στρατιωτικό υλικό από όπλα ώς στολές, αγαθά εξοπλισμού για την εξορυκτική τους βιομηχανία ή τη γεωργία τους, πρώτες ύλες). Κατόπιν, για να αποπληρώσουν τα διεθνή τους δάνεια, τα χρεωμένα κράτη προσφεύγανε σε νέα δάνεια, με τα οποία και αποπλήρωναν τα προηγούμενα δάνεια και τους επέτρεπαν να εισάγουν ακόμα περισσότερα βιομηχανικά αγαθά από τη Μεγάλη Βρετανία ή από άλλες πιστώτριες δυνάμεις

Ο άγγλος πρόξενος στη Λα Πλάτα της Αργεντινής, ο Woodbine Parish, έγραφε σε σχέση με έναν gaucho (βοσκό) στην αργεντίνικη pampa: «Πάρτε όλα του τα ρούχα, εξετάστε ό,τι τον περιβάλει και, αν εξαιρέσουμε μερικά δερμάτινα αντικείμενα, τί έχει που να μην είναι εγγλέζικο; Αν η γυναίκα του φοράει φούστα, τότε κατά 99% αυτή έχει φτιαχτεί στο Μάντσεστερ. Η κατσαρόλα με την οποία μαγειρεύει, τα πορσελάνινα πιάτα με τα οποία τρώει, το μαχαίρι του, τα σπιρούνια του και το χαλινάρι στο άλογό του, το ίδιο το poncho που φοράει, όλα έρχονται από την Αγγλία»[4]

Μια win-win-win πρόταση: Αυτοοργάνωση

Αυτο-οργάνωση

Η αυτοοργάνωση, που ονομάζεται επίσης αυθόρμητη τάξη στις κοινωνικές επιστήμες, είναι μια διαδικασία όπου κάποια μορφή συνολικής τάξης προκύπτει από τοπικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ τμημάτων ενός αρχικά διαταραγμένου συστήματος.

Η οργάνωση που προκύπτει είναι πλήρως αποκεντρωμένη, κατανεμημένη σε όλα τα στοιχεία του συστήματος. Ως εκ τούτου, ο οργανισμός είναι συνήθως εύρωστος και ικανός να επιβιώσει ή να επισκευάσει μόνος του σημαντικές διαταραχές. Η θεωρία του χάους συζητά την αυτοοργάνωση με όρους νησιών προβλεψιμότητας σε μια θάλασσα χαοτικής απρόβλεπτης κατάστασης.

Ένα βήμα πριν

Η στιγμιαία διέγερση αντανακλαστικών αυτοοργάνωσης (μετά από γεγονός, ανάγκη, θέμα)

Η μετεξέλιξη της αυτοοργάνωσης σε σημαντική  νέα πληροφορία, ως αφήγηση 

Εξέλιξη της πληροφορίας σε ευαισθητοποίηση

Η ευαισθητοποίηση είναι μια μη συσχετιστική διαδικασία μάθησης στην οποία η επανειλημμένη χορήγηση ενός ερεθίσματος έχει ως αποτέλεσμα την προοδευτική ενίσχυση μιας απόκρισης. Η ευαισθητοποίηση συχνά χαρακτηρίζεται από την ενίσχυση της απόκρισης σε μια ολόκληρη κατηγορία ερεθισμάτων επιπλέον εκείνης που επαναλαμβάνεται. Για παράδειγμα, η επανάληψη ενός επώδυνου ερεθίσματος μπορεί να προκαλέσει μια πιο απόκριση σε ένα δυνατό θόρυβο.

Εισαγωγή της πληροφορίας-ευαισθητοποίησης στους κατοίκους ενός οριοθετημένου χώρου

Μετεξέλιξη ασύμμετρης γειτονίας σε συμμετρική, αρμονική , βιολογική κοινωνία (ιδιαίτεροι κώδικες εμπιστοσύνης συμπεριφοράς, αυτογνωσίας, πίστης)[5]

Αρχή 3-win (win-win-win papakonstantinidis)

Σε κάθε διαπραγμάτευση/ δι-αντίδραση υπάρχουν βασικά τρία– ξεχωριστά δρώντα πρόσωπα μερικές φορές κρυμμένα, όπως για παράδειγμα η κοινωνική συνοχή, το παζάρι, το Σχολείο , το Περιβάλλον, η Πολιτική,

(πχ, Άνθρωποι- Αρχές- Καταναλωτές : PAC …, Δάσκαλοι-Μαθητές-Γονείς: TSP, Κοινωνική Συνοχή…) καθένα από τα οποία προσπαθεί να κερδίσει, υιοθετώντας μικτές στρατηγικές, (win-win-win  θέσεις  αντί των συνηθισμένων win-win

Και τα  τρία είναι απολύτως απαραίτητα για την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης (είτε με συμφωνία είτε με διαφωνία) Κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα  διαθέτει  – από την ίδια τη διαπραγμάτευση – ένα σημείο διαφωνίας (ή αλλιώς μια απειλή  εναντίον  πιθανής συμφωνίας των άλλων δύο και όχι απειλή 1-1 αντίστοιχα

Αυτή η παρατήρηση καθιστά τη διαφωνία κορυφαία διαδικασία Δημοκρατίας, συνεργασίας και κοινωνικής ευημερίας,  όσο η διαδικασία ευαισθητοποίησης  προχωρά προς την ελαχιστοποίηση  των διαφορών

Η διαφορά του win-win-win  σε σχέση με το win-win

To Υπόδειγμα win-win

Η δι-αίσθηση κερδοφόρου αποτελέσματος : βασίζεται στο πότε νιώθουν οι δύο πλευρές μιας διαπραγμάτευσης ότι έχουν κερδίσει. Δεδομένου ότι και οι δύο πλευρές επωφελούνται από ένα τέτοιο σενάριο, τυχόν αποφάσεις της σύγκρουσης είναι πιθανόν να γίνουν αποδεκτές οικειοθελώς. Η διαδικασία της ολοκληρωμένης διαπραγμάτευσης στοχεύει στην επίτευξη, μέσω της συνεργασίας, κερδοφόρων αποτελεσμάτων

Το Υπόδειγμα win-win-win

To “win- win- win papakonstantinidis” μπορεί να θεωρηθεί επέκταση του μοντέλου win-win. Όχι μόνο όταν κάθε πλευρά μιας διαφοράς αισθάνεται ότι έχει κερδίσει, αλλά ακόμη περισσότερο οι δύο πλευρές θεωρούν ότι η δική τους κοινότητα έχει επίσης κερδίσει, στο πλαίσιο μιας κοινωνικής σύμβασης μεταξύ τους (ηθική σύμβαση, πέρα από την αυστηρή ερμηνεία της το νόμο: αυτό είναι το όριο της διαδικασίας ευαισθητοποίησης προς την απόλυτη κοινωνική συνοχή – το “σημείο των αγγέλων”

Στο παρακάτω σχήμα οι 3 κύκλοι αντιπροσωπεύουν τη χρησιμότητα

Ι.   για τον ίδιο- ατομικισμός

ΙΙ.  για τον άλλο διαπραγματευτή –ενσυναίσθηση και

ΙΙΙ. για τη κοινότητα στο σύνολό της –κοινοτισμός

Τα τρία σημεία επαφής των κύκλων ανά δύο Α,Β,Γ αντιπροσωπεύουν τη μέγιστη χρησιμότητα(max utility)  ανά δύο, επειδή σε εκείνα τα σημεία, η οριακή τους χρησιμότητα ανά δύο είναι ακριβώς μηδέν, λόγω εφαπτομένης


[1] Γιάννης Μηλιός (1997) Τρόποι Παραγωγής και  Μαρξιστική Ανάλυση Εκδότης.Ελληνικά Γράμματα Σειρά                        Κριτική Διεπιστημονική Βιβλιοθήκη

[2] – Ρόζα Λούξεμπουργκ “Ιμπεριαλισμός: To Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού” Εκδόσεις Δωρικός Αθήνα, 1970

[3] Λεωνίδας Α. Παπακωνσταντινίδης (2005) Στρατηγική της Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης εκδ ΤΥΠΩΘΗΤΩ ΔΑΡΔΑΝΟΣ- Αθήνα, 2005 –σελ.281 επ.

[4] Γιάννης Μηλιός (1997) Τρόποι Παραγωγής και  Μαρξιστική Ανάλυση …Εκδότης       Ελληνικά Γράμματα Σειρά-Κριτική Διεπιστημονική Βιβλιοθήκη

[5] Papakonstantinidis LA(2012/ Jan) “The intermediate Community: A behavioral/ Bargaining Approach, for Conflict Resolution at the Local Level/ Bayesian Analysis International Journal of Research in Commerce It and Management” I.J.R.C.M

Οι συνέπειες αυτής της τριπλής επαφής στο τρίτο (μεγάλο) κύκλο του «κοινοτισμού» το αποτύπωμα φαίνεται στη ΔΕ (διάμετρος) που είναι το μεγαλύτερο ευθύγραμμο τμήμα στον κύκλο, η μεγαλύτερη προσδοκία του win-win-win

Φέρω ΡΕ και ΡΔ όπου Ρ το κέντρο του κύκλου (ΒΓΕ).

Τότε λόγω των ισοσκελών τριγώνων και κατακορυφήν γωνιών έχουμε

γων Ε=1 = 2=3=4=φ

Συνεπώς ΡΕ//ΑΝ//ΜΝ (α) Όμοια ΡΔ//ΑΜ//ΜΝ (β)

Από α,β — > ΡΕ , ΡΔ αντικείμενες ημιευθείες δια του κέντρου Ρ , συνεπώς

 ΔΕ =ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι μεγιστοποιείται το win-win-win αποτέλεσμα  στο τρίτο κύκλο του κοινοτισμού, ή αλλιώς, αν x  είναι η προσδοκία της χρησιμότητας του ατομικισμού, y η προσδοκία της χρησιμότητας της ενσυναίσθησης και  [100-xy]  η προσδοκία της χρησιμότητας του κοινοτισμού , τότε,  για μεν τη διανεμητική διαπραγμάτευση (το παιχνίδι της μοιρασιάς) είναι

Πίνακας 1

Πρόταση Παπακωνσταντινίδη

 Μοιρασιά μεταξύ  “A , “B” and “C”

Η ΜΟΙΡΑΣΙΑ-πιθανότητες-Μη συνεργατικά παίγνια

‘Pareto Efficiency’

Pareto efficiency, also known as “Pareto optimality,” is an economic state where resources are allocated in the most efficient manner, and it is obtained when a distribution strategy exists where one party’s situation cannot be improved without making another party’s situation worse. Pareto efficiency does not imply equality or fairness.

Η δε ολοκληρωμένη Διαπραγμάτευση win-win-win

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΣΕ ΟΡΟΥΣ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ ΙΔΕΑΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Σε μια Δημοκρατική Κοινωνία γίνεται φανερό ότι,

u=χρησιμότητα

d=διαφωνία

Το μέγιστο όφελος για τη κοινωνία είναι:

Ή, σε όρους απειλής διαφωνίας:

Σε μια ποιητική έκφραση, οι άνθρωποι πρέπει να θέσουν υψηλότερους στόχους, σε κάθε αλληλεπίδραση – διαπραγμάτευση για να μπορούν να εκφράσουν τη διαφωνία τους, σε κάποιο σημείο ή σημείο απειλής διακοπής της διαπραγμάτευσης

σε μια ακόμη πιο ποιητική έκφραση, οι άνθρωποι πρέπει να αρχίσουν ξανά να ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή ξανά – ένα από τα σημάδια της παγκοσμιοποίησης είναι να ισοπεδώνουμε τα πάντα για στιγμιαία ευφορία

αλλά έτσι και οι άνθρωποι έχουν πάψει να ονειρεύονται… Οι σχέσεις, οι προσδοκίες, τα προϊόντα, ακόμη και τα μακροχρόνια προϊόντα (έπιπλα-κουζίνες κ.λπ.) ακόμη και οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων και οι σχέσεις μεταξύ τους έχουν γίνει όλες στιγμιαίες[1]

Η βαθιά πληγή της παγκοσμιοποίησης είναι η μετατροπή των πάντων από σταθερό σε στιγμιαίο

Οι άνθρωποι πρέπει να αποδεχτούν αυτό το «στιγμιαίο σημείο», χωρίς ιστορία, μέλλον και χωρίς όνειρα Ο Ignatius Ramonet υποστηρίζει -και όχι άδικα- «…το παρελθόν – παρόν και το μέλλον έχει στριμωχτεί στο στιγμιότυπο τώρα, στην υπέρτατη στιγμή της ιστορίας… … όλα φτιαγμένα από το εργοστάσιο ευχών . «- 1000 ψυχρά «ΟΧΙ» για ένα συναισθηματικό «ΝΑΙ» Μπουσκάλια[2]

Φυσικά, κάθε πολίτης έχει (τουλάχιστον θεωρητικά) δικαίωμα βέτο

Αυτοοργάνωση

Βασισμένη πάνω σε αυτές τις γενικές Αρχές καταθέτουμε την πρόταση της αυτοοργάνωσης, που θα μπορούσε να στηρίξει τη γενεσιουργό αιτία πολλών εγχειρημάτων ανά τον κόσμο

Κοινός παρονομαστής της ποικιλίας των εγχειρημάτων και συλλογικοτήτων δεν υπάρχει[3] Συνυπάρχει το αυθόρμητο, η αυτενέργεια, η από κάτω προς τα πάνω κίνηση,  η άμεση και έμμεση αντιπροσώπευση, και τα ενδιάμεσα στάδια αυτών Όμως, ο συνδετικός κρίκος όλων αυτών είναι η συλλογικότητα που αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα κάθε διεκδίκησης

Άμεση Δημοκρατία, Αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση, αυτοκυβέρνηση, συλλογική διαχείριση, αυτοδιοίκηση  είναι λέξεις με την ίδια περίπου έννοια

Αν και η κάθε μία από αυτές τις λέξεις διαφέρει από την άλλη, εκφράζουν ίδιο νόημα που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκαν και συμβολίζουν το μέσο, που είναι η μορφή της συλλογικής οργάνωσης Αυτή η συλλογική οργάνωση αποφασίζει ότι επιδιώκει κάποιους σκοπούς για την κάλυψη των αναγκών της

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η χρήση, κατοχή, διανομή μέρους ή του συνόλου των υλικών και άυλων  αγαθών που διεκδικεί η οργανωμένη κοινότητα Οι παραπάνω λέξεις δεν αποτελούν πανάκεια Ο Καναδός Καθηγητής Μ. Λέμποβιτς γράφει «Αυτό που λέγεται αυτοδιαχείριση στη Βενεζουέλα είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που λέγεται αυτοδιαχείριση στη Γερμανία.. Εκεί είναι ένας τρόπος να ενσωματωθούν εργάτες στα σχέδια των καπιταλιστών Στη Βενεζουέλα η συν- διαχείριση ανοίγει το δρόμο για μια εναλλακτική λύση απέναντι στο καπιταλισμό[4] (Μάνος Σαριδάκης (2006) Η Βενεζουέλα χθες και σήμερα)

Το πιο σημαντικό παράδειγμα  δίνεται από  τη Χιλή

Στη Χιλή, έχοντας να κάνουμε με  έναν κρατικό γραφειοκρατικό καταπιεστικό σοσιαλισμό, το «σοσιαλισμός της αυτοδιαχείρισης» που επιτρέπει την ανεμπόδιστη διαρκή αυτορρύθμιση χωρίς αντιφάσεις και κρίσεις Οι ρίζες της αυτοδιαχείρισης στη Χιλή, είναι ιδεολογικής και πρακτικής φύσης[5] Από τη μια, η ιδεολογική εξέλιξη των διαφόρων πολιτικών σχηματισμών που υποστηρίζουν το σοσιαλισμό και από την άλλη, τα οράματα και οι πρακτικές του εργατικού κινήματος και οι κινητοποιήσεις του.

Για μια μακροχρόνια περίοδο, το χιλιανό εργατικό κίνημα ψάχνεται και διαμορφώνεται μέσα από σειρά άγριων αγώνων που στρέφονται ενάντια στην εκμετάλλευση της χώρας από τον ιμπεριαλισμό Αμερικανικός, Αγγλικός και Γερμανικός Ιμπεριαλισμός κατέχουν τις σπουδαιότερες πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας  νίτρο, χαλκό σίδηρος, μαγγάνιο και διεισδύουν σε όλες τις υπηρεσίες της χώρας Περιορισμένα στρώματα ντόπιας μπουρζουαζίας  συμμετέχουν σε μερικούς τομείς. Στη  χώρα με την υψηλότερη παιδική θνησιμότητα και το προσδόκιμο ζωής  στα 23 χρόνια, ιδρύεται μετά από χρόνια  το σοσιαλιστικό κόμμα, στη κατηγορία των κεντραριστικών σχηματισμών της Αριστεράς, υιοθετώντας συνθήματα της «Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών»

Το ζήτημα των δομικών μεταρρυθμίσεων που θα έβγαζαν τη Χιλή από την υπανάπτυξη και θα εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία της σε σχέση με τον ιμπεριαλισμό απασχόλησε τους ιδεολόγους της Χριστιανικής Δημοκρατίας, ιδιαίτερα τη περίοδο 1965-1970. Ο Sergio Molina στο έργο του «επανάσταση και ελευθερία» αναλύει διεξοδικά την έννοια της «συμμετοχής» διακρίνοντάς την από άλλες «θολές» ερμηνείες και προσδίδοντας σε αυτή τη βαθιά επιστημονική της σημασία Βεβαίως, έκτοτε η Χιλή προχωρούσε με 1 βήμα μπροστά, 2 βήματα πίσω, με φωτεινά παραδείγματα αλλά και οπισθοδρομήσεις

Φωτεινό παράδειγμα, η τριετία (1970-1973) Σαλβαντόρ Αγιέντε

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε (Salvador Guillermo Allende Gossens, 26 Ιουνίου 1908 – 11 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός ιατρός και πολιτικός, γνωστός ως ο πρώτος μαρξιστής που έγινε πρόεδρος χώρας μέσω ανοικτών εκλογών Υπηρέτησε ως Πρόεδρος της Χιλής από το 1970 έως το 1973, όταν ανατράπηκε με ένα πραξικόπημα (το οποίο είχε την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών) από τον Αουγούστο Πινοσέτ.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1970 πραγματοποιήθηκαν στη Χιλή οι πιο κρίσιμες προεδρικές εκλογές της ιστορίας της, καθώς για πρώτη φορά διαγραφόταν πιθανότατο το ενδεχόμενο να εκλεγεί πρόεδρος ο 62χρονος Σαλβαδόρ Αλιέντε, επικεφαλής της Λαϊκής Ενότητας, όπου συστεγάζονταν σοσιαλιστές, κομμουνιστές και ριζοσπάστες καθολικοί. Αν και η Χιλή διακρινόταν για την σχετικά ομαλή -με τα λατινοαμερικανικά κριτήρια- κοινοβουλευτική της ζωή, οι διεθνείς παρατηρητές είχαν ζωηρές αμφιβολίες στο κατά πόσο ήταν δυνατό να έρθει ειρηνικά και ανεμπόδιστα στην εξουσία αριστερή κυβέρνηση, σε μια περιοχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής θεωρούσαν ως την “πίσω αυλή” τους. Αναμφίβολα, το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας ήταν πολύ προωθημένο. Λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, ο Αγιέντε υποσχέθηκε μια “αντιιμπεριαλιστική αντιολιγαρχική κυβέρνηση”, η οποία θα αντικαθιστούσε τη Βουλή και τη Γερουσία με μια Λαϊκή Εθνοσυνέλευση.

Δεσμεύτηκε να προχωρήσει σε μεγάλης κλίμακας αγροτική μεταρρύθμιση εις βάρος της μεγάλης ιδιοκτησίας και εξήγγειλε την εθνικοποίηση όλων των ξένων επιχειρήσεων και τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των τεράστιων αμερικανικών επενδύσεων στα σημαντικότατα, για την οικονομία της Χιλής, ορυχεία χαλκού. Όλα αυτά έκαναν πολλούς να πιστεύουν ότι στις εκλογές της 4ης Σεπτεμβρίου δεν υπήρχε απλά ζήτημα εκλογής προέδρου, αλλά ζήτημα επιλογής κοινωνικού καθεστώτος. Η προεκλογική περίοδος διεξήχθη σε κλίμα οξύτατης πόλωσης, ενώ στις επανειλημμένες συγκρούσεις μεταξύ οργανωμένων ομάδων αντιφρονούντων έχασαν τη ζωή τους 6 άτομα και τραυματίστηκαν πάνω από 200. Το βράδυ της 4ης Σεπτεμβρίου, το Σαντιάγο και οι άλλες πόλεις της Χιλής πλημμύρισαν από σημαίες της Λαϊκής Ενότητας και σφυροδρέπανα, καθώς τα αποτελέσματα έδωσαν μικρό αλλά σαφές προβάδισμα στον υποψήφιο της Αριστεράς, ο οποίος συγκέντρωσε το 36,3% των ψήφων, έναντι 34,9% του δεξιού υποψηφίου Αλεσάντρι, και 27,8% του κεντρώου Τόμιτς. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο πρόεδρος θα εκλεγόταν μεταξύ των δύο πρώτων υποψηφίων από το Κογκρέσο της Χιλής, όπου οι συσχετισμοί διαγράφονταν ευνοϊκοί για τον Αλιέντε: Το Εθνικό Κόμμα της Δεξιάς είχε μόνο το 21% των βουλευτών, ενώ τα κόμματα της Αριστεράς είχαν το 45% των εδρών (εκ των οποίων το 17% αντιπροσώπευαν οι βουλευτές του Κ.Κ.) και το ρυθμιστικό, υπό τους διαμορφωμένους συσχετισμούς, Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα είχε το 31%. Εν όψει της αποφασιστικής αναμέτρησης, ο Αλιέντε προσπάθησε αφενός μεν να εδραιώσει την κοινωνική του βάση, ανανεώνοντας τις φιλολαϊκές του δεσμεύσεις ενώπιον της διοίκησης της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών, αφετέρου δε να καθησυχάσει, με μετριοπαθείς συνεντεύξεις, τις ανησυχίες της χιλιανής ελίτ που πανικόβλητη φυγάδευε τα κεφάλαιά της στις τράπεζες του εξωτερικού. Στις 5 Οκτωβρίου, το συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος αποφάσισε με 271 ψήφους σε σύνολο 462, να υποστηρίξει τον Αγιέντε.

Μεγάλη οπισθοδρόμηση, για τη Χιλή  ήταν η δικτατορία Πινοσέτ

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ενώ ο πληθωρισμός ήταν πλέον ανεξέλεγκτος και η οικονομία επιβαρύνονταν με απεργίες διαρκείας, η Χιλή συγκλονίστηκε από το αιματηρό πραξικόπημα του στρατηγού Αουγούστο Πινοσέτ, που κατέληξε στη δολοφονία του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου, Σαλβαδόρ Αγιέντε, την ανατροπή του σοσιαλιστικού καθεστώτος και την επιβολή δικτατορίας. Το νέο καθεστώς κατέστειλε με ωμή βία κάθε αντίσταση και είναι ανεξακρίβωτος ο αριθμός των θυμάτων κατά την πρώτη περίοδο της επιβολής του όχι μόνο γιατί αντιστάθηκαν αλλά και γιατί απλά υπήρξαν οπαδοί της Λαϊκής Ένωσης του Αγιέντε. Τον Οκτώβριο του 1973, τουλάχιστον 72 άνθρωποι δολοφονήθηκαν από το λεγόμενο Καραβάνι του Θανάτου. Τους πρώτους έξι μήνες της κυβέρνησης Πινοσέτ εκτελέστηκαν τουλάχιστον χίλια άτομα, και ακόμα τουλάχιστον δύο χιλιάδες τα επόμενα δεκαέξι χρόνια, σύμφωνα με την έκθεση Ρέτιγκ. Περίπου 30.000 υποχρεώθηκαν να φύγουν από τη χώρα, ενώ δεκάδες χιλιάδες συνελήφθησαν και βασανίστηκαν, σύμφωνα με τις έρευνες τις επιτροπής Βάλεχ το 2004. Ένα νέο σύνταγμα εγκρίθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου του 1980 από μία αντικανονική και μη δημοκρατική διαδικασία, που χαρακτηρίστηκε από απουσία εκλογικών καταλόγων, και ο στρατηγός Πινοσέτ έγινε πρόεδρος του κράτους για μία οκταετή θητεία.Τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η κυβέρνηση Πινοσέτ σταδιακά επέτρεψε μεγαλύτερες ελευθερίες συγκεντρώσεων, λόγου, συνεργασιών, περιλαμβάνοντας την ίδρυση εργατικών συνδικάτων και περιορισμένων πολιτικών δράσεων. Η δεξιά στρατιωτική κυβέρνηση εφάρμοσε πολιτικές της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς.Στα περίπου 17 χρόνια της εξουσίας του Πινοσέτ η Χιλή απομακρύνθηκε από τον κρατικό παρεμβατισμό προς μία οικονομία ελεύθερης αγοράς, με αποτέλεσμα την αύξηση των τοπικών και ξένων ιδιωτικών επενδύσεων, αν και η βιομηχανία χαλκού και άλλες σημαντικές μεταλλοβιομηχανίες και εξορυκτικές δραστηριότητες δεν επέστρεψαν σε ξένη ιδιοκτησία

Η σημερινή κατάσταση στη Χιλή

Η πορεία για ένα νέο, δημοκρατικό σύνταγμα στην μετα-Πινοσέτ εποχή ξεκίνησε το 2020 και ήταν το αποτέλεσμα του αγώνα των κοινωνικών κινημάτων διαμαρτυρίας που κατέκλεισαν τους δρόμους το 2019. Εξελέγη συντακτική συνέλευση με ευρεία συμμετοχή για προετοιμασία προσχεδίου του νέου συντάγματος, αλλά το προσχέδιο που εκπόνησε απορρίφθηκε από το 68% των ψηφοφόρων στο δημοψήφισμα της 4ης Σεπτεμβρίου.

Πριν από το δημοψήφισμα, αντιπροσωπεία της Ομάδας της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετέβη στη Χιλή για να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Ήμουν ανάμεσα στους συμμετέχοντες, και έτσι, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω από κοντά τις συζητήσεις.

Λόγω του φυσικού συνόρου που σχηματίζουν οι Άνδεις, η Χιλή χωρίζεται από τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, και σίγουρα ξεχωρίζει. Αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί κράτος πρόνοιας λόγω των τεράστιων κοινωνικών ανισοτήτων, είναι μια σχετικά πλούσια χώρα. Είναι μια από τις πιο ανοιχτές χώρες της Λατινικής Αμερικής στον κόσμο.

Όμως η πολιτική της μοίρα είναι τραγική. Ο λαός της μετρά εκατοντάδες θύματα από τα πραξικοπήματα και την κρατική τρομοκρατία. Οι σφαγές της εποχής του Πινοσέτ εξακολουθούν να είναι χαραγμένες στη μνήμη του λαού και η αναζήτηση αγνοουμένων της εποχής, συνεχίζεται. Μόλις το 2019, πενήντα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και εκατοντάδες τραυματίστηκαν μετά που η αστυνομία άνοιξε πυρ με πραγματικά πυρά στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που συντάραξαν τη χώρα.

Το σχέδιο νέου συντάγματος γράφτηκε κυριολεκτικά για να δημιουργήσει μια νέα Χιλή. Στο προσχέδιο, το οποίο αποδίδει μεγάλη σημασία στα κοινωνικά δικαιώματα, η εξάλειψη των μεγάλων ανισοτήτων, ο τερματισμός των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και η παρέμβαση του κράτους στην οικονομία αποτελούσαν τα κύρια άρθρα. Επίσης, η κοινωνική δικαιοσύνη, η δωρεάν υγεία και παιδεία, η πρόσβαση των πολιτών στα μέσα μαζικής συγκοινωνίας και η επανακρατικοποίηση της διανομής νερού ήταν από τα σημαντικότερα άρθρα του συντάγματος.

Πέραν τούτου, το νέο σύνταγμα υπογράμμιζε ότι η Χιλή είναι ένα «πλουραλιστικό- πολυεθνικό» (“Plurinational”) κράτος, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, ήταν το πιο σημαντικό και ριζοσπαστικό στοιχείο του συντάγματος. Ένα άρθρο, στο οποίο επικέντρωσε την εκστρατεία της η συντηρητική δεξιά της χώρας για καταψήφιση του προσχεδίου συντάγματος.

Η ύπαρξη των Μαπούτσε και άλλων αυτόχθονων κοινοτήτων, που πολέμησαν μαζί με τα υπόλοιπα κομμάτια του χιλιανού λαού, περιθωριοποιήθηκαν, αγνοήθηκαν και καταστάληκαν μετά την ανεξαρτησία. Από αυτή την άποψη, μας θυμίζει την κατάσταση των Κούρδων στην Τουρκία. Το νέο σύνταγμα προέβλεπε ευρεία αυτονομία για αυτό το τμήμα του πληθυσμού και άλλες αυτόχθονες κοινότητες.

Από όλα αυτά τα παραδείγματα συνάγεται ότι η αυτοοργάνωση είναι μια πολύ δύσκολη έννοια, ιστορικά, πλην όμως στις ημέρες μας δεν είναι ακατόρθωτη Αφήνοντας τη πολιτική διαστρωμάτωση της αυτοοργάνωσης, σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε πολλές μορφές αυτής που δεν έχουν ένα καθαρά πολιτικό λόγο, όπως πχ συμβαίνει  με τις σκανδιναβικές χώρες, όπου οι δύσκολες συνθήκες ζωής και το κρύο κάνει τους κατοίκους να αυτοοργανώνονται γύρω από διάφορα θέματα, ιδίως πολιτισμού-βλέπε έθιμα  midsommar, «μεσοκαλόκαιρο» στη Σουηδία κλπ

09-04-2024

Λεωνίδας Α. Παπακωνσταντινίδης


[1] Ignacio Ramonet (1989) La Communication victime des marchands – Le Monde Diplomatique

[2]Leo Buscaglia(1982)  Living, Loving and Learning- Ballantine Books (August 27, 1996)

[3] Θ.Κορακάκης-Κ. Κοροντζής (2011) Αυτοοργάνωση: Ένα κλωνάρι που πάει ν’ ανθίσει- εκδ Κοροντζή

[4] (Μάνος Σαριδάκης (2006) Η Βενεζουέλα χθες και σήμερα)

[5] Μιχάλης Ράπτης (Michel Pablo) (2017)  Κρατισμός ή Αυτοδιαχείριση-Η Εμπειρία της Χιλής- εκδ ΚΟΡΟΝΤΖΗΣ

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»