[χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά και 27 δευτ.]
Του Σωκράτη Αργύρη
Στη σημερινή συγκυρία, ειδικά μετά την εκλογή Τραμπ αλλά και την αλλαγή του πολιτικού τοπίου στη Μέση Ανατολή δηλαδή την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ από μία σαλαφιστική κυβέρνηση με μεταβατικό Πρόεδρο ένα πρώην καταζητούμενο τρομοκράτη από το FBI και την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ της ακροδεξιάς και βαθιά θρησκευόμενης του «Περιούσιου Λαού» κυβέρνησης Νετανιάχου και των Σουνιτικών δυνάμεων της Αντίστασης των Παλαιστινίων στη Γάζα, που στηρίζονται από το Θεοκρατικό Σιιτικό καθεστώς του Ιράν, αφού η Δυτική Όχθη βρίσκεται κατ’ ουσία κάτω από την στρατιωτική κατοχή του Ισραήλ.
Έτσι αποδεικνύεται ότι οι θρησκείες διεκδικούν μεγάλο μέρος των αναλύσεων για τη διεθνή πολιτική σκηνή, με τον Μαξ Βέμπερ να δικαιώνεται για τη στόχευση μέρους του ερευνητικού του έργου αφού προσπάθησε να αποδείξει την άμεση σχέση θρησκείας και οικονομίας, ειδικά στο έργο του «Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού», που εξετάζει τη σύνδεση ανάμεσα στον προτεσταντισμό και την ανάπτυξη του καπιταλισμού, εστιάζοντας στον πουριτανισμό και τις αξίες που προώθησε. Ακολούθησαν επίσης οι εργασίες του για τη θρησκεία των Κινέζων, των Ινδών και των Ιουδαίων, που δυστυχώς ο Γερμανός κοινωνιολόγος δεν πρόφτασε να αποπερατώσει, λόγω της πρόωρης αποδημίας του, το 1920.
Και δεν ήταν μοναδικός αφού θα πρέπει να κάνουμε αναφορά και στο βιβλίο «Η θρησκεία και η άνοδος του καπιταλισμού» του Βρετανού συγγραφέα Richard-Henry Tawney, που ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα.
«Ούτε ο Marx ούτε ο Freud μελέτησαν άλλες θρησκείες εκτός από τον χριστιανισμό, ο Max Weber όμως το έκανε, και υποστήριξε ότι η θρησκεία θα μπορούσε να πρωτοστατήσει στο κίνημα για την αλλαγή της κοινωνίας […] Οι κοινωνιολόγοι συχνά εξάγουν περιορισμένα συμπεράσματα επειδή επικεντρώνονται μόνο στη χριστιανική θρησκεία, αλλά ο Weber μελέτησε τις παγκόσμιες θρησκείες και παρουσίασε τη φύση της ηθικής και παραδειγματικής προφητείας. Η πρώτη ενθαρρύνει την κοινωνική αλλαγή, ενώ η δεύτερη τις παραδόσεις. Οι παραδοσιακές μορφές θρησκείας υποστηρίζουν το κοινωνικό καθεστώς, ενώ οι αιρέσεις τείνουν να επιφέρουν ανατροπές» γράφει ο Robert Crawford.
Μπορεί για τους περισσότερους να φαίνεται η μέχρι τώρα ως κυνική η ρητορική του Τραμπ, δηλαδή πέρα από την γνωστή ιμπεριαλιστική αμερικανική πολιτική των επεμβάσεων σε διάφορες χώρες, συνήθως μέσω της CIA, επειδή τώρα τον ρόλο αυτό τον διεκδικεί για τον ίδιο.
Εδώ ο Βέμπερ και ο Tawney είναι ο οδικός μας χάρτης ερμηνείας της πολιτικής Τραμπ.
Όπως υποστηρίζουν ο πουριτανισμός, ως μια αυστηρή και σοβαρή μορφή προτεσταντισμού, συνεισέφερε σημαντικά στην ανάπτυξη του καπιταλιστικού πνεύματος. Οι πουριτανικές αξίες, όπως η εργασία, η αυτοπειθαρχία και η αποφυγή της σπατάλης, δημιούργησαν το υπόβαθρο για την ανάπτυξη μιας οικονομίας βασισμένης στη συστηματική εργασία και τη συσσώρευση πλούτου.
Αυτός ο τύπος ηθικής, που προάγει τη μέγιστη αξιοποίηση του χρόνου και των πόρων, ταιριάζει με τις αρχές του καπιταλισμού και της επαγγελματικής επιτυχίας.
Δεν είναι βέβαια ότι ο πουριτανισμός δημιούργησε τον καπιταλισμό, αλλά αναδεικνύει πώς η συγκεκριμένη θρησκευτική ηθική προώθησε συμπεριφορές και στάσεις ζωής που ευνοούσαν την ανάπτυξή του. Επίσης, τονίζει την ένταση μεταξύ της αυστηρής θρησκευτικής ζωής και της ανάγκης για οικονομική επιτυχία, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της «κλήσης» (Beruf), δηλαδή της επαγγελματικής κλίσης, ως θεία αποστολή, η οποία προήγαγε την έννοια του επαγγελματικού προορισμού και της επιτυχίας στην κοινωνία.
«Η ιδέα του επαγγελματικού καθήκοντος», γράφει ο Βέμπερ, «πλανιέται στη ζωή μας σαν φάντασμα των θρησκευτικών πεποιθήσεων άλλων εποχών». Καθότι και το εργατικό δυναμικό όφειλε να μάθει να «εκπληρώνει την εργασία του σαν να ήταν ένας απόλυτος αυτοσκοπός –μια «κλήση».
Αυτή η νοοτροπία, στις μέρες μας κυρίαρχη, δεν θα επιβαλλόταν παρά με αντίτιμο μια «σφοδρή μάχη εναντίον ενός κόσμου γεμάτου εχθρικές δυνάμεις» και κυρίως με τη βοήθεια μιας πολιτικής χαμηλών μισθών: ο Καλβίνος εκτιμούσε πως η μάζα των εργατών και των τεχνιτών «έπρεπε να διατηρείται σε κατάσταση φτώχειας ώστε να παραμένει υπάκουη στον Θεό». Ο προτεσταντισμός άνοιξε, μεταξύ εκλεκτών και καταραμένων, «μια τάφρο εξ ορισμού πιο απροσπέλαστη και πιο ανησυχητική από εκείνη που χώριζε τον καλόγερο του Μεσαίωνα από τον κόσμο –μια τάφρο που άφησε βαθύ το αποτύπωμά της σε όλα τα κοινωνικά συναισθήματα».
Στο εξής κανείς, είτε πλούσιος είτε φτωχός, δεν μπορούσε να χαλαρώνει, να απολαμβάνει τη ζωή, «να χασομεράει», χωρίς να έχει τύψεις. Αναλογιζόμαστε τι οφείλει ο σημερινός κόσμος σε αυτή την αντίληψη, όταν διαβάζουμε ότι ο λουθηρανός πάστορας Φίλιπ Γιάκομπ Σπένερ, ιδρυτής του Ευσεβισμού (Πιετισμού), αποκήρυσσε ως ηθικά καταδικαστέο «τον πειρασμό να συνταξιοδοτείσαι πρόωρα»…
Εν ολίγοις, η θέση του Βέμπερ αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ο πουριτανισμός συνέβαλε στην ενίσχυση της καπιταλιστικής ηθικής, με την έμφαση στην εργασία, την αποταμίευση και την επαγγελματική επιτυχία.
Ο Μαξ Βέμπερ κατέδειξε, στο διάσημο δοκίμιο του 1905, τον τρόπο με τον οποίο η προτεσταντική ηθική συνέβαλε καθοριστικά στην επικράτηση του καπιταλισμού, έχοντας διαμορφώσει ένα ευνοϊκό προς αυτόν «πνεύμα». Στη συνέχεια, και μέχρι τις μέρες μας, το πνεύμα αυτό αναπτύχθηκε και ευδοκίμησε με αυτόνομο τρόπο, έξω από κάθε θρησκευτικό πλαίσιο. Κατέληξε να γίνει αόρατο και πανταχού παρόν, σαν τον αέρα που αναπνέουμε.
Πράγματι, η θέση του Βέμπερ είναι ότι ο προτεσταντισμός «ώθησε τον ασκητισμό να βγει έξω από τα μοναστήρια», όπου τον είχε περιορίσει ο καθολικισμός. Το καλβινικό δόγμα του απόλυτου προορισμού, σύμφωνα με το οποίο κάθε ανθρώπινο ον είναι εκ των προτέρων και εις τους αιώνας των αιώνων είτε εκλεκτό είτε καταραμένο από τον Θεό, χωρίς καμία από τις πράξεις του να στέκεται ικανή να αλλάξει αυτό που είναι, θα μπορούσε να έχει οδηγήσει σε κάποια μορφή μοιρολατρίας. Προκάλεσε όμως το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: υποβάλλοντας κάθε πτυχή της ζωής τους σε αυστηρή πειθαρχία, οι πιστοί επένδυαν όλη τους την ενέργεια στην εργασία, αναζητώντας στην οικονομική επιτυχία ένα σημάδι για τη σωτηρία τους. Έτσι, η περιουσία έπαψε να είναι καταδικαστέα –το αντίθετο μάλιστα.
Στην ορκωμοσία του ο Τραμπ αναφέρθηκε και στην κατάκτηση του πλανήτη Άρη με τα εξής λόγια:
“And we will pursue our manifest destiny into the stars, launching American astronauts to plant the stars and stripes on the planet Mars.” δηλαδή:
«Θα κυνηγήσουμε το προφανές πεπρωμένο μας στα αστέρια, εκτοξεύοντας Αμερικανούς αστροναύτες για να φυτέψουν τα αστέρια και τις ρίγες στον πλανήτη Άρη».
Ο όρος «προφανές πεπρωμένο» (Manifest Destiny) αναφέρεται σε μια ιδεολογία που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον 19ο αιώνα, κυρίως τη δεκαετία του 1840, και αφορούσε την πεποίθηση ότι οι Αμερικανοί είχαν το δικαίωμα ή και την αποστολή να επεκταθούν δυτικά, καταλαμβάνοντας όλη την αμερικανική ήπειρο, από τον Ατλαντικό Ωκεανό μέχρι τον Ειρηνικό.Η έννοια αυτή ήταν στενά συνδεδεμένη με την ιδέα της «εξαιρετικότητας» (American Exceptionalism), σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ είχαν μια θεία αποστολή να επεκτείνουν την ελευθερία, τη δημοκρατία και τον πολιτισμό τους. Αυτή η ιδεολογία δικαιολογούσε και ενθάρρυνε την εξάπλωση του αμερικανικού εδάφους.
Αυτό το ιδεολόγημα είχε βαθιές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες, καθορίζοντας την πορεία των ΗΠΑ και τη σχέση τους με άλλες χώρες, όπως το Μεξικό και οι ιθαγενείς Αμερικανοί.
Επειδή έκανε επίσης τεράστια εντύπωση η πρόταση του για εξαγορά της Γροιλανδίας ίσως γιατί η εξαγορά εδαφών από τις ΗΠΑ αποτελεί μια σημαντική πτυχή της αμερικανικής επέκτασης τον 19ο αιώνα. Μεταξύ των βασικών γεγονότων που περιλαμβάνουν την εξαγορά εδαφών είναι:

Η αγορά της Λουιζιάνας (1803): Οι ΗΠΑ αγόρασαν από τη Γαλλία την περιοχή της Λουιζιάνας, η οποία εκτεινόταν από τον ποταμό Μισισίπι μέχρι τα Βραχώδη Όρη. Συγκεκριμένα η έκταση που αγοράστηκε περιελάμβανε τις σημερινές πολιτείες Αρκάνσας, Μισούρι, Αϊόβα, Οκλαχόμα, τμήματα της Μινεσότα δυτικά του ποταμού Μισισιπή, τα περισσότερα κομμάτια της Βόρειας Ντακότας και της Νότιας Ντακότας το βορειοανατολικό Νέο Μεξικό, το βόρειο Τέξας, τμήμα της Μοντάνας, το Κολοράντο και το Ουαϊόμινγκ ανατολικά του ηπειρωτικού διαχωρισμού, τη Λουιζιάνα δυτικά του ποταμού Μισισιπή, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Ορλεάνης καθώς και κομμάτια περιοχών που αργότερα (μετά το Αγγλο-αμερικανικό πόλεμο του 1812) θα ενσωματώνονταν στις επαρχίες της Αλμπέρτας και του Σασκάτσουαν του Καναδά.
Η συμφωνία αυτή, που κόστισε περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια, διπλασίασε το μέγεθος της χώρας και άνοιξε τον δρόμο για τη δυτική επέκταση. Ενώ για τον Ναπολέοντα η χρηματοδότηση της εκστρατείας του κατά της Ρωσίας δεν πήγε και τόσο καλά.
Η εξαγορά της Φλόριντα (1819): Οι ΗΠΑ αγόρασαν την περιοχή της Φλόριντας από την Ισπανία για 5 εκατομμύρια δολάρια μέσω της Συνθήκης Άνταμς-Όνις. Η Ισπανία συμφώνησε να παραχωρήσει τα εδάφη της, καθώς δεν μπορούσε να τα ελέγξει και ήταν ανίκανη να αποτρέψει τις επιθέσεις από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις.
Η προσάρτηση του Τέξας το 1845 στις ΗΠΑ δεν συνοδεύτηκε από κάποια άμεση πληρωμή για την αγορά του εδάφους, καθώς το Τέξας είχε ήδη δηλώσει την ανεξαρτησία του από το Μεξικό το 1836 και λειτουργούσε ως ανεξάρτητο κράτος. Για περίπου 9 χρόνια, το Τέξας λειτουργούσε ως ανεξάρτητο κράτος, ωστόσο, το 1845, υπό την προεδρία του Τζέιμς Πολκ, αποφασίστηκε η προσάρτησή του στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, υπήρξε μια οικονομική συμφωνία που αφορούσε το χρέος του Τέξας. Οι ΗΠΑ ανέλαβαν το χρέος του Τέξας, που ήταν περίπου 10 εκατομμύρια δολάρια, ως μέρος της συμφωνίας για την προσάρτηση. Δηλαδή, οι ΗΠΑ δεν πλήρωσαν άμεσα για την αγορά του εδάφους, αλλά ανέλαβαν το χρέος του Τέξας προς τους δανειστές του.
Αυτή η προσάρτηση εντάθηκε αργότερα στον Μεξικανοαμερικανικό Πόλεμο, καθώς το Μεξικό δεν αναγνώριζε την ανεξαρτησία του Τέξας και την προσάρτησή του από τις ΗΠΑ.
Ο Μεξικανοαμερικανικός Πόλεμος (1846-1848) τελικά κατέληξε στην ήττα του Μεξικού και στην προσάρτηση εδαφών, όπως η Καλιφόρνια και η Νεβάδα, στις ΗΠΑ με τη Συνθήκη της Γουαδαλούπης Ιντάλγκο.
Η εξαγορά του Τέξας επίσης συνέβαλε στην επέκταση της χώρας προς τη δύση, γεγονός που συνέβαλε στην ενίσχυση της ιδέας του «Προορισμού της Αμερικής» (Manifest Destiny).
Η συμφωνία του Γουάιτ (1846): Αυτή η συμφωνία καθόρισε τα σύνορα μεταξύ των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο βόρειο δυτικό τμήμα, και οδήγησε στην εξαγορά της περιοχής του Όρεγκον. Οι ΗΠΑ και η Βρετανία συμφώνησαν να μοιραστούν την περιοχή, με την αμερικανική πλευρά να ελέγχει την περιοχή νότια του 49ου παραλλήλου.
Η εξαγορά Gadsden αναφέρεται για μια περιοχή 29.640 τετραγωνικών μιλίων της σημερινής νότιας Αριζόνα και του νοτιοδυτικού Νέου Μεξικού που απέκτησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες από το Μεξικό με τη Συνθήκη της Mesilla, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 8 Ιουνίου 1854.
Η εξαγορά έγινε από το Μεξικό για 10 εκατομμύρια δολάρια, προκειμένου να εξασφαλίσουν την κατασκευή ενός σιδηροδρόμου στο Νότο και να ολοκληρώσουν την επέκταση προς τα δυτικά.
Η εξαγορά εδαφών από τις ΗΠΑ συνέβαλε στη διαμόρφωση της σύγχρονης αμερικανικής επικράτειας και συνδέθηκε άμεσα με την ιδέα του «προφανούς πεπρωμένου», την πίστη ότι οι ΗΠΑ είχαν το θεϊκό δικαίωμα και καθήκον να επεκταθούν σε όλη την αμερικανική ήπειρο.
Η εξαγορά της Αλάσκας (γνωστή και ως «Η Συμφωνία Σίβερ» ή «Η Συμφωνία Αλάσκας») πραγματοποιήθηκε το 1867, όταν οι ΗΠΑ αγόρασαν την περιοχή της Αλάσκας από τη Ρωσία για το ποσό των 7,2 εκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή περίπου 2 σεντς ανά στρέμμα. Η συμφωνία αυτή, που υπεγράφη από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ουίλιαμ Χ. Σίβερ και τον Ρώσο πρέσβη Έντουαρντ Μποτκίν, αρχικά θεωρήθηκε από πολλούς ως «παράλογη αγορά», λόγω του απομακρυσμένου γεωγραφικού χαρακτήρα της Αλάσκας και της φτωχής οικονομικής κατάστασης της περιοχής.
Η Ρωσία, αν και είχε εκμεταλλευτεί την περιοχή της Αλάσκας για λίγο, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να την υπερασπιστεί σε περίπτωση πολέμου. Η Ρωσία ήθελε να αποφύγει την πιθανότητα να χάσει την περιοχή σε περίπτωση σύγκρουσης με τη Βρετανία ή άλλες δυνάμεις.
Αρχικά, η εξαγορά αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και επικρίθηκε από πολλούς Αμερικανούς, οι οποίοι την αποκαλούσαν «Σίβερ’s Folly» (Η Παράνοια του Σίβερ), πιστεύοντας ότι η περιοχή δεν προσέφερε κάτι σημαντικό. Ωστόσο, με το πέρασμα των χρόνων, η Αλάσκα αποδείχθηκε πλούσια σε φυσικούς πόρους και στρατηγική σημασία, και η αγορά αυτή θεωρείται πλέον μία από τις πιο επιτυχημένες διπλωματικές κινήσεις των ΗΠΑ του 19ου αιώνα.
Η Χαβάη εξαγοράστηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1898. Αρχικά, το 1893, μια ομάδα Αμερικανών επιχειρηματιών και στρατιωτικών, υποστηριζόμενοι από τον αμερικανικό στρατό, ανατράπηκε τη μοναρχία της Χαβάης, με τη βασίλισσα Λιλιουoκαλανι ανα απομακρύνεται από την εξουσία. Το 1898, οι ΗΠΑ προχώρησαν στην προσάρτηση της Χαβάης μέσω της Συνθήκης Εξαγοράς, με την οποία η Χαβάη έγινε επίσημα έδαφος των ΗΠΑ. Η Χαβάη κατέστη πολιτεία το 1959.
Επίσης η Ιστορία του Γκουαντάναμο, της αμερικανικής στρατιωτικής βάσης και φυλακής στην Κούβα, είναι γεμάτη αντιφάσεις και διεθνείς αντιπαραθέσεις.
Η βάση του Γκουαντάναμο βρίσκεται στην ανατολική Κούβα και δημιουργήθηκε το 1898, όταν οι ΗΠΑ κατέλαβαν τη νήσο κατά τη διάρκεια του Ισπανοαμερικανικού Πολέμου. Το 1903, οι ΗΠΑ και η Κούβα υπέγραψαν μια συμφωνία που παραχωρούσε τη χρήση του εδάφους στην Αμερική για στρατιωτικούς σκοπούς. Η συμφωνία αυτή παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα, παρά τις πολιτικές αλλαγές στην Κούβα.
Η βάση χρησιμοποιήθηκε κυρίως για στρατηγικούς λόγους και ως σταθμός για τη ναυτική και αεροπορική παρουσία των ΗΠΑ στην Καραϊβική. Η στρατιωτική παρουσία παραμένει εκεί μέχρι σήμερα, αν και η Κούβα έχει συνεχώς αμφισβητήσει την αμερικανική κατοχή.
Οι ΗΠΑ πληρώνουν ετήσιο μίσθωμα στην Κούβα για την εκμετάλλευση της βάσης του Γκουαντάναμο, σύμφωνα με τη συμφωνία που υπογράφηκε το 1903. Το ποσό του μισθώματος είναι σχετικά μικρό, περίπου 4.085 δολάρια ετησίως. Ωστόσο, η Κούβα δεν έχει αποδεχτεί ποτέ το μίσθωμα, και οι πληρωμές δεν έχουν εισπραχθεί από την κουβανική κυβέρνηση εδώ και δεκαετίες. Η Κούβα θεωρεί τη συμφωνία ως άδικη και την παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή ως παράνομη. Παρ’ όλα αυτά, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να πληρώνουν το μίσθωμα κάθε χρόνο, αν και η Κούβα δεν το αποδέχεται και οι πληρωμές συχνά επιστρέφονται. Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει τις πολιτικές εντάσεις και τις διαφοροποιήσεις απόψεων για την κυριότητα και τη χρήση του εδάφους του Γκουαντάναμο.
Εξ άλλου οι ΗΠΑ έκαναν εξαγορά και από την Δανία των Αμερικανικών Παρθένων Νήσων δηλαδή τις Νήσους Σέντ Τόμας, Σεντ Τζον και Σεντ Κρόι ,το 1917. Η Δανία συμφώνησε να πουλήσει αυτά τα νησιά στις ΗΠΑ για 25 εκατομμύρια δολάρια (σε χρυσό) μέσω της Συμφωνίας Πώλησης Νησιών του 1916. Ο κύριος λόγος για την πώληση των νησιών ήταν η στρατηγική σημασία τους, καθώς ήταν κοντά στο κανάλι του Παναμά και η Δανία ήθελε να τα πουλήσει λόγω των οικονομικών δυσκολιών της και της αδυναμίας της να τα υπερασπιστεί.
Η αγορά των νησιών από τις ΗΠΑ ενίσχυσε τη στρατηγική τους παρουσία στην Καραϊβική και αποτέλεσε σημαντικό βήμα στην επέκταση της επιρροής των ΗΠΑ στην περιοχή.
Όσο αφορά τί κινήσεις θα κάνει για την διώρυγα του Παναμά, την ενσωμάτωση του Καναδά ή την κατάκτηση του Άρη ο χρόνος θα είναι αυτός που θα το καθορίσει.
