Ειδικός Συνεργάτης
[χρόνος ανάγνωσης 2 λεπτά και 3 δευτ.]
Η εναλλαγή των κυβερνήσεων αποτελεί βασικό δείκτη υγιούς δημοκρατίας και πολιτικής δυναμικής. Στην Ελλάδα, μετά την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) στις εκλογές του 2023, η πολιτική σκηνή χαρακτηρίζεται από έναν ενισχυμένο δικομματισμό ως προς την εκτελεστική εξουσία, αλλά με παράλληλη κοινοβουλευτική πολυδιάσπαση στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το ερώτημα της παρούσας ανάλυσης είναι κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ ή το σύνολο της αντιπολίτευσης μπορεί να διεκδικήσει την κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές. Η προσέγγιση γίνεται με βάση τόσο την τρέχουσα εκλογική δυναμική όσο και θεωρητικές έννοιες της πολιτικής επιστήμης, όπως η θεωρία των κυβερνητικών συνασπισμών, ο εκλογικός σχεδιασμός και η στρατηγική ψήφου.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη θέση του ως άλλοτε κυβερνητικό κόμμα (2015–2019), καταγράφει στις δημοσκοπήσεις του 2025 ποσοστά που κινούνται μεταξύ 5,5 % και 7 %. Αυτή η υποχώρηση αντανακλά όχι μόνο εκλογική φθορά αλλά και κρίση ταυτότητας, ηγεσίας και στρατηγικού προσανατολισμού. Με βάση τη θεωρία των εκλογικών πραγματισμών (Downs, 1957), ένα κόμμα που επιθυμεί να διεκδικήσει ξανά την εξουσία οφείλει να οικοδομήσει ευρύτερους συνασπισμούς συμφερόντων και να κινηθεί προς το εκλογικό κέντρο. Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται εγκλωβισμένος σε έναν αμυντικό λόγο και εσωκομματικές ανακατατάξεις.
Επιπλέον, ο Sartori (1976) είχε επισημάνει ότι ένα κόμμα που χάνει τον ρόλο του ως αξιωματική αντιπολίτευση δύσκολα ανακάμπτει, εκτός αν υπάρξει συγκλονιστικό εξωτερικό γεγονός ή ριζική ανανέωση. Καμία από αυτές τις δύο προϋποθέσεις δεν φαίνεται να πληρούται αυτή τη στιγμή.
Παρά την αθροιστική δύναμη που προσεγγίζει το 40–45 %, η αντιπολίτευση στην Ελλάδα πάσχει από κατακερματισμό, θεσμικές αγκυλώσεις και ιδεολογικές ασυμβατότητες. Ο Axelrod (1970) στη θεωρία των ελαχίστων ιδεολογικών αποστάσεων για κυβερνητικούς συνασπισμούς, υποστηρίζει ότι η πιθανότητα συνεργασίας μειώνεται όσο αυξάνεται η ιδεολογική διαφοροποίηση. Στην ελληνική περίπτωση, ο πιθανός συνασπισμός ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ – ΚΚΕ – Πλεύση Ελευθερίας – Νίκη είναι θεσμικά δυνατός αλλά πολιτικά ασταθής, καθώς περιλαμβάνει τόσο κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς όσο και συντηρητικές, λαϊκιστικές δυνάμεις.
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτικής ηγεμονίας του Gramsci, η δυνατότητα εναλλαγής δεν κρίνεται μόνο από τα ποσοστά, αλλά και από την ικανότητα να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό κοινωνικό μπλοκ εξουσίας με πειστικό αφήγημα. Η ΝΔ διατηρεί προς το παρόν την ηγεμονία αυτή, παρουσιάζοντας σαφή πολιτική ατζέντα και σταθερό εκλογικό πυρήνα. Αντιθέτως, η αντιπολίτευση παραμένει αμυντική, αντιφατική και αποσπασματική.
Το εκλογικό σύστημα ενισχυμένης αναλογικής με μπόνους 30 εδρών στο πρώτο κόμμα, ενισχύει τη λογική της σταθερής μονοκομματικής διακυβέρνησης. Η ΝΔ, με ποσοστά που αγγίζουν το 30 %, μπορεί εύκολα να πλησιάσει ή και να ξεπεράσει το όριο των 151 εδρών. Αντιθέτως, η αντιπολίτευση χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη συντονισμένη επίδοση για να ξεπεράσει τα θεσμικά εμπόδια και να διεκδικήσει την εξουσία. Η θεωρία των χαμένων ψήφων (Duverger, 1951) εξηγεί επίσης γιατί η πολυδιάσπαση στην αντιπολίτευση οδηγεί σε απώλεια εδρών.
Η πιθανότητα να καταστεί ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνών κόμμα στις επόμενες εκλογές είναι εξαιρετικά περιορισμένη, εκτός αν υπάρξουν θεμελιώδεις ανακατατάξεις στο εσωτερικό του ή δραματικές εξωτερικές εξελίξεις. Αντίστοιχα, το σύνολο της αντιπολίτευσης, παρά τη δημοσκοπική του ισχύ, δεν συγκεντρώνει τις πολιτικές, ιδεολογικές και ηγετικές προϋποθέσεις για να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση.
Η ανάλυση αποκαλύπτει ότι η αριθμητική πλειοψηφία δεν συνεπάγεται πολιτική εναλλακτική, εάν δεν συνοδεύεται από ενοποιημένη στρατηγική, κοινό αφήγημα και εφικτό σχέδιο διακυβέρνησης. Η πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα, κατά συνέπεια, δεν θα έρθει μόνο από την κάλπη, αλλά και από την ικανότητα των κομμάτων της αντιπολίτευσης να αρθρώσουν πειστικό λόγο εξουσίας εντός ενός κατακερματισμένου, αλλά ώριμου δημοκρατικού περιβάλλοντος.
