Του Σωκράτη Αργύρη
[χρόνος ανάγνωσης 5 λεπτά και 22 δευτ.]
«Η νέα διεθνής είναι περισσότερο μια υπόσχεση παρά ένα πρόγραμμα· μια φαντασιακή, διακεκομμένη, ακόμα σποραδική παγκόσμια συμμαχία όλων όσων υποφέρουν κάτω από την αδυσώπητη λογική της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Είναι ένα φάντασμα που καλεί σε εγρήγορση.»
– Jacques Derrida
Η επανεμφάνιση της ακροδεξιάς στον 21ο αιώνα καθιστά αναγκαία μια θεωρητική επαναθεμελίωση της πολιτικής φιλοσοφίας. Η σκέψη του Jacques Derrida, και συγκεκριμένα η φαντασματικότητα (hauntology) όπως αναπτύσσεται στο Spectres de Marx (1993) [Τα Φαντάσματα του Μαρξ, εκδότης: Εκκρεμές], προσφέρει ένα κρίσιμο εργαλείο αντίστασης, καθώς η φαντασματικότητα λειτουργεί ως ριζική απάντηση στην επιθυμία για «καθαρή» ταυτότητα, κλειστά σύνορα και αναβίωση του εθνοκεντρικού φαντασιακού.
Οι κοινωνίες του 21ου αιώνα βρίσκονται αντιμέτωπες με μια αναδυόμενη δυστοπία: τη σταδιακή επικράτηση της ακροδεξιάς ρητορικής, την αναβίωση φασιστικών δομών και την επιστροφή του εθνικιστικού φαντασιακού. Η επιθυμία για καθαρότητα, η απαξίωση της ετερότητας και ο φόβος του διαφορετικού συνιστούν τα βασικά σημεία αυτής της στροφής.
Ο Derrida επανεξετάζει την πολιτική σκέψη του Μαρξ όχι ως δόγμα, αλλά ως φάντασμα που επιστρέφει. Το φάντασμα αυτό δεν ανήκει ούτε στο παρελθόν ούτε στο παρόν, αλλά στο μελλοντικό χρέος της πολιτικής σκέψης.
«Il faut apprendre à vivre avec des fantômes» — «Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με φαντάσματα».
Η Ακροδεξιά επιδιώκει την εκδίωξη των «φαντασμάτων» — των μεταναστών, των πολιτικών μειονοτήτων, των ετεροτήτων. Ο Derrida, αντίθετα, μας καλεί να συμβιώσουμε με αυτό που μας διαφεύγει, με ό,τι δεν μπορούμε να κυριαρχήσουμε.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύει τη φαντασματικότητα (hauntology) ως ένα φιλοσοφικό και πολιτικό εργαλείο ριζικής αντίστασης. Αντί να εγκαταλείψει τον Μαρξ μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ο Derrida επιμένει ότι οι ιδέες του συνεχίζουν να στοιχειώνουν – και να δεσμεύουν – τη σκέψη μας για ένα δίκαιο μέλλον.
Η φιλοσοφία του Jacques Derrida προσφέρει ένα θεωρητικό αντίβαρο, την έννοια της φαντασματικότητας (hauntology) που δεν είναι μόνο ένα μεθοδολογικό εργαλείο, αλλά μία πολιτική ηθική. Μέσα από τη φαντασματικότητα, ο Derrida επανεισάγει το φάντασμα του Μαρξ ως παρουσία που στοιχειώνει το παρόν, καλώντας μας να στοχαστούμε πάνω σε εκείνα που δεν έχουν αποδοθεί, δικαιωθεί ή ακόμη έρθει.
Ο Derrida διαμορφώνει τον όρο hauntologie ως λόγο περί φαντάσματος· παίζοντας με τον όρο ontologie, δηλαδή μεταφυσική της ύπαρξης. Η έννοια περιγράφει μια «παραμόρφωση του χρόνου», όπου το παρελθόν επιστρέφει και συνυφαίνεται με το παρόν, σπάζοντας τη γραμμική ιστορία. Το φάντασμα, γι’ αυτόν, δεν είναι «λιγότερο υπαρκτό» από το παρόν· είναι ένας τρόπος ύπαρξης που απαιτεί φιλοσοφική ανάλυση.
Διαψεύδοντας την θεωρία περί «τέλους της ιστορίας» που διατύπωσε ο Fukuyama, ο Derrida τονίζει ότι ο Μαρξ όχι μόνο δεν είναι νεκρός· αλλά επιστρέφει συνεχώς ως απαιτητική προειδοποίηση για τις αδικίες της καπιταλιστικής νεωτερικότητας . Η εικόνα του είχε αρχίσει να εμφανίζεται μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ως ένα φάντασμα που αμφισβητεί την επιβολή της νεοφιλελεύθερης τάξης.
Η φαντασματικότητα στον Derrida δεν αφορά απλώς τη μνήμη, αλλά μια ιδιαίτερη συνθήκη του χρόνου και της ύπαρξης. Όπως γράφει:
«Il n’y a pas de justice… sans l’idée de la responsabilité devant les fantômes de ceux qui ne sont pas encore nés ou de ceux qui sont déjà morts.» (Spectres de Marx, σ. xviii)
[Δεν υπάρχει δικαιοσύνη χωρίς την ιδέα της ευθύνης απέναντι στα φαντάσματα εκείνων που δεν έχουν ακόμη γεννηθεί ή που έχουν ήδη πεθάνει.]
Αυτή η ευθύνη προς τους απόντες (νεκρούς ή μέλλοντες) συνιστά μια οντολογική επιταγή, η οποία ρητά αντιτίθεται στη ρητορική της ακροδεξιάς. Η τελευταία επιδιώκει τον θρίαμβο του παρόντος, της καθαρής παρουσίας, της μονολιθικής ταυτότητας. Η φαντασματικότητα, αντίθετα, διασαλεύει την ιδέα της παρουσίας υπενθυμίζοντας τις απούσες φωνές.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Derrida εστιάζει στη φράση του Άμλετ:
«Le temps est désarticulé. Le temps sort de ses gonds.»
(Spectres de Marx, σ. 25)
[Ο χρόνος είναι αποσυναρμολογημένος. Ο χρόνος έχει εκτροχιαστεί.]
Αυτός ο εκτροχιασμός του χρόνου αποτελεί τον πυρήνα της φαντασματικότητας και ανοίγει την πολιτική σκέψη στη δυνατότητα του Άλλου — όχι ως απειλής, αλλά ως υπόσχεσης.Ο Derrida θεωρούσε ότι κάθε πολιτική απόφαση πρέπει να είναι ανοικτή στο απροσδόκητο, στο «à venir», δηλαδή σε αυτό που πρόκειται να έρθει, χωρίς εγγυήσεις.
«La démocratie reste à venir» — «Η δημοκρατία μένει να έρθει» (Derrida, Spectres de Marx).
Η δημοκρατία δεν είναι ένα ολοκληρωμένο καθεστώς, αλλά μια αέναη διαδικασία, ένας συνεχής αγώνας για συμπερίληψη. Αντιθέτως, η Ακροδεξιά παρουσιάζει τη δημοκρατία ως ένα καθεστώς που πρέπει να περιοριστεί, να φρουρηθεί, ακόμη και να ανασταλεί για να προστατεύσει την «εθνική καθαρότητα».
Ο Derrida όμως υποδεικνύει ότι το μέλλον της δημοκρατίας εξαρτάται από την ανοικτότητα στον Άλλο, στην ανατροπή, στην αβεβαιότητα.
Στο Force de loi (1994), ο Derrida αναλύει την ένταση μεταξύ δικαίου και δικαιοσύνης. Το δίκαιο (loi) είναι θεσμικό, ενώ η δικαιοσύνη (justice) παραμένει πάντα αστάθμητη, απρόβλεπτη, πέρα από το γραπτό δίκαιο.
«La justice, c’est l’expérience de l’impossible» — «Η δικαιοσύνη είναι η εμπειρία του αδύνατου».
Η Ακροδεξιά ζητά νόμους σκληρούς, απόλυτους, τιμωρητικούς. Όμως για τον Derrida, η δικαιοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί στη νομική τιμωρία – απαιτεί επαναδιαπραγμάτευση με τον Άλλον, έστω και ενάντια στο γράμμα του νόμου.
Η Ακροδεξιά προωθεί μια πολιτική βεβαιότητας: υπεράσπιση της Πατρίδας, της Τάξης, της Θρησκείας. Ο Derrida, όμως, επισημαίνει τη θεμελιακή αδυναμία κάθε λόγου, την απουσία ενός απόλυτου θεμελίου. Κι αυτή η απουσία δεν είναι αδυναμία, αλλά προϋπόθεση της ηθικής και της πολιτικής ευθύνης.
«Responsabilité sans fondement» — «Ευθύνη χωρίς θεμέλιο» (Derrida, Adieu à Emmanuel Levinas, 1997).
Μια πολιτική που στηρίζεται σε ερωτήματα και όχι σε βεβαιότητες μπορεί να φανεί πιο εύθραυστη, αλλά είναι και πιο ανοιχτή στον άλλον, στην αλήθεια, στο δίκαιο. Η Ακροδεξιά συχνά καταφεύγει σε ρητορικά σχήματα υπεραπλούστευσης: «παράνομοι», «εισβολή», «ισλαμοποίηση». Ο Derrida μας προειδοποιεί απέναντι στην τυραννία της ερμηνείας που παρουσιάζει το νόημα ως αυτονόητο.
«Le sens ne se donne jamais comme tel» — «Το νόημα δεν δίδεται ποτέ ως έχει».
Η αποδόμηση δεν είναι απλώς φιλολογική πρακτική αλλά πολιτική πράξη: αμφισβητεί τα φανερά νοήματα, αποκαλύπτοντας τις επιτελεστικές τους διαστάσεις.
Ο Derrida απέρριψε την ιδέα μιας αυτοκεντρικής Ευρώπης. Αντί γι’ αυτό, αναζήτησε τις ρίζες της δημοκρατίας στην ελευθερία της μετάφρασης, της ερμηνείας, της συνάντησης.
«La démocratie suppose toujours la traduction» — «Η δημοκρατία προϋποθέτει πάντοτε τη μετάφραση».
Η Ακροδεξιά ζητά καθαρότητα – γλωσσική, πολιτισμική, πολιτική. Ο Derrida αντιτείνει την πολυγλωσσία, την αμφισημία, τη συνύπαρξη. Όχι ως χάος, αλλά ως δίκαιο.
Η σκέψη του Derrida δεν προσφέρει «λύσεις» με την τεχνική έννοια. Δεν δημιουργεί πολιτικά προγράμματα, δεν προτείνει κόμματα ή πλατφόρμες. Όμως, αποκαλύπτει τις ρωγμές σε κάθε κυρίαρχο λόγο, αποκαθιστώντας την ευθύνη της σκέψης σε μια εποχή βολικών απλουστεύσεων.
Η αποδόμηση είναι πράξη ελευθερίας. Η φιλοξενία είναι πράξη αγάπης. Η ευθύνη χωρίς θεμέλιο είναι πράξη ελπίδας.
Σε έναν κόσμο που επιλέγει την ασφάλεια της αναδίπλωσης και τον αποκλεισμό του διαφορετικού, ο Derrida μας υπενθυμίζει ότι η αληθινή ελευθερία ξεκινά εκεί όπου τελειώνει η βεβαιότητα — στο άνοιγμα προς το άγνωστο, στην ακρόαση του Άλλου, στη συνθήκη της μη-γνώσης που γεννά ευθύνη.
Η σκέψη του Derrida στο Spectres of Marx συνιστά όχι απλώς μια θεωρητική αντίδραση στην ακροδεξιά· αποτελεί πρόσκληση σε μια πολιτική και ηθική αυτογνωσία βασισμένη στην αναγνώριση ότι κάθε ταυτότητα, έθνος και συλλογικότητα είναι προϊόν στοιχειωμένων διαθέσεων – διασταυρώσεων του παρελθόντος, του παρόντος και του αβέβαιου μέλλοντος.
Η φαντασματικότητα αφαιρεί από την πολιτική την προϋπόθεση της καθαρότητας· επιδιώκει την ανεκτική και υπεύθυνη σχέση με το άγνωστο, το ανολοκλήρωτο και το ετερόλογο.
Η φαντασματικότητα του Derrida δεν αποτελεί απλώς φιλοσοφική πρόταση· είναι μια πολιτική στάση απέναντι στην ανάδυση του νεοφασισμού και της ξενοφοβίας. Μέσα από τη διάρρηξη της καθαρής ταυτότητας, την ευθύνη προς τους απόντες και την αναμονή του ερχόμενου, συγκροτείται ένα διαφορετικό πολιτικό φαντασιακό. Στον κόσμο του σήμερα, όπου το παρόν διεκδικεί απόλυτη εξουσία, η φαντασματικότητα μας υπενθυμίζει: το δίκαιο έρχεται. Και στοιχειώνει.
Στο Spectres de Marx, ο Jacques Derrida εισάγει την έννοια της «νέας διεθνούς» ως μια μορφή πολιτικής κοινότητας που υπερβαίνει τους παραδοσιακούς θεσμούς και τα εθνικά κράτη. Η νέα διεθνής δεν συγκροτείται ως θεσμική συμμαχία ή ομοσπονδία, αλλά ως δίκτυο φαντασιακής αλληλεγγύης μεταξύ εκείνων που αντιστέκονται στην παγκόσμια αδικία, τον καπιταλισμό, και τις μορφές καταστολής που επιμένουν στην «μετά-ψυχροπολεμική» εποχή.
Η «νέα διεθνής» είναι μια προ-πολιτική και δυνητική συνθήκη, ένας δεσμός μεταξύ μοναδικοτήτων που δεν βασίζεται σε κοινή ταυτότητα, αλλά σε κοινή ευθύνη απέναντι στο φάντασμα της δικαιοσύνης. Ο Derrida την περιγράφει ως “χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο, χωρίς επίσημη οργάνωση, χωρίς κράτος, χωρίς κόμμα”, δίνοντας έμφαση στην ηθική διάσταση της πολιτικής πράξης, στη βάση μιας «μεσσιανικής χωρίς Μεσσία» αναμονής του άλλου, του άδικου, του άκρως ξένου. Η νέα διεθνής δεν είναι ουτοπία, αλλά ένα φάντασμα – όπως και ο ίδιος ο Μαρξ – που στοιχειώνει την Ιστορία και καλεί σε μια αναθεώρηση της έννοιας της πολιτικής πράξης και του διεθνούς. Υπό αυτό το πρίσμα, ο Derrida δεν επιδιώκει την αναβίωση του μαρξισμού, αλλά τη φαντασιακή ανασυγκρότησή του ως ηθική επιταγή προς το μέλλον. Η «νέα διεθνής» είναι συνεπώς περισσότερο ένα αίτημα παρά ένα πρόγραμμα: η έκκληση για μια παγκόσμια, αόρατη κοινότητα εκείνων που δεν αποδέχονται τον κόσμο όπως είναι.
