Του Σωκράτη Αργύρη
[χρόνος ανάγνωσης 5 λεπτά και 10 δευτ.]
Η σύγκρουση ανάμεσα στον Βλαντιμίρ Λένιν, τον Έρνστ Μαχ και τον Άντον Παννεκούκ, με επίκεντρο τις φιλοσοφικές βάσεις του μαρξισμού και τη σχέση του με την επιστήμη, αποτελεί έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες διαλόγους στον χώρο της μαρξιστικής θεωρίας και της φιλοσοφίας της επιστήμης. Παρόλο που τοποθετείται χρονικά στις αρχές του 20ού αιώνα, αγγίζει θεμελιώδη ερωτήματα που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα: Ποια είναι η φύση της επιστημονικής γνώσης; Είναι η πραγματικότητα αντικειμενική ή κατασκευάζεται από την εμπειρία; Ποια φιλοσοφική θεμελίωση εξυπηρετεί καλύτερα ένα επαναστατικό πρόταγμα;
Σκοπός μας είναι να αναλύσουμε τις βασικές φιλοσοφικές θέσεις των τριών στοχαστών, να εξετάσουμε το ιστορικο-θεωρητικό τους πλαίσιο και να αναδείξουμε τη σημασία τους για τις σύγχρονες συζητήσεις γύρω από την επιστήμη, την ιδεολογία και την πολιτική στρατηγική της Αριστεράς.
Ο Έρνστ Μαχ (1838–1916), φυσικός και φιλόσοφος, υπήρξε κεντρική μορφή στην ανάπτυξη της εμπειριοκριτικής. Η φιλοσοφία του χαρακτηρίζεται από έναν έντονο αισθησιοκρατικό εμπειρισμό: οι έννοιες και οι γνώσεις απορρέουν αποκλειστικά από την εμπειρία και την άμεση παρατήρηση. Για τον Μαχ, η επιστήμη δεν ανακαλύπτει αντικειμενικές, υπερβατικές αλήθειες· λειτουργεί ως εργαλείο οργάνωσης των εμπειριών μας, ένα μέσο οικονομίας της σκέψης. Κατά συνέπεια, έννοιες όπως η «ύλη» ή ο «κόσμος καθ’ εαυτόν» θεωρούνται ως υπολείμματα μεταφυσικής που δεν έχουν επιστημονική αξία.
Η εμπειριοκριτική του Μαχ αποτέλεσε αφετηρία ενός ουδετεριστικού μοντέλου επιστήμης, το οποίο επιχειρεί να αποφύγει τόσο τον απόλυτο υλισμό όσο και τον υποκειμενικό ιδεαλισμό. Ωστόσο, αυτός ο ουδετερισμός σύντομα θα βρεθεί στο στόχαστρο επαναστατικών μαρξιστών, με πρώτον και κύριο τον Λένιν.
Στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός» (1909), ο Λένιν επιχειρεί μια συνολική επίθεση στην εμπειριοκριτική φιλοσοφία, την οποία θεωρεί ασύμβατη με τον ιστορικό και διαλεκτικό υλισμό του μαρξισμού. Στοχοποιεί τόσο τον Μαχ όσο και Ρώσους διανοούμενους όπως ο Μπογντάνοφ, οι οποίοι προσπαθούσαν να ενσωματώσουν την εμπειριοκριτική στο μαρξιστικό οικοδόμημα.
Για τον Λένιν, η ύπαρξη της ύλης είναι ανεξάρτητη από τη συνείδηση. Η γνώση προκύπτει ως αντανάκλαση της εξωτερικής πραγματικότητας μέσα στον ανθρώπινο νου. Η επιστήμη, επομένως, είναι σε θέση να αποτυπώσει την αντικειμενική πραγματικότητα. Η φιλοσοφία της εμπειριοκριτικής θεωρείται από τον Λένιν όχι μόνο φιλοσοφικά λανθασμένη, αλλά και πολιτικά επικίνδυνη: οδηγεί σε αγνωστικισμό, σχετικισμό και τελικά στον υποκειμενικό ιδεαλισμό.
Σύμφωνα με αυτή τη γραμμή σκέψης, η φιλοσοφία δεν είναι ουδέτερη. Κάθε φιλοσοφική απόκλιση έχει ταξικό χαρακτήρα και άμεσες πολιτικές συνέπειες. Ο διαλεκτικός υλισμός, όπως τον αντιλαμβάνεται ο Λένιν, είναι το μόνο συνεπές φιλοσοφικό θεμέλιο του επαναστατικού μαρξισμού.
Ο Άντον Παννεκούκ (1873–1960), συμβουλιακός μαρξιστής και αστρονόμος, συνδυάζει τη φυσική επιστήμη με την πολιτική δράση. Στο έργο του Φιλοσοφία του Μαρξισμού (1919), διατυπώνει μια κριτική τόσο στον εμπειριοκριτικισμό όσο και στον δογματισμό του λενινιστικού διαλεκτικού υλισμού.
Το έργο του Άντον Παννεκούκ με τίτλο «Η Φιλοσοφία του Μαρξισμού» («The Philosophy of Marxism» ή στα γερμανικά «Die Philosophie des Marxismus») δεν είναι αυτοτελές βιβλίο με αυτόν τον τίτλο, αλλά ένα θεμελιώδες δοκίμιο που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1919 και έκτοτε κυκλοφορεί αυτόνομα ή ενταγμένο σε συλλογές κειμένων του.
Πρόκειται για ένα φιλοσοφικό δοκίμιο που γράφτηκε ως απάντηση τόσο στον Λένιν όσο και σε ρεύματα θετικισμού και εμπειριοκριτικής.
Ο Παννεκούκ προσπαθεί να αναδείξει τη διαλεκτική υλιστική μεθοδολογία ως μέθοδο κοινωνικής πρακτικής, και όχι ως δόγμα.
Υποστηρίζει ότι η μαρξιστική φιλοσοφία δεν είναι απλώς μια θεωρία περί «ύλης» αλλά μια θεωρία της πράξης, στην οποία η γνώση προκύπτει από την ανθρώπινη αλληλεπίδραση με τον κόσμο — ιδιαίτερα μέσω της εργασίας.
Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ιστορικό και κοινωνικό χαρακτήρα της επιστήμης και απορρίπτει τις απόπειρες δογματικής θεμελίωσής της.
Το The Philosophy of Marxism είναι ένα πρώιμο φιλοσοφικό θεμέλιο της κριτικής που θα διατυπώσει πιο ρητά και πολιτικά στο Lenin als Philosoph (1938). Εκεί φαίνεται καθαρά η απόκλιση του Παννεκούκ από τη σοβιετική φιλοσοφική «ορθοδοξία» και η έμφαση στον επαναστατικό ρόλο της συνείδησης και της πράξης.
Για τον Παννεκούκ, η γνώση δεν είναι ούτε αντανάκλαση ούτε απλή καταγραφή της εμπειρίας, αλλά διαδικασία ενεργού δόμησης μέσω της πράξης και της ταξικής εμπειρίας.
Ο Παννεκούκ απορρίπτει τον υποκειμενισμό του Μαχ, αλλά και τη μετατροπή του διαλεκτικού υλισμού σε σχολαστικό δόγμα. Υποστηρίζει ότι η επιστήμη είναι κοινωνικά καθορισμένη δραστηριότητα και ότι η ίδια η γνωσιακή διαδικασία αναπτύσσεται ιστορικά μέσα στις σχέσεις παραγωγής. Σε αντίθεση με τον Λένιν, ο οποίος αντιμετώπισε την επιστημονική γνώση ως εργαλείο αποκάλυψης μιας προϋπάρχουσας πραγματικότητας, ο Παννεκούκ δίνει έμφαση στη δημιουργική σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο.
Στο έργο του επίσης «Ο Λένιν ως Φιλόσοφος» (1938), ο Παννεκούκ ασκεί ρητή και μεθοδική κριτική στον τρόπο με τον οποίο ο Λένιν χρησιμοποίησε τη φιλοσοφία για να θεμελιώσει ιδεολογικά την πολιτική του αντίληψη περί μαρξισμού. Υποστηρίζει ότι ο Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός δεν είναι ένα γνήσια φιλοσοφικό έργο, αλλά μια ιδεολογική επίθεση με σκοπό την εδραίωση ενός συγκεκριμένου τύπου κομματικής πειθαρχίας και δογματικής σκέψης.
Για τον Παννεκούκ, ο Λένιν μετατρέπει τον διαλεκτικό υλισμό σε ένα σύστημα κλειστό, σχεδόν θετικιστικό, που απορρίπτει κάθε απόκλιση ως αντι-επαναστατική.
Αυτή η απολυτοποίηση της φιλοσοφίας οδηγεί, κατά τον Παννεκούκ, στον κίνδυνο να χρησιμοποιείται η επιστήμη ως εργαλείο πολιτικής κυριαρχίας και όχι ως διαλεκτικό μέσο κατανόησης της πραγματικότητας.
Ο Παννεκούκ δεν υπερασπίζεται την εμπειριοκριτική του Μαχ· αναγνωρίζει τα όριά της. Όμως κατηγορεί τον Λένιν για φιλοσοφικό αυταρχισμό και για μια εργαλειακή χρήση της φιλοσοφίας, που ανοίγει τον δρόμο στην αυθαιρεσία της εξουσίας —μια διαδικασία που, κατά πολλούς, θα εκδηλωθεί παραδειγματικά στην υπόθεση Λυσένκο.
Η διαμάχη αγγίζει θεμελιώδη γνωσιολογικά και οντολογικά ερωτήματα. Ποια είναι η φύση της πραγματικότητας; Πώς συγκροτείται η γνώση; Ποιος είναι ο ρόλος της εμπειρίας και της πράξης;
Ο Μαχ απορρίπτει κάθε οντολογική υπόθεση περί αντικειμενικής ύλης. Ο Λένιν, αντίθετα, υπερασπίζεται την πρωτοκαθεδρία της ύλης έναντι της συνείδησης. Ο Παννεκούκ προσπαθεί να υπερβεί τη διάζευξη, εντάσσοντας τη γνώση σε μια ιστορικά διαμεσολαβημένη πρακτική. Κοινό στοιχείο όλων είναι η αναγνώριση της σημασίας της επιστήμης, αλλά και η διαφορετική κατανόηση της σχέσης της με την πραγματικότητα και την πολιτική.
Η περίπτωση του Τροφίμ Λυσένκο στη Σοβιετική Ένωση του 20ού αιώνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων που προκύπτουν όταν η επιστήμη υποτάσσεται σε ιδεολογικά προαπαιτούμενα. Ο Λυσένκο, υποστηρίζοντας δικές του απόψεις περί κληρονομικότητας και γεωργικής παραγωγής, αναδείχθηκε σε επίσημο εκφραστή της σοβιετικής βιολογίας — όχι λόγω επιστημονικής ακρίβειας, αλλά επειδή οι θεωρίες του συμφωνούσαν με την ιδεολογική γραμμή του «προλεταριακού επιστημονισμού».
Ο Λυσενκοϊσμός βασίστηκε στην ιδέα ότι τα χαρακτηριστικά μπορούν να κληρονομούνται βάσει επίκτητων γνωρισμάτων, σε αντίθεση με τη γενετική του Μέντελ. Υποστηρίχθηκε ενεργά από το κράτος, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό και τη δίωξη επιστημόνων που αμφισβητούσαν αυτές τις θέσεις, οδηγώντας σε οπισθοδρόμηση της σοβιετικής βιολογίας για δεκαετίες. Η υπόθεση Λυσένκο αναδεικνύει το πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι όταν η επιστημονική διαδικασία αντικαθίσταται από μια «ορθόδοξη» ιδεολογία. Εγείρει ερωτήματα για την κριτική χρήση του διαλεκτικού υλισμού, αλλά και για το κατά πόσον ο λενινισμός άφησε περιθώριο σε επιστημονικό πλουραλισμό.
Η επικαιρότητα της φιλοσοφικής αυτής σύγκρουσης εντοπίζεται σε τέσσερα βασικά επίπεδα:
(α) Επιστήμη και Ιδεολογία:
Η πανδημία, η κλιματική κρίση και η τεχνητή νοημοσύνη αναδεικνύουν τον κεντρικό ρόλο της επιστήμης στη δημόσια σφαίρα. Το ερώτημα αν η επιστήμη είναι ουδέτερη ή ενέχει ιδεολογικά φορτία παραμένει ανοικτό. Ο λενινιστικός ρεαλισμός και ο μαχιστικός ουδετερισμός προσφέρουν αντιθετικά παραδείγματα.
(β) Φιλοσοφία της πράξης:
Η σκέψη του Παννεκούκ συναντά σύγχρονες κατευθύνσεις όπως η πραξιακή επιστημολογία και οι ριζοσπαστικές θεωρίες δημοκρατίας, που επανατοποθετούν την ανθρώπινη πράξη στο επίκεντρο της γνωσιακής διαδικασίας.
(γ) Κρίση ορθολογισμού και αλήθειας:
Στην εποχή των fake news και του μετα-αλήθειας λόγου, η αναμέτρηση με τον φιλοσοφικό σχετικισμό αποκτά νέο νόημα. Η λενινιστική επιμονή στην αντικειμενικότητα και η μαχιστική αμφιβολία μάς επιτρέπουν να δούμε δύο όψεις του προβλήματος.
(δ) Αριστερά και δογματισμός:
Η ιστορική κυριαρχία του λενινιστικού διαλεκτικού υλισμού απέκλεισε εναλλακτικές μαρξιστικές φωνές. Η υπόθεση Λυσένκο αποτελεί ιστορική προειδοποίηση για το πώς η σύντηξη επιστήμης και κρατικής ιδεολογίας μπορεί να στραγγαλίσει την επιστημονική έρευνα.
Σήμερα, με την ανανέωση του ενδιαφέροντος για ετερόδοξες παραδόσεις, όπως ο συμβουλιακός μαρξισμός, γίνεται φανερή η ανάγκη για ανοιχτό και πλουραλιστικό θεωρητικό διάλογο.
Η φιλοσοφική διαμάχη ανάμεσα στους Λένιν, Μαχ και Παννεκούκ αποτυπώνει τρεις διαφορετικούς τρόπους κατανόησης της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη, τη φιλοσοφία και την πολιτική. Ο Μαχ προσφέρει μια αυστηρά εμπειριστική οπτική, με κίνδυνο τον σχετικισμό. Ο Λένιν υπερασπίζεται την αντικειμενικότητα, αλλά ενίοτε καταλήγει σε θεωρητικό δογματισμό. Ο Παννεκούκ εισάγει μια δυναμική και ιστορική προσέγγιση, στηριγμένη στην πράξη και την κοινωνική εμπειρία.
Η επαναπροσέγγιση αυτών των στοχαστών δεν έχει μόνο ιστορική ή φιλοσοφική αξία. Απαντά σε σύγχρονα προβλήματα, όπως η κρίση εμπιστοσύνης στην επιστήμη, ο ρόλος της γνώσης στην πολιτική και η αναζήτηση ενός μη δογματικού, αλλά στρατηγικά συνεπούς μαρξισμού. Στο μέτρο που φιλοσοφικά ζητήματα είναι και πολιτικά, η μελέτη αυτής της διαμάχης παραμένει κρίσιμη και επίκαιρη.
