Από τον Μεσοπόλεμο στην Κατάρρευση του Σοσιαλιστικού Μπλοκ: Μαρξιστές Διανοούμενοι, Τρίτη Διεθνής και η Αποσιώπηση της Κριτικής Σκέψης

Του Σωκράτη Αργύρη

[χρόνος ανάγνωσης 5 λεπτά και 37 δευτ.]

Η ανάπτυξη της μαρξιστικής σκέψης στον Μεσοπόλεμο διεξήχθη σε ένα ιστορικό τοπίο έντονης πολιτικής πόλωσης, ταξικών συγκρούσεων και θεσμικής ανασυγκρότησης. Μετά τη Ρωσική Επανάσταση, η ίδρυση της Τρίτης Διεθνούς (Κομιντέρν) το 1919 δεν λειτούργησε ως όχημα θεωρητικής ανανέωσης, αλλά ως μηχανισμός ιδεολογικού ελέγχου, επιβάλλοντας ένα άτυπο εμπάργκο απέναντι σε οποιαδήποτε ερμηνευτική διαφοροποίηση του μαρξισμού. Η σκέψη μετατράπηκε σταδιακά σε εργαλείο κομματικής πειθαρχίας και κρατικής ιδεολογίας. Όμως, ήδη πριν από αυτή την επιβολή, διανοούμενοι όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχαν αναδείξει τον κίνδυνο γραφειοκρατικοποίησης της θεωρίας. Μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως οι Γκέοργκ Λούκατς, Καρλ Κορς, Νταβίντ Ριαζάνωφ και Αντον Παννεκούκ, θα επιχειρήσουν να διασώσουν τον μαρξισμό ως κριτική θεωρία και πρακτική χειραφέτησης

Η Λούξεμπουργκ, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, επέκρινε τόσο τον αναθεωρητισμό του Μπερνστάιν όσο και τον αυταρχισμό των μπολσεβίκων, τονίζοντας την αναγκαιότητα της εργατικής αυτενέργειας και της δημοκρατικής μορφής της επανάστασης.

Στο έργο της «Η Ρωσική Επανάσταση», κατέκρινε ανοιχτά τον κατασταλτικό ρόλο του κόμματος, προειδοποιώντας πως η καταστολή της δημοκρατικής ζωής στο όνομα του σοσιαλισμού οδηγεί στον εκφυλισμό του επαναστατικού εγχειρήματος.

Υποστήριζε ότι η ταξική χειραφέτηση πρέπει να είναι προϊόν δημοκρατικής και αυθόρμητης δράσης των μαζών και όχι κομματικής καθοδήγησης:
«Η ελευθερία μόνον για τους οπαδούς της κυβέρνησης… δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία είναι πάντοτε μόνον η ελευθερία του διαφωνούντος».
(Η Ρωσική Επανάσταση, 1918)

Η κριτική της δεν ήταν μια άρνηση της αναγκαιότητας οργάνωσης, αλλά μια αντίσταση απέναντι στη μετατροπή του σοσιαλισμού σε κρατική εξουσία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο. Η σκέψη της γίνεται θεμέλιο για μια πιο δημοκρατική, μη δογματική ερμηνεία του μαρξισμού.

Η συμβολή του Λούκατς, ιδίως μέσα από το έργο του «Ιστορία και Ταξική Συνείδηση» (1923), επιχειρεί μια ριζική ανασύσταση του μαρξισμού ως φιλοσοφίας της πράξης. Η κεντρική του συμβολή είναι η έννοια της φετιχοποίησης (Verdinglichung / reification), η οποία δεν αφορά μόνο τα εμπορεύματα, αλλά και τις ανθρώπινες σχέσεις: «Η φετιχοποίηση συνίσταται στο ότι οι κοινωνικές σχέσεις αποκτούν την αντικειμενική μορφή πραγμάτων, και η ανθρώπινη συνείδηση παύει να τις αντιλαμβάνεται ως δημιουργίες της δικής της πράξης».Η ανάλυση της φετιχοποίησης συνδέει άμεσα την καπιταλιστική κυριαρχία με την μορφοποίηση της σκέψης, καθιστώντας τον Λούκατς πρόδρομο μεταγενέστερων θεωριών της κριτικής θεωρίας της αλλοτρίωσης (Αντόρνο, Μάρκουζε, Χορκχάιμερ). 

Για τον Λούκατς, η αλλοτρίωση δεν είναι απλώς μια ηθική αποξένωση, αλλά μια ιστορικά παραγόμενη μορφή συνείδησης. Το υποκείμενο – η εργατική τάξη – φαινομενικά μετατρέπεται σε αντικείμενο, αλλά μέσα από την κατανόηση της ίδιας της αλλοτρίωσης του, μπορεί να αποκτήσει την «ταξική συνείδηση» και να ανακτήσει τον ιστορικό της ρόλο. Η επανάσταση, λοιπόν, δεν είναι μόνο αλλαγή στις υλικές συνθήκες, αλλά ριζική ανατροπή της ίδιας της μορφής της συνείδησης, δηλαδή της κατανόησης του κόσμου.  

Ο Λούκατς καταδεικνύει πώς το κεφάλαιο μετασχηματίζει ακόμα και τη συνείδηση σε εμπόρευμα, υποτάσσοντας τη σκέψη στη λογική της ανταλλακτικής αξίας. Επαναφέρει τον Μαρξ ως κριτικό της αλλοτρίωσης, διαφωνώντας με τον μηχανιστικό «ορθολογισμό» του σοβιετικού μαρξισμού. Η ταξική συνείδηση, γι’ αυτόν, δεν είναι κάτι έτοιμο ή εξωτερικό, αλλά δυνατότητα συνείδησης που αναπτύσσεται μέσω της διαλεκτικής πράξης.Η προσέγγιση αυτή τον φέρνει σε σύγκρουση με την Τρίτη Διεθνή, που αντιμετωπίζει τη θεωρία ως «θετική επιστήμη» και το προλεταριάτο ως αντικείμενο καθοδήγησης, όχι ως ιστορικό υποκείμενο.Την ίδια χρονιά με τον Λούκατς, ο Καρλ Κορς δημοσιεύει το έργο Μαρξισμός και Φιλοσοφία, στο οποίο ασκεί ριζική κριτική στην επικρατούσα αντίληψη του «επιστημονικού» μαρξισμού.

Ειδικότερα, αποδομεί την αστικοποιημένη εικόνα του μαρξισμού, δηλαδή την εκδοχή εκείνη που είχε προσαρμοστεί στις αρχές της αστικής επιστήμης και φιλοσοφίας. Σύμφωνα με αυτή την παραλλαγμένη μορφή, ο μαρξισμός παρουσιάζεται ως μια ουδέτερη, αντικειμενική θεωρία, απαλλαγμένη από κάθε πολιτικό ή επαναστατικό περιεχόμενο.

Ο Κορς, αντιθέτως, τονίζει πως ο μαρξισμός δεν είναι μια «καθαρή» επιστήμη με την έννοια της αστικής γνωσιολογίας, αλλά μια θεωρία άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταξική πάλη και την επαναστατική πράξη. Μέσα από το έργο του, αποκαλύπτει τις αντιφάσεις και τα ιδεολογικά κίνητρα πίσω από την υποτιθέμενη επιστημονικότητα, επαναφέροντας τον μαρξισμό στη ριζοσπαστική και πολιτικά στρατευμένη του διάσταση.

«Η απομάκρυνση του μαρξισμού από τη φιλοσοφία σήμανε και τον μετασχηματισμό του από θεωρία της επανάστασης σε ιδεολογία της εξουσίας».

Ο Κορς επανεισάγει τον Μαρξ ως κριτικό φιλόσοφο της ιστορικής πράξης, και απορρίπτει τόσο τον θετικισμό όσο και την σταλινική δογματοποίηση. Για τον Κορς, η θεωρία δεν προϋπάρχει της πράξης· συγκροτούνται αμοιβαία μέσα στον ιστορικό αγώνα. Η θέση αυτή οδήγησε στη διαγραφή του από το γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα και στην αποσιώπηση του έργου του για δεκαετίες.Η συμβολή του Κορς υπήρξε αποφασιστική, διότι έθεσε ξανά στο προσκήνιο τον ιστορικό χαρακτήρα της φιλοσοφίας και του μαρξισμού. Γι’ αυτό, όπως και ο Λούκατς, κατηγορήθηκε από την Κομιντέρν για «ιδεαλισμό» και «μη-μαρξιστική απόκλιση».Αν ο Λούκατς και ο Κορς αναζωογόνησαν τη θεωρητική πλευρά του μαρξισμού, ο Νταβίντ Ριαζάνωφ επιτέλεσε ένα ανεκτίμητο έργο στον τομέα της ιστορικής και φιλολογικής τεκμηρίωσης. Ως ιδρυτής του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελ (IME) στη Μόσχα το 1921, ανέλαβε τη συγκέντρωση, κριτική επιμέλεια και έκδοση των αυθεντικών έργων των Μαρξ και Ένγκελς, πολλές φορές από ανέκδοτα χειρόγραφα και επιστολές.Ο Ριαζάνωφ ανέδειξε με ευλάβεια τη διαλεκτική ενότητα θεωρίας και ιστορίας, και αντιστάθηκε στις πολιτικές πιέσεις που επιχειρούσαν να λογοκρίνουν ή να χειραγωγήσουν τα κείμενα. Όπως έγραψε:
«Το έργο μας δεν είναι να προσαρμόσουμε τον Μαρξ στις ανάγκες του κράτους, αλλά να τον αποδώσουμε όπως πραγματικά στοχάστηκε».

Το έργο του κορυφώθηκε στην έκδοση των Marx-Engels Gesamtausgabe (MEGA), ενός φιλόδοξου και απαράμιλλου σχεδίου πλήρους έκδοσης των έργων τους. Ωστόσο, η ανεξαρτησία του έγινε ανυπόφορη για το σταλινικό καθεστώς. Το 1931 αποπέμφθηκε και το 1938 εκτελέστηκε, κατά τη διάρκεια των μεγάλων εκκαθαρίσεων. 

Ο Παννεκούκ βλέπει τον μαρξισμό ως μέθοδο αυτοχειραφέτησης και όχι ως δόγμα. Γι’ αυτό και αντιπαρατίθεται τόσο στον σοσιαλδημοκρατικό κοινοβουλευτισμό όσο και στον μπολσεβικικό συγκεντρωτισμό. Οι ιδέες του χαρακτηρίζονται από πίστη στην αυτονομία των μαζών και την αντίσταση στη θεσμική απορρόφηση της επαναστατικής διαδικασίας. 

Στο έργο του Εργατικά Συμβούλια (1936), υποστηρίζει ότι το επαναστατικό υποκείμενο δεν είναι το κόμμα, αλλά τα εργατικά συμβούλια, δηλαδή η άμεση, δημοκρατική αυτο-οργάνωση της τάξης:
«Η επανάσταση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από ένα κόμμα που κυβερνά εκ μέρους της τάξης. Η ίδια η τάξη πρέπει να γίνει η δύναμη που κυβερνά».

Ο Παννεκούκ επισημαίνει τη ρητορική κατάχρηση της λέξης «σοβιέτ» από τους μπολσεβίκους. Η λέξη «σοβιέτ» είναι η ρωσική λέξη για το «συμβούλιο», μια έννοια με ριζοσπαστικό, δημοκρατικό περιεχόμενο. Ωστόσο, όπως τονίζει, στη μπολσεβίκικη χρήση, η λέξη διατηρήθηκε μεν, αλλά απογυμνώθηκε από το ουσιαστικό της περιεχόμενο. 

Η κριτική του Παννεκούκ αποκαλύπτει πώς η γλωσσική ανακύκλωση επαναστατικών εννοιών μπορεί να συνοδεύει τη θεσμική αντεπανάσταση. Τα «σοβιέτ» του Λένιν δεν ήταν όργανα εργατικής αυτονομίας, αλλά βαθμιαία εργαλεία μονοκομματικού ελέγχου.

Η Τρίτη Διεθνής, αντί να λειτουργήσει ως πεδίο ελεύθερης επαναστατικής σκέψης, εγκαθίδρυσε ένα δογματικό πλαίσιο, όπου η σκέψη του Μαρξ έπαψε να είναι Μαρξική — έπαψε να είναι κριτική, ριζοσπαστική, διαλεκτική. Οι δημιουργικές παρεμβάσεις των Λούκατς, Κορς, Ριαζάνωφ, Παννεκούκ και η έγκαιρη προειδοποίηση της Λούξεμπουργκ, αποσιωπήθηκαν, λογοκρίθηκαν ή περιθωριοποιήθηκαν, όχι επειδή ήταν «αιρετικές», αλλά επειδή επέμεναν να σκέφτονται τον μαρξισμό ως εργαλείο ανθρώπινης χειραφέτησης και όχι κρατικής εξουσίας.

Η παρακαταθήκη αυτών των διανοουμένων, συχνά αγνοημένη ή περιθωριοποιημένη, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του μαρξιστικού κινήματος και μαρτυρεί ότι ο μαρξισμός, για να παραμείνει ζωντανός, οφείλει να είναι ριζικά κριτικός και ανοιχτός στην εσωτερική αναθεώρηση. Η αντίστασή τους δεν ήταν απλώς πολιτική, αλλά βαθύτατα θεωρητική και ηθική: μια απόπειρα να διασώσουν τον μαρξισμό από την εργαλειακή του χρήση, επιστρέφοντάς τον στις ρίζες του ως εργαλείο καθολικής χειραφέτησης.

Η ιστορική κατάρρευση του σοβιετικού κόσμου δεν υπήρξε μόνο οικονομική ή πολιτική· υπήρξε πρωτίστως θεωρητική και πνευματική. Το καθεστώς που επικαλέστηκε τον μαρξισμό ως θεμέλιο της κοινωνικής απελευθέρωσης, υπήρξε στην πράξη ο κύριος θεσμικός μηχανισμός αλλοτρίωσής του. 

Η εσωτερική αντίφαση του σοβιετικού προτάγματος έγκειται ακριβώς εδώ: ενώ υποσχόταν έναν νέο κόσμο βασισμένο στη χειραφέτηση, δεν επέτρεψε τη θεμελιώδη προϋπόθεσή της: την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, των ερμηνειών, της κριτικής. 

Έτσι, το ίδιο το καθεστώς που επικαλέστηκε τον Μαρξ για να νομιμοποιηθεί, τον απέκλεισε ως στοχαστή. Ο Μαρξ, στο τέλος, δεν είχε θέση στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Και ίσως η μεγαλύτερη ήττα του σοβιετικού πειράματος δεν είναι η κατάρρευση του τοίχους του Βερολίνου, αλλά το γεγονός ότι ο μαρξισμός δεν κατέρρευσε επειδή απέτυχε, αλλά επειδή δεν του επετράπη να υπάρξει πραγματικά.

Επιπλέον, η κατάρρευση του σοβιετικού προτάγματος δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής στασιμότητας ή της κρατικής καταστολής, αλλά και της αδυναμίας του να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό μοντέλο διακυβέρνησης, πέρα από την μονολιθική κομματική εξουσία. Σε αντίθεση με τα δυτικά πολιτικά συστήματα, τα οποία βασίζονται στον πολυκομματισμό και τη θεσμοθετημένη εναλλαγή της εξουσίας ως μηχανισμούς πολιτικής προσαρμογής και ανανέωσης, το σοσιαλιστικό καθεστώς απέκλεισε κάθε δυνατότητα εσωτερικής διαφοροποίησης ή κριτικής. Επειδή αγνόησε ή καταδίωξε φωνές όπως εκείνες της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Γκιόργκι Λούκατς ή του Αντον Παννεκούκ, εγκλωβίστηκε στον εαυτό του και αποδείχθηκε θεωρητικά άκαμπτο και πολιτικά ευάλωτο. Η απουσία θεσμικής εναλλακτικής και πνευματικής αυτονομίας στέρησε από την κοινωνία τα εργαλεία ανανέωσης και προσαρμογής. Έτσι, το καθεστώς δεν ηττήθηκε μόνο από τις εξωτερικές πιέσεις και τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού κόσμου, αλλά κυρίως από την εσωτερική του αδυναμία να εξελιχθεί.

Ενδεικτική επίσης είναι η περίπτωση του Rudolf Bahro, ο οποίος στο έργο του «Die Alternative: Zur Kritik des real existierenden Sozialismus» (1979), άσκησε ριζοσπαστική κριτική στον υπαρκτό σοσιαλισμό, προτείνοντας μια δημοκρατική, αποκεντρωμένη και οικολογική εκδοχή του σοσιαλισμού — μια πρόταση που απορρίφθηκε και καταδιώχθηκε, επιβεβαιώνοντας τη θεωρητική και πολιτική ακαμψία του συστήματος.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»