Η κρίση της κοινωνιολογίας και το φαινόμενο της χρηματιστικοποίησης

Του Σωκράτη Αργύρη

[χρόνος ανάγνωσης11 λεπτά και 46 δευτ.]

Η κοινωνιολογία, ήδη από τα μέσα του 20ού αιώνα, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια διπλή κρίση: αφενός την αμφισβήτηση της νομιμοποίησης των θεωρητικών και κανονιστικών της παραδοχών και αφετέρου την αμφισβήτηση του κοινωνικού της ρόλου σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο καπιταλιστικό πλαίσιο. Η μετανεωρική εποχή, με χαρακτηριστικά όπως η ρευστότητα, η πολυπλοκότητα και η αμφισβήτηση των σταθερών μεγάλων αφηγήσεων, καθιστά την παραγωγή γνώσης ένα διαρκώς ανοιχτό και σύνθετο πεδίο, όπου η κοινωνιολογική ανάλυση δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε στον αυστηρό τεχνικισμό ούτε στην αποστασιοποιημένη θεωρητική στοχαστικότητα.  

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαλεκτική σχέση φιλοσοφίας και επιστήμης αποκτά κεντρική σημασία. Η φιλοσοφία παρέχει τα κριτικά και εννοιολογικά εργαλεία για την κατανόηση των αξιών, της εξουσίας και του κοινωνικού νοήματος, ενώ η επιστήμη προσφέρει εμπειρική τεκμηρίωση και μεθοδολογική αυστηρότητα, επιτρέποντας στη κοινωνιολογία να αναπτύξει γνώση που είναι ταυτόχρονα κριτική, ευέλικτη και ικανή να αναλύει τις πολύπλευρες κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές δυναμικές της εποχής.   

Η κριτική του Alvin Gouldner, όπως διατυπώνεται στο έργο του The Coming Crisis of Western Sociology (1970), εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Ο Gouldner επισημαίνει την απομάκρυνση της κοινωνιολογίας από την κριτική της αποστολή, την κυριαρχία του τεχνικισμού και την αποξένωση από τις κοινωνικές ανάγκες, αναδεικνύοντας την αναγκαιότητα μιας κοινωνιολογίας που ενσωματώνει τόσο φιλοσοφική στοχαστικότητα όσο και επιστημονική αυστηρότητα, ώστε να παραμένει ικανή να κατανοεί και να αμφισβητεί τον μεταβαλλόμενο κόσμο.  

Η κριτική του Gouldner βρίσκει ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση με τη Σχολή της Φρανκφούρτης, η οποία ανέδειξε την εργαλειακή λογική της επιστήμης και της γνώσης στο πλαίσιο του καπιταλισμού, αλλά και με τους Μαντέλ, Σαμίρ Αμίν και Μπουρντιέ, οι οποίοι, παρά τα θεωρητικά τους εργαλεία, δεν διακρίνανε επαρκώς την καθοριστική επίδραση της χρηματιστικοποίησης στη μετανεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση. 

Η αποτυχία αυτή δεν ήταν μόνο θεωρητική· είχε πρακτικές συνέπειες, καθυστερώντας την ανάπτυξη πολιτικών και κοινωνικών στρατηγικών αντίστασης απέναντι στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και αναδεικνύοντας την ανάγκη για μια κοινωνιολογία που συνδυάζει κριτική, εμπειρική αυστηρότητα και θεωρητική ευαισθησία απέναντι στις πολύπλοκες δυναμικές της σύγχρονης εποχής.   

Ο τεχνικισμός(*) ενσαρκώνει την κρίση θεωρίας που περιγράφει ο Gouldner, η υπερβολική έμφαση στη μέθοδο και στη γλώσσα των ειδικών μπορεί να υπονομεύσει τον κοινωνικό ρόλο της κοινωνιολογίας και να περιορίσει την κριτική της διάσταση. Το ζήτημα αυτό είχε επισημανθεί ήδη από τον Μαξ Βέμπερ στο κλασικό έργο του Κοινωνία και Οικονομία, όπου τόνιζε τη σημασία της σύνδεσης κοινωνικών φαινομένων και ηθικών-κοινωνικών αξιών, κάτι που πολλοί σύγχρονοι κοινωνιολόγοι δεν επεξεργάστηκαν με την αναγκαία ανάλυση πέρα από τη μαρξιστική προσέγγιση.  

Ο Gouldner εντόπισε τρία αλληλένδετα επίπεδα κρίσης της κοινωνιολογίας: θεωρητικό, κοινωνικό και επαγγελματικό. Στο θεωρητικό επίπεδο, η κυριαρχία του θετικισμού και του λειτουργισμού (functionalism) όπου η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως ένα σύστημα αποτελούμενο από αλληλοσυνδεδεμένα μέρη (θεσμούς, δομές, ρόλους), περιορίζει την κοινωνιολογία σε περιγραφική και εργαλειακή δραστηριότητα. Η έμφαση στη μέτρηση, τα στατιστικά εργαλεία και την ανάλυση δεδομένων μετατρέπει την κοινωνιολογία σε τεχνική επιστήμη χωρίς κριτικό προσανατολισμό. Στο κοινωνικό επίπεδο, η αποξένωση της κοινωνιολογίας από τα κοινωνικά κινήματα και η μειωμένη εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους κοινωνικούς θεσμούς επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία της. Στο επαγγελματικό επίπεδο, οι κοινωνιολόγοι διατρέχουν τον κίνδυνο να μετατραπούν σε τεχνικούς διαχειριστές δεδομένων, αποκομμένους από τον κοινωνικό στοχασμό και τη δημόσια κριτική.  

Η έννοια της «τεχνικοποίησης» αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ανάλυσης του Gouldner. Η κοινωνιολογία χάνει την ικανότητά της να στοχάζεται πάνω στις βαθύτερες κοινωνικές σχέσεις και γίνεται εργαλείο του κράτους και της αγοράς. Αυτό το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας, αλλά και την ίδια τη θεωρητική κατεύθυνση της κοινωνιολογίας, η οποία απομακρύνεται από την κατανόηση και την κριτική της εξουσίας.  

Αν και ο Jürgen Habermas δίδασκε τις απόψεις του Alvin Gouldner και αναγνώριζε τη σημασία της κριτικής του σχετικά με τον κίνδυνο εγκλωβισμού της κοινωνιολογίας σε εργαλειακή λογική, δεν κατάφερε να ενσωματώσει πλήρως τις βαθύτερες παρατηρήσεις του Gouldner σχετικά με την αποξένωση της κοινωνιολογίας από τις κοινωνικές ανάγκες και την κριτική της αποστολή. Οι Adorno και Horkheimer είχαν ήδη επισημάνει τον κίνδυνο της εργαλειακής λογικής, όπου η γνώση και η επιστήμη υποτάσσονται στους μηχανισμούς αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γιατί μπορεί η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης του Habermas να προσφέρει τη διάσταση της διαφανούς και ισότιμης δημόσιας συζήτησης ως προϋπόθεση δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά η ανάλυσή του δεν επεκτείνεται επαρκώς στη σύνδεση της επιστημονικής γνώσης με τις πρακτικές και οικονομικές δομές που επηρεάζουν την κοινωνία, όπως επισημαίνει ο Gouldner με έμφαση.   

Ωστόσο, παρά την ισχυρή θεωρητική βάση, η Κριτική Θεωρία παρουσιάζει περιορισμούς όσον αφορά την ανάλυση της χρηματιστικοποίησης. Η επικέντρωση στην κουλτούρα, τη νομιμοποίηση και την επικοινωνία δεν εξασφαλίζει επαρκή κατανόηση των χρηματοπιστωτικών μηχανισμών που μεταβάλλουν τις κοινωνικές σχέσεις σε παγκόσμια κλίμακα. Εδώ αποκαλύπτεται ένα πρώιμο «τυφλό σημείο» της κριτικής παράδοσης: τα εργαλεία υπήρχαν, αλλά η εφαρμογή τους στη νέα οικονομική πραγματικότητα ήταν περιορισμένη.  

Η δεκαετία του 1970 σηματοδότησε την κρίση του κεϋνσιανού-φορντιστικού υποδείγματος και την ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού. Η απορρύθμιση των αγορών, η ιδιωτικοποίηση δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών, η συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και η ιδεολογία της ατομικής ευθύνης και επιχειρηματικότητας του εαυτού αναδιαμόρφωσαν τη σχέση κράτους, κεφαλαίου και κοινωνίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω των συνθηκών από του Μάαστριχτ έως και της Λισαβόνας, θεσμοποίησε δημοσιονομική πειθαρχία και ανταγωνιστικότητα, ενσωματώνοντας τον νεοφιλελευθερισμό ως θεσμική κανονικότητα.  

Στην καρδιά αυτής της μετάβασης βρίσκεται η χρηματιστικοποίηση, η οποία δεν αποτελεί μια αφηρημένη οικονομική διαδικασία, αλλά έναν μηχανισμό που αναδιαμορφώνει άμεσα τις κοινωνικές σχέσεις και την καθημερινή ζωή. Οι συνέπειές της αποτυπώνονται σε καίριους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής, όπως η στέγαση, η εργασία, η κοινωνική ασφάλεια και τα δημόσια αγαθά.  

Η χρηματιστικοποίηση, δηλαδή η αυξανόμενη κυριαρχία των χρηματοπιστωτικών αγορών, θεσμών και κινήτρων πάνω στην κοινωνική ζωή, αποτέλεσε το κατεξοχήν χαρακτηριστικό του μετανεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.  

Η χρηματιστικοποίηση δεν συνιστά μια αφηρημένη οικονομική διαδικασία, αλλά έναν μηχανισμό που αναδιαμορφώνει άμεσα τις κοινωνικές σχέσεις και την καθημερινή ζωή. Οι συνέπειές της αποτυπώνονται σε καίριους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής, καθιστώντας ορατή την υλικότητα των θεωρητικών «τυφλών σημείων» της κοινωνιολογικής ανάλυσης.

Πρώτον, στον τομέα της στέγασης, η κατοικία μετατράπηκε από θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό σε χρηματοπιστωτικό προϊόν. Η επέκταση των στεγαστικών δανείων και η τιτλοποίηση τους οδήγησε στην κρίση του 2008, με εκατομμύρια εξώσεις νοικοκυριών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Ευρώπη, και ειδικότερα στην Ελλάδα μετά την κρίση χρέους, η είσοδος διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων και funds στην αγορά ακινήτων επέτεινε την «χρηματιστικοποίηση της στέγης», εντείνοντας την κοινωνική ανασφάλεια και μετατρέποντας το δικαίωμα στην κατοικία σε πεδίο κερδοσκοπίας.

Δεύτερον, η επέκταση του ιδιωτικού χρέους των νοικοκυριών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της χρηματιστικοποίησης στην καθημερινότητα. Η διάδοση της καταναλωτικής πίστης μέσω πιστωτικών καρτών και προσωπικών δανείων μετέτρεψε τα νοικοκυριά σε διαρκείς οφειλέτες, υποτάσσοντας την κοινωνική τους ζωή στις επιταγές της αποπληρωμής. Η οικονομική αυτή εξάρτηση παράγει νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου και ανισότητας, καθώς η πρόσβαση σε πίστωση διαφοροποιεί τις δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας.

Τρίτον, το συνταξιοδοτικό σύστημα υπέστη βαθιά αναδιάρθρωση υπό την πίεση της χρηματιστικοποίησης. Η μετατόπιση από τα δημόσια, αναδιανεμητικά συστήματα προς κεφαλαιοποιητικά σχήματα που επενδύουν στις αγορές, σημαίνει ότι η κοινωνική ασφάλεια εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου. Η επισφάλεια της γήρανσης μετασχηματίζεται έτσι σε επενδυτικό ρίσκο, αναπαράγοντας νέες ανισότητες μεταξύ εκείνων που έχουν πρόσβαση σε ιδιωτικά επενδυτικά προϊόντα και όσων παραμένουν εγκλωβισμένοι σε υποβαθμισμένα δημόσια συστήματα.

Τέταρτον, οι ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών, όπως το νερό, η ενέργεια και οι μεταφορές, εντάσσουν καίριες σφαίρες της κοινωνικής ζωής στη λογική της αγοράς. Η χρηματιστικοποίηση των δημόσιων υποδομών δεν αφορά μόνο την ιδιοκτησία, αλλά και τον τρόπο τιμολόγησης, πρόσβασης και κατανάλωσης, μετατρέποντας δικαιώματα σε εμπορεύματα και ενισχύοντας τις κοινωνικές ανισότητες.

Πέμπτον, η εργασία αναδιατάσσεται υπό το καθεστώς της χρηματιστικοποίησης. Η επιβολή του προτύπου «shareholder value» ωθεί τις επιχειρήσεις σε βραχυπρόθεσμες στρατηγικές κερδοφορίας, με αποτέλεσμα την ελαστικοποίηση, το outsourcing και τη γενικευμένη επισφάλεια. Οι εργαζόμενοι βιώνουν έτσι τη χρηματιστικοποίηση όχι μόνο ως μακροοικονομικό φαινόμενο, αλλά ως καθημερινή ανασφάλεια και απορρύθμιση των εργασιακών τους σχέσεων.

Τα παραδείγματα αυτά καταδεικνύουν ότι η χρηματιστικοποίηση δεν περιορίζεται σε μια τεχνική αναδιάρθρωση των αγορών, αλλά συγκροτεί έναν κοινωνικό μηχανισμό εξουσίας και ανισότητας, ο οποίος διαπερνά την κατοικία, την εργασία, την κοινωνική ασφάλεια και τα δημόσια αγαθά.

Έτσι στην σύγχρονη κοινωνία, η χρηματιστικοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός διαμορφώνουν καθοριστικά τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές σχέσεις, υπερβαίνοντας τα παραδοσιακά πλαίσια παραγωγής και κατανάλωσης. Οι τεχνολογικοί γίγαντες, όπως οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και οι εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου, ενσωματώνουν χρηματοπιστωτικές στρατηγικές που υπαγορεύουν τις συνθήκες πρόσβασης, εργασίας και κατανάλωσης, ενώ παράλληλα συγκεντρώνουν εξουσία σε παγκόσμια κλίμακα. Η κλιματική κρίση αναδεικνύει τα όρια της αγοράς και την εξάρτηση από επενδυτικά και χρηματοπιστωτικά κίνητρα, καθώς οι μηχανισμοί τιμολόγησης του άνθρακα και οι πράσινες χρηματοοικονομικές πολιτικές αναδιαμορφώνουν τις σχέσεις παραγωγής και κατανάλωσης, δημιουργώντας νέες μορφές ανισότητας. Ταυτόχρονα, η πανδημία του COVID-19 κατέδειξε τη σχέση μεταξύ νεοφιλελεύθερων πολιτικών, υποχρηματοδοτημένων δημόσιων συστημάτων υγείας και κοινωνικής επισφάλειας, αποκαλύπτοντας πώς οι χρηματοπιστωτικές δομές και η αγορά καθορίζουν την πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, εντείνοντας τις πολλαπλές κοινωνικές ανισότητες. Συνολικά, η σύμπλεξη χρηματιστικοποίησης και νεοφιλελευθερισμού αναδιατάσσει καθημερινές πρακτικές, θεσμούς και πολιτικές, καθιστώντας την οικονομική κυριαρχία καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης κοινωνικής ζωής και ανισότητας.

Η αποτυχία των κυρίαρχων κοινωνιολογικών σχολών — στρουκτουραλιστικής, μαρξιστικής και Κριτικής Σχολής της Φρανκφούρτης — να ενσωματώσουν αυτές τις αλλαγές στην ανάλυσή τους καταδεικνύει ένα θεμελιώδες θεωρητικό «τυφλό σημείο», που εντόπισε ο Gouldner, η κοινωνιολογία, εγκλωβισμένη στον τεχνικισμό, αποξενώθηκε από τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές, χάνοντας την ικανότητά της να παράγει κριτική και κοινωνικά χρήσιμη γνώση.

Η στρουκτουραλιστική κοινωνιολογία, με εκπροσώπους όπως ο Louis Althusser και ο Étienne Balibar, παρέμεινε προσκολλημένη στην αντίληψη της κοινωνίας ως συστήματος ισορροπίας, υποτιμώντας τη δυναμική των κρίσεων και της αναδιάρθρωσης. Η προτεραιότητά της ήταν η αναπαραγωγή των θεσμών και η διασφάλιση της κοινωνικής τάξης, παρά η ανάλυση των νέων χρηματοπιστωτικών μηχανισμών. Η στρουκτουραλιστική προσέγγιση, αν και θεωρητικά αυστηρή, αδυνατούσε να προβλέψει και να ερμηνεύσει την κυριαρχία των χρηματοπιστωτικών αγορών στον μετανεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.  

Η μαρξιστική σχολή, αν και κατάλληλη για την ανάλυση της υπερσυσσώρευσης και των κρίσεων παραγωγής, αντιμετώπιζε τη χρηματοπιστωτική σφαίρα ως δευτερεύουσα ή «παρασιτική». Ο Ερνστ Μαντέλ, για παράδειγμα, ανάλυσε με ακρίβεια τις περιοδικές κρίσεις του καπιταλισμού, την υπερσυσσώρευση και τις φάσεις αναδιάρθρωσης της παραγωγής, αλλά δεν ενσωμάτωσε τον καθοριστικό ρόλο της χρηματιστικοποίησης στην αναδιανομή κεφαλαίου και εξουσίας.  

Ο Σαμίρ Αμίν, επικεντρωμένος στις σχέσεις κέντρου–περιφέρειας και στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, δεν αξιολόγησε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η χρηματοπιστωτική κυριαρχία αναδιαμόρφωνε τις ίδιες τις σχέσεις εξάρτησης, καθιστώντας τα εργαλεία του ανεπαρκή για την πρόβλεψη της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της δεκαετίας του 1980 και του 1990.

Από την κοινωνιολογική οπτική, ο Πιερ Μπουρντιέ ανέδειξε τη σημασία της διασύνδεσης οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού κεφαλαίου, καθώς και των πεδίων κοινωνικής ισχύος. Ωστόσο, η ανάλυσή του παρέμεινε περιορισμένη στη διανομή των πόρων και στην αναπαραγωγή της κοινωνικής τάξης, χωρίς να κατανοεί επαρκώς την υπερεθνική δυναμική των χρηματοπιστωτικών αγορών, η οποία αναδιατάσσει τις ιεραρχίες εξουσίας πέρα από τα όρια κάθε επιμέρους πεδίου.

Η Κριτική Σχολή της Φρανκφούρτης εντόπισε έγκαιρα την εργαλειακή λογική και την «αποικιοποίηση του βιόκοσμου», αλλά παρέμεινε κυρίως επικεντρωμένη στην πολιτισμική και ιδεολογική διάσταση της κυριαρχίας.

Η ανάλυσή της, της εξασφάλιζε εργαλεία για την κριτική της νομιμοποίησης και της εξουσίας, όμως δεν ανέπτυξε ένα ολοκληρωμένο σχήμα για την οικονομική διάσταση της κυριαρχίας και την αυτονομία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η επικέντρωση στη δημοκρατική διαδικασία και στη νομιμοποίηση των θεσμών αφήνει τη χρηματιστικοποίηση ως θεωρητικό «τυφλό σημείο». 

Η ανάλυση του Πικετί στο Capital in the 21st Century, παρουσιάζεται συχνά ως «σύγχρονο Κεφάλαιο» του Μαρξ, κυρίως λόγω της εστίασης στη συγκέντρωση κεφαλαίου και στις ανισότητες. Ωστόσο, ενώ ο Μαρξ συνδύαζε την οικονομική ανάλυση με την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων και της εξουσίας που παράγει το κεφάλαιο, ο Πικετί εστιάζει κυρίως στην ποσοτική και ιστορική καταγραφή των ανισοτήτων.

Παρά την έμφαση του Πικετί στο Capital in the 21st Century στην ανισότητα και τη συγκέντρωση κεφαλαίου, η ανάλυσή του δεν προσεγγίζει τη χρηματιστικοποίηση ως αυτόνομο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο. Σε αντίθεση με τις κλασικές σχολές — όπως ο Μαντέλ, ο Σαμίρ Αμίν και η Σχολή της Φρανκφούρτης — που δεν αντιλήφθηκαν καθόλου την ανερχόμενη δυναμική των χρηματοπιστωτικών αγορών, ο Πικετί καταγράφει εμπειρικά τις συνέπειες της κυριαρχίας του κεφαλαίου, ιδιαίτερα μέσω της ανόδου της αξίας της ακίνητης περιουσίας και της αυξανόμενης σημασίας των αποδόσεων κεφαλαίου για την αναπαραγωγή της ανισότητας. Ωστόσο, η προσέγγισή του παραμένει περιορισμένη, η χρηματιστικοποίηση εμφανίζεται περισσότερο ως συμπτωματική διάσταση της συσσώρευσης πλούτου και όχι ως δομικός μηχανισμός που μετασχηματίζει τις κοινωνικές σχέσεις και αναδιαμορφώνει τις δομές εξουσίας.

Σε σύγκριση με τον Μαρξ, ο οποίος στο έργο του — όπως αναλύει στη Μιζέρια της Φιλοσοφίας — συνδύαζε την οικονομική ανάλυση με την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων και της εξουσίας που παράγει το κεφάλαιο, ο Πικετί εστιάζει κυρίως στην ποσοτική και ιστορική καταγραφή της ανισότητας. Η χρηματιστικοποίηση για τον Πικετί εμφανίζεται ως συνέπεια της συγκέντρωσης κεφαλαίου και όχι ως αυτόνομος κοινωνικός μηχανισμός. Κατά συνέπεια, αν και το έργο του συχνά παρουσιάζεται ως «σύγχρονο Κεφάλαιο» του Μαρξ, η συνέχεια αφορά κυρίως την εμπειρική και πολιτική τεκμηρίωση της ανισότητας, χωρίς το πλήρες κοινωνιολογικό και δομικό βάθος που χαρακτήριζε τον Μαρξ.

Με άλλα λόγια, ο Πικετί φωτίζει τις συνέπειες της κυριαρχίας του κεφαλαίου — ιδιαίτερα μέσω της ανόδου της αξίας της ακίνητης περιουσίας και της σημασίας των αποδόσεων κεφαλαίου — αλλά δεν αναλύει τη χρηματιστικοποίηση ως δομικό κοινωνικό μηχανισμό που αναδιαρθρώνει τις σχέσεις εξουσίας. Έτσι, αν και συνεχίζει την εξερεύνηση του κεφαλαίου, παρά τη σημαντική του συμβολή στην ανάλυση των ανισοτήτων, δεν κατάφερε να συλλάβει πλήρως τη χρηματιστικοποίηση ως θεμελιώδη διαδικασία της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης.

Η αποτυχία των κυρίαρχων σχολών να ερμηνεύσουν τη χρηματιστικοποίηση δεν είναι απλώς ζήτημα θεωρητικής αδυναμίας, αλλά αποκαλύπτει τη δομική τάση της κοινωνιολογίας να εγκλωβίζεται στον τεχνικισμό. Τα «όπλα της κριτικής» υπήρχαν, αλλά δεν αξιοποιήθηκαν πλήρως για την ανάλυση της νέας οικονομικής πραγματικότητας. Η χρηματιστικοποίηση, δηλαδή η κυριαρχία των χρηματοπιστωτικών αγορών, θεσμών και κινήτρων πάνω στην κοινωνική ζωή, ανέδειξε τα όρια της κυρίαρχης κοινωνιολογικής σκέψης.

Η χρηματιστικοποίηση φάνηκε με τον πιο δραματικό τρόπο κατά την οικονομική κρίση του 2008, με την κατάρρευση της Lehman Brothers να λειτουργεί ως σύμβολο της αστάθειας των χρηματοπιστωτικών αγορών και της παγκόσμιας διασύνδεσής τους. Η κρίση αποκάλυψε την αδυναμία των παραδοσιακών κοινωνιολογικών σχολών να κατανοήσουν πλήρως τη λειτουργία των σύνθετων χρηματοπιστωτικών εργαλείων και τις συνέπειες τους για την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν όχι μόνο θεωρητικό κενό, αλλά και ένα έλλειμμα πολιτικής κρίσης, η κοινωνιολογία, περιορισμένη στον τεχνικισμό και στις επιμέρους αναλύσεις, δεν κατάφερε να παράσχει εργαλεία πρόβλεψης, κατανόησης ή παρέμβασης, αφήνοντας τον πολιτικό και κοινωνικό χώρο να αντιδρά με καθυστέρηση και αμηχανία. Η κρίση ανέδειξε έτσι το διαχρονικό «τυφλό σημείο» της κοινωνιολογίας απέναντι στις δυναμικές της χρηματιστικοποίησης και στην ανάγκη για μια κοινωνιολογία που συνδέει θεωρία, εμπειρική ανάλυση και πολιτική σκέψη.   

Η αδυναμία των παραδοσιακών κοινωνιολογικών σχολών να αναγνωρίσουν τον νεοφιλελευθερισμό και τη χρηματιστικοποίηση οδήγησε στη γέννηση και ανάπτυξη νέων θεωρητικών προσεγγίσεων, οι οποίες επιδιώκουν να γεφυρώσουν τα κενά της παραδοσιακής θεωρίας.   

Οι σύγχρονοι θεωρητικοί όπως η Nancy Fraser, ο Wolfgang Streeck, ο Loïc Wacquant και η Judith Butler προσφέρουν εργαλεία για την ανάλυση της οικονομικής κυριαρχίας, της κοινωνικής ανισότητας και των ταυτοτήτων σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης και χρηματιστικοποίησης.   

Η Nancy Fraser συνδέει την κοινωνική δικαιοσύνη με την αναδιανομή και την αναγνώριση, αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική ανισότητα και η πολιτισμική περιθωριοποίηση αλληλεπιδρούν. Σε συνθήκες νεοφιλελευθερισμού, η αναδιανομή πόρων υπονομεύεται από τη χρηματιστικοποίηση, ενώ η αναγνώριση ταυτοτήτων αντιμετωπίζει περιορισμούς από την επιβολή των αγοραίων κριτηρίων σε κοινωνικούς θεσμούς. Η Fraser προσφέρει ένα θεωρητικό εργαλείο που συνδέει οικονομική πολιτική, κοινωνική ανισότητα και πολιτική δράση, υπερβαίνοντας τα όρια της παραδοσιακής μαρξιστικής και της κριτικής  ανάλυσης της Φρανκφούρτης.  

Ο Wolfgang Streeck αναλύει τη σταδιακή αποσύνθεση των εθνικών κοινωνικών συμβολαίων και την επικράτηση των χρηματοπιστωτικών λογικών, υποστηρίζοντας ότι οι κοινωνίες εισέρχονται σε μακροχρόνια κρίση θεσμών. Η θεωρία του υπογραμμίζει τον τρόπο με τον οποίο η χρηματιστικοποίηση επιφέρει θεσμική αποσταθεροποίηση, υπονομεύει τη δημοκρατική διαδικασία και εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνιολογία καλείται να αναλύσει όχι μόνο την οικονομική δυναμική, αλλά και τις θεσμικές και πολιτικές συνέπειες των αγορών.  

Ο Loïc Wacquant επικεντρώνεται στην επιτήρηση και τον κοινωνικό έλεγχο μέσω της εγκληματοποίησης της φτώχειας και της ποινικοποίησης των περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων. Η χρηματιστικοποίηση και ο νεοφιλελευθερισμός συνδέονται με την αναδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, που οδηγεί σε αυξημένη κοινωνική επισφάλεια, ιδίως στους χώρους των πόλεων και των γειτονιών που πλήττονται από τις αγοραίες διαδικασίες.  

Η Judith Butler προσφέρει μια θεωρητική βάση για την κατανόηση της πολιτικής ταυτότητας και της διαπλοκής κοινωνικών δομών και εξουσίας. Η έννοια της «ευαλωτότητας» και της «διαπλεκόμενης καταπίεσης» επιτρέπει την ανάλυση των πολλαπλών επιπέδων κοινωνικού ελέγχου που ενισχύονται από τη χρηματιστικοποίηση, τη μετανάστευση και τη δημοσιονομική πειθαρχία.

Συνδυάζοντας τα παραπάνω, η σύγχρονη κοινωνιολογία μπορεί πλέον να αναλύει τη χρηματιστικοποίηση όχι μόνο ως οικονομικό φαινόμενο, αλλά ως πολύπλοκο κοινωνικό μηχανισμό που διαπερνά εργασιακές σχέσεις, θεσμούς, πολιτισμικές πρακτικές και ταυτότητες. Η ανάλυση αυτή απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση, συνδέοντας οικονομική θεωρία, πολιτική κοινωνιολογία, θεωρία της ταυτότητας και πολιτισμική ανάλυση. 

Η σύγχρονη κοινωνιολογία βρίσκεται μπροστά σε έναν κόσμο όπου οι αγορές δεν διαμορφώνουν μόνο τιμές και αποδόσεις, αλλά σκιαγραφούν καθημερινές ζωές, καθορίζουν ποιους ανθρώπους θεωρούμε ευάλωτους και ποιες αξίες θεωρούνται σημαντικές. Η χρηματιστικοποίηση λειτουργεί σαν αόρατος αρχιτέκτονας: σχεδιάζει τις πόλεις, μετακινεί τους ανθρώπους, επαναδιατάσσει θεσμούς και αναδιανέμει εξουσία με τρόπους που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε πίνακες ή γραφήματα.

Ο Μαρξ μας δίδαξε να βλέπουμε το κεφάλαιο όχι μόνο ως αριθμούς, αλλά ως κοινωνικό μηχανισμό που παράγει σχέσεις και συγκρούσεις. Ο Πικετί φωτίζει τα αποτελέσματα αυτής της κυριαρχίας με εντυπωσιακά δεδομένα, αλλά χωρίς να αιχμαλωτίζει τον κοινωνικό χάρτη που η χρηματιστικοποίηση επανασχεδιάζει καθημερινά. Η πρόκληση για την κοινωνιολογία του 21ου αιώνα είναι να χτίσει γέφυρες ανάμεσα σε αυτές τις οπτικές, να μετατρέψει τη θεωρία σε φακό που βλέπει τις αθέατες δομές εξουσίας, την εμπειρική έρευνα σε χάρτη για την καθημερινή ζωή και την πολιτική φαντασία σε εργαλείο αλλαγής.  

Η σύγχρονη κοινωνιολογία καλείται λοιπόν να απαντήσει σε νέα ερωτήματα:   
• Πώς η χρηματιστικοποίηση επηρεάζει την καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις;  
• Πώς η πολιτική ταυτότητα και η πολιτισμική αναγνώριση συνδέονται με την οικονομική εξουσία;  
• Ποιες νέες μορφές κοινωνικού συμβολαίου μπορούν να αντιμετωπίσουν την απορρύθμιση και την κοινωνική επισφάλεια;  

Σκοπός της πρέπει να είναι να συνθέσει αναλυτικά εργαλεία και πολιτική φαντασία, προκειμένου να αναδείξει τις σχέσεις εξουσίας, να προβλέψει τις κρίσεις και να προτείνει εναλλακτικά πλαίσια κοινωνικής αναπαραγωγής και δικαιοσύνης, διατηρώντας παράλληλα τον αρχικό σκοπό της επιστήμης: την κατανόηση της κοινωνικής ζωής και των μηχανισμών της.  

Η κοινωνιολογία κυρίως ως επιστημονική προσπάθεια κατανόησης της κοινωνίας, ιδιαίτερα σε περιόδους ραγδαίων αλλαγών, όπως η Βιομηχανική Επανάσταση, η πολιτική αναταραχή και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις των 18ου και 19ου αιώνα, έχει ως βασικό σκοπό της να εξηγήσει τι καθορίζει τη δομή και τη λειτουργία των κοινωνιών, να αναλύει τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς και τις ανισότητες και να προτείνει τρόπους βελτίωσης της κοινωνικής ζωής.  
Συνοπτικά, η κοινωνιολογία δημιουργήθηκε για:  
1. Να κατανοήσει και να εξηγήσει την κοινωνική τάξη και αλλαγή.  
2. Να αναλύσει τους μηχανισμούς εξουσίας και τις κοινωνικές ανισότητες.  
3. Να παρέχει εργαλεία για την κοινωνική πρόβλεψη και βελτίωση.  
4. Να συνδέσει ατομικές εμπειρίες με ευρύτερες κοινωνικές δομές (η ιδέα του «sociological imagination» του C. Wright Mills).  

Η χρηματιστικοποίηση αποτελεί όχι μόνο οικονομικό φαινόμενο, αλλά και κοινωνική διαδικασία που απαιτεί ολοκληρωμένη θεωρητική και εμπειρική διερεύνηση. Η ανανέωση της κοινωνιολογίας περνά μέσα από την ικανότητα ενσωμάτωσης νέων μορφών ανάλυσης, χωρίς να χάσει την κριτική προοπτική και τη ροή των κοινωνικών σχέσεων ως αντικείμενο μελέτης — ιδιαίτερα όταν απομακρύνεται από τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.

(*) Σύμφωνα με τον Gouldner, τεχνικισμός είναι η υπερβολική πίστη στη δύναμη της τεχνικής, των εξειδικευμένων μεθόδων και των τεχνοκρατικών λύσεων για την επίλυση κοινωνικών ή οργανωσιακών προβλημάτων, σε βάρος της κατανόησης των κοινωνικών, πολιτικών και ηθικών παραμέτρων.

Με άλλα λόγια, ο τεχνικισμός, κατά Gouldner, μετατρέπει τις κοινωνικές προκλήσεις σε «τεχνικά ζητήματα», θεωρώντας ότι τα προβλήματα μπορούν να λυθούν κυρίως με εργαλεία, διαδικασίες και εξειδικευμένη γνώση, αγνοώντας τις ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, την ανθρώπινη συμπεριφορά και τις ηθικές προεκτάσεις.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»