Του Σωκράτη Αργύρη
[χρόνος ανάγνωσης 9 λεπτά και 23 δευτ.]
Το ερώτημα του Λένιν «Τι να κάνουμε;» (1902) δεν ήταν μόνο ένα κάλεσμα για επαναστατική δράση, αλλά μια βαθιά θεωρητική τομή σχετικά με τη σχέση πολιτικής οργάνωσης, κοινωνικής συνείδησης και ιστορικής αναγκαιότητας. Στον πυρήνα του βρισκόταν το ζήτημα του υποκειμένου της ιστορίας: ποιος δρα, πώς οργανώνεται, με ποια συνείδηση και σε ποιες συνθήκες. Το έργο αυτό θεμελίωσε τη λενινιστική σύλληψη του κόμματος πρωτοπορίας και καθόρισε, άμεσα ή έμμεσα, τον τύπο πολιτικής δράσης που χαρακτήρισε τον 20ό αιώνα — από τα κομμουνιστικά κινήματα μέχρι τα αντιαποικιακά και εργατικά μέτωπα.
Ωστόσο, στις αρχές του 21ου αιώνα, το ερώτημα δεν είναι πια «τι να κάνουμε» με την έννοια της επαναστατικής κατάληψης της εξουσίας, αλλά «τι να κάνει η Δημοκρατία» για να επιβιώσει, να ανανεωθεί και να ξανακερδίσει τη νομιμοποίηση που φαίνεται να φθίνει. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η φιλελεύθερη δημοκρατία φάνηκε να κυριαρχεί αδιαμφισβήτητα. Όμως, μέσα σε λίγες δεκαετίες, η παγκοσμιοποίηση, η χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας, η κατάργηση του κράτους πρόνοιας, η έκρηξη των ανισοτήτων, η ψηφιακή επανάσταση και η άνοδος του δεξιού λαϊκισμού ανέδειξαν νέα ρήγματα.
Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2025, ως κορύφωση του φαινομένου MAGA (Make America Great Again), σηματοδότησε την επιστροφή μιας πολιτικής δίνης όπου η δημοκρατία, όπως και στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται να δοκιμάζει τα όρια της αντοχής της. Σήμερα, το ερώτημα είναι αν το δημοκρατικό πολίτευμα μπορεί να αυτοπροστατευθεί ή αν θα παραδοθεί ξανά στις δυνάμεις της δημαγωγίας, του αυταρχισμού και της αποπολιτικοποίησης.
Για να απαντήσουμε στο «τι να κάνει η Δημοκρατία σήμερα», είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε στο αρχικό λενινιστικό ερώτημα, όχι για να το αναπαράγουμε, αλλά για να το μετασχηματίσουμε: ποιο είναι το νέο «υποκείμενο» της δημοκρατικής δράσης μέσα σε έναν κόσμο δικτύων, αγορών και αλγορίθμων; Πώς μπορεί η συλλογική βούληση να ανασυγκροτηθεί όταν η ίδια η έννοια του πολίτη αποδομείται από την τεχνοοικονομική λογική της εποχής;
Το Τι να κάνουμε; (1902) του Βλαντίμιρ Ίλιτς Λένιν αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά έργα της μαρξιστικής θεωρίας. Συντάχθηκε σε μια εποχή που η Ρωσία ήταν μια αυταρχική μοναρχία με ελάχιστες πολιτικές ελευθερίες και ένα αναδυόμενο βιομηχανικό προλεταριάτο. Η σοσιαλιστική δράση διεξαγόταν υπό καθεστώς παρανομίας, και η ανάγκη για οργανωτικές μορφές ικανές να αντέξουν την καταστολή ήταν ζωτική.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Λένιν αντιπαρατέθηκε στους «οικονομιστές» του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, οι οποίοι πίστευαν ότι η εργατική τάξη θα αποκτούσε πολιτική συνείδηση μέσα από τους ίδιους τους οικονομικούς αγώνες. Ο Λένιν υποστήριξε το αντίθετο: η αυθόρμητη πάλη παράγει μόνο συνδικαλιστική συνείδηση. Η επαναστατική, πολιτική συνείδηση πρέπει να εισαχθεί «απ’ έξω», από μια ομάδα επαγγελματιών επαναστατών που θα καθοδηγήσουν την τάξη προς την εξουσία.
Έτσι θεμελιώθηκε η θεωρία του κόμματος νέου τύπου: μιας οργάνωσης πρωτοπορίας, ιεραρχημένης, πειθαρχημένης και ιδεολογικά ενιαίας. Ο Λένιν εμπνεύστηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, αλλά προσαρμόζοντας τη θεωρία τους στη ρωσική πραγματικότητα. Αν ο Μαρξ θεωρούσε ότι η επανάσταση θα ξεσπούσε στις ώριμες καπιταλιστικές κοινωνίες, ο Λένιν θεώρησε ότι η «αλυσίδα του καπιταλισμού» θα έσπαζε στο πιο αδύναμο κρίκο της — τη τσαρική Ρωσία.
Η θεωρία του Λένιν ήταν προϊόν πολλαπλών επιρροών:
Από το κίνημα των Ναρόντνικων, πήρε τη μαχητικότητα και την παράδοση της παράνομης δράσης.
Από τον Πλεχάνοφ, τη θεωρητική αυστηρότητα και την προσήλωση στον ιστορικό υλισμό.
Από τον Πιότρ Τκάτσεφ, την ιδέα της οργανωμένης μειοψηφίας ως κινητήριας δύναμης της ιστορίας.
Από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία (SPD), τη δομή και την πειθαρχία, αλλά χωρίς τον ρεφορμισμό της.
Το Τι να κάνουμε; δεν ήταν μόνο θεωρία ήταν σχέδιο δράσης. Προδιέγραψε τη διάσπαση μπολσεβίκων–μενσεβίκων το 1903 και καθόρισε τη στρατηγική που οδήγησε στην επανάσταση του 1917. Πάνω απ’ όλα, εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ιστορία δεν κινείται μηχανικά· χρειάζεται ένα συνειδητό, οργανωμένο υποκείμενο για να την ωθήσει.
|
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ιδιαίτερα μετά το 1989, το ερώτημα της πολιτικής οργάνωσης μετατοπίστηκε. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου συμβόλισε όχι μόνο το τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και την ιδεολογική επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο Φράνσις Φουκουγιάμα μίλησε τότε για το «τέλος της ιστορίας», όπου η δημοκρατία και η αγορά θα αποτελούσαν το τελικό στάδιο της ανθρώπινης πολιτικής εξέλιξης.
Αυτή η αισιοδοξία αποδείχθηκε βραχύβια. Η παγκοσμιοποίηση διεύρυνε την παραγωγικότητα αλλά και τις ανισότητες η χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας μετέτρεψε την εργασία και την κατοικία σε επενδυτικά προϊόντα·οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές αποδυνάμωσαν τα κοινωνικά κράτη και διέβρωσαν τη συλλογική ταυτότητα. Ο πολίτης μετατράπηκε σε καταναλωτή, η πολιτική σε θέαμα, και η κοινωνία σε δίκτυο ατομικοτήτων.
Τα κόμματα μαζικής οργάνωσης που κυριάρχησαν τον 20ό αιώνα —σοσιαλδημοκρατικά, χριστιανοδημοκρατικά ή κομμουνιστικά— υποχώρησαν, καθώς η ψηφιακή εποχή αντικατέστησε τις ιεραρχίες με ρευστά δίκτυα. Η «πρωτοπορία» του Λένιν αντικαταστάθηκε από τις πλατφόρμες της Silicon Valley, οι οποίες οργανώνουν την κοινωνική επικοινωνία με αλγοριθμικό τρόπο, δημιουργώντας νέες μορφές εξουσίας: αόρατες, διάχυτες και αποπολιτικοποιημένες.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, το ερώτημα «τι να κάνουμε;» μετατρέπεται σε «πώς να επανασυνδέσουμε τη Δημοκρατία με την κοινωνική πραγματικότητα». Αν ο Λένιν μιλούσε για την ανάγκη εισαγωγής της συνείδησης «απ’ έξω», σήμερα το πρόβλημα είναι αντίστροφο: η πολιτική πρέπει να ξανακούσει τη φωνή των πολιτών που αισθάνονται αποκλεισμένοι από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Η κρίση της δημοκρατίας δεν είναι μόνο θεσμική, αλλά βαθιά υπαρξιακή. Ο πολίτης δεν νιώθει ότι έχει πραγματική επιρροή στις αποφάσεις. Οι αγορές, οι διεθνείς οργανισμοί, τα τεχνολογικά μονοπώλια και οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί καθορίζουν τις πολιτικές σε βαθμό που τα εθνικά κοινοβούλια μοιάζουν διακοσμητικά.
Αυτή η αποσύνδεση μεταξύ εξουσίας και δημοκρατικής κυριαρχίας τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια. Οι λαϊκισμοί της δεξιάς και της αριστεράς —από τον Τραμπ μέχρι τον Όρμπαν και τον Μελανσόν— επιχειρούν να επαναφέρουν το συναίσθημα της πολιτικής ταυτότητας, συχνά όμως με τρόπους αποκλειστικούς, εθνικιστικούς ή αντιφιλελεύθερους.
Το φαινόμενο MAGA στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι χαρακτηριστικό. Η επανεκλογή Τραμπ το 2025 δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως δεξιά ριζοσπαστικοποίηση. Αντανακλά ένα βαθύ αίσθημα εγκατάλειψης από το πολιτικό κατεστημένο, μια νοσταλγία για σταθερότητα και κοινότητα σε έναν κόσμο αβεβαιότητας. Ο Τραμπ λειτούργησε όπως οι δημαγωγοί του Μεσοπολέμου: όχι ως αιτία, αλλά ως σύμπτωμα μιας κοινωνίας που έχασε την πίστη της στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Οι δημοκρατίες του 21ου αιώνα κινδυνεύουν όχι τόσο από στρατιωτικά πραξικοπήματα όσο από εσωτερική διάβρωση. Η παραπληροφόρηση, οι «φούσκες φίλτρου» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας σφαίρας και η εμπορευματοποίηση της γνώμης υπονομεύουν την ίδια την έννοια του κοινού λόγου. Η δημοκρατία προϋποθέτει διάλογο· ο αλγόριθμος παράγει ηχώ.
Ένας από τους βαθύτερους λόγους της κρίσης είναι η ακραία συγκέντρωση πλούτου και ισχύος. Μετά το 1980, το μερίδιο του κεφαλαίου αυξήθηκε δραματικά εις βάρος της εργασίας. Η ψηφιακή οικονομία δεν έφερε καθολική ευημερία, αλλά μια «οικονομία νικητών» όπου λίγες εταιρείες ελέγχουν δεδομένα, τεχνολογία και αφήγημα.
Η χρηματιστηριοποίηση της ζωής —η λογική του κέρδους ανά δευτερόλεπτο— έχει διαβρώσει τους κοινωνικούς δεσμούς. Οι κρίσεις του 2008, του 2020 και του 2023 απέδειξαν ότι η αγορά δεν αυτορυθμίζεται. Οι τράπεζες και τα hedge funds διασώζονται, ενώ οι κοινωνίες πληρώνουν. Έτσι δημιουργείται ένα κενό νομιμοποίησης που θυμίζει την Ευρώπη του Μεσοπολέμου: οικονομική ανασφάλεια, θεσμική δυσπιστία, πολιτική απελπισία.
Η δημοκρατία, για να επιβιώσει, πρέπει να ξαναβρεί το κοινωνικό της περιεχόμενο. Δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερος πολίτης χωρίς οικονομική ασφάλεια, ούτε ισότητα ψήφου χωρίς ισότητα ευκαιριών. Ο Λένιν μιλούσε για την ανάγκη μιας οργανωμένης πρωτοπορίας. Σήμερα, η πρόκληση είναι αντίστροφη: η οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών απέναντι σε υπερεθνικά και απρόσωπα κέντρα εξουσίας.
Αν ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας των κομμάτων, ο 21ος είναι ο αιώνας των κινημάτων. Από το Occupy Wall Street μέχρι τα κινήματα για το κλίμα και το #MeToo, αναδύεται μια νέα μορφή πολιτικής συμμετοχής: οριζόντια, δικτυακή, ανοιχτή. Αυτά τα κινήματα δεν έχουν ιεραρχία ή κεντρική καθοδήγηση — είναι «πλήθη» μάλλον παρά «κόμματα».
Η δύναμή τους βρίσκεται στην αυτοοργάνωση και στη δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης, αλλά και η αδυναμία τους στο ότι δυσκολεύονται να μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε διαρκή θεσμική αλλαγή. Η δημοκρατία χρειάζεται και τους δύο πόλους: την ενέργεια των κινημάτων και τη σταθερότητα των θεσμών. Ούτε η αυθόρμητη εξέγερση αρκεί, ούτε η γραφειοκρατία σώζει.
Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι μια δημοκρατία οργανωμένη αλλά όχι ιεραρχική· συμμετοχική αλλά όχι χαοτική. Οι νέες τεχνολογίες μπορούν να προσφέρουν εργαλεία για μία δημοκρατία της διαβούλευσης, για μία ψηφιακή διαβούλευση, για συμμετοχή των πολιτών πέρα από την κάλπη. Αρκεί η τεχνολογία να τεθεί στην υπηρεσία του δήμου, όχι των εταιρικών συμφερόντων.
Πέρα από θεσμούς και μηχανισμούς, η δημοκρατία είναι φαντασιακή δημιουργία, όπως έγραφε ο Κορνήλιος Καστοριάδης: η ιδέα ότι η κοινωνία αυτοθεσμίζεται. Αυτή η πίστη έχει διαβρωθεί. Ο μεταμοντέρνος κυνισμός, η εμπορευματοποίηση της πολιτικής και η διαρκής κρίση νοήματος έχουν αφήσει ένα ιδεολογικό κενό.
Αν ο Λένιν πίστευε στη δύναμη της θεωρίας να οργανώσει τη δράση, η δημοκρατία σήμερα χρειάζεται νέα αφήγηση — ένα συλλογικό όραμα που να εμπνέει χωρίς να επιβάλλει. Ούτε οι μεγάλες ουτοπίες ούτε ο τεχνοκρατικός πραγματισμός αρκούν. Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που να συνδυάζει ελευθερία και ισότητα, ανάπτυξη και βιωσιμότητα, ατομικά δικαιώματα και συλλογική ευθύνη.
Η κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία και οι μεταναστευτικές ροές θέτουν ερωτήματα που ξεπερνούν τα εθνικά πλαίσια. Η δημοκρατία πρέπει να διευρύνει την κλίμακά της, να γίνει πλανητική χωρίς να χάνει τη συμμετοχικότητα. Όπως άλλοτε ο Λένιν προσάρμοσε τον μαρξισμό στις ρωσικές συνθήκες, έτσι σήμερα οφείλουμε να προσαρμόσουμε τη δημοκρατία στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης.
Παρά την κρίση, η δημοκρατία έχει αποδειχθεί ανθεκτική. Επιβίωσε δύο παγκοσμίων πολέμων, οικονομικών υφέσεων, τρομοκρατικών απειλών και τεχνολογικών ανατροπών. Το γεγονός ότι τα αυταρχικά καθεστώτα χρειάζονται συνεχή προπαγάνδα και καταστολή για να διατηρηθούν δείχνει ότι η δημοκρατική επιθυμία για ελευθερία δεν σβήνει εύκολα.
Η αντοχή, όμως, δεν σημαίνει ακινησία. Η δημοκρατία πεθαίνει όταν θεωρεί τον εαυτό της δεδομένο. Χρειάζεται διαρκή ανανέωση, επανεφεύρεση, παιδεία και συμμετοχή. Δεν αρκεί να προστατεύεται θεσμικά· πρέπει να βιώνεται καθημερινά. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο διαδικασία εκλογής, αλλά τρόπος ζωής – η αποδοχή του διαφορετικού, η ανοιχτή συζήτηση, η εμπιστοσύνη ότι η συλλογική λογική μπορεί να υπερισχύσει του φόβου και της βίας.
Σήμερα, το μεγαλύτερο στοίχημα είναι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτών και θεσμών. Αυτό προϋποθέτει διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική συμμετοχή. Οι πολίτες δεν ζητούν απλώς να ψηφίζουν, αλλά να ακούγονται. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι η νομιμοποίηση δεν είναι μια φορά δοσμένη· είναι συνεχώς υπό διαπραγμάτευση.
Η δημοκρατία έχει αποδείξει ιστορικά ότι μπορεί να μαθαίνει από τα λάθη της. Μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1929 γέννησε το κοινωνικό κράτος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέπτυξε διεθνείς θεσμούς συνεργασίας και ενσωμάτωσε μηχανισμούς προστασίας των δικαιωμάτων. Η πρόκληση του 21ου αιώνα είναι να μετατρέψει την τεχνολογική και οικολογική κρίση σε ευκαιρία δημοκρατικής αναγέννησης.
Η νέα φάση της παγκοσμιοποίησης καθορίζεται από την τεχνητή νοημοσύνη, τη ρομποτική και την αυτοματοποίηση. Οι τεχνολογίες αυτές ανατρέπουν την εργασία, τη γνώση, τη διακυβέρνηση. Ο αλγόριθμος δεν είναι ουδέτερος· ενσωματώνει αξίες, προκαταλήψεις και οικονομικά συμφέροντα. Αν οι αποφάσεις για την πρόσβαση στην πληροφορία, τη δανειοδότηση ή την απασχόληση λαμβάνονται από ιδιωτικούς αλγορίθμους, τότε τίθεται το ερώτημα: ποιος κυβερνά;
Η τεχνολογική εξουσία λειτουργεί όπως η οικονομική στον καιρό του Λένιν: αόρατη αλλά καθοριστική. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι λουδιτισμός, αλλά δημοκρατικός έλεγχος της τεχνολογίας. Η Δημοκρατία πρέπει να ανακτήσει τη δυνατότητα ρύθμισης, να επιβάλει διαφάνεια στους αλγορίθμους, να προστατεύσει τα προσωπικά δεδομένα ως θεμελιώδες δικαίωμα, και να διασφαλίσει ότι η τεχνολογική πρόοδος υπηρετεί το κοινό καλό.
Όπως ο Λένιν είδε στην οργάνωση το μέσο για την απελευθέρωση της τάξης, έτσι σήμερα οφείλουμε να δούμε στη δημοκρατική ρύθμιση της τεχνολογίας τον δρόμο για τη διατήρηση της ελευθερίας. Αν οι πολίτες μετατραπούν σε παθητικούς χρήστες συστημάτων που κατανοούν ελάχιστα, τότε η Δημοκρατία θα μετατραπεί σε μηχανισμό διαχείρισης δεδομένων — χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο.
Η δημοκρατία ιστορικά αναπτύχθηκε σε εθνικά πλαίσια. Όμως, τα μεγάλα προβλήματα του 21ου αιώνα —η κλιματική αλλαγή, οι ανισότητες, οι μεταναστευτικές κρίσεις, οι πανδημίες— είναι υπερεθνικά. Καμία εθνική κυβέρνηση δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει μόνη της. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία πρέπει να αποκτήσει διεθνική μορφή: παγκόσμια θεσμική συνεργασία, διαφάνεια και κοινή λογοδοσία.
Οι υπερεθνικοί οργανισμοί (ΕΕ, ΟΗΕ, G20) λειτουργούν σήμερα περισσότερο ως τεχνοκρατικοί μηχανισμοί παρά ως δημοκρατικοί φορείς. Χρειάζεται μια δημοκρατικοποίηση της παγκοσμιοποίησης: συμμετοχή των κοινωνιών, όχι μόνο των κυβερνήσεων ενίσχυση του διεθνούς δικαίου έναντι της ισχύος· οικοδόμηση παγκόσμιων θεσμών που να προστατεύουν τα κοινά αγαθά — το περιβάλλον, την ειρήνη, τη γνώση.
Αυτό το όραμα δεν είναι ουτοπικό. Όπως ο Λένιν είδε στην οργάνωση των επαναστατών το όργανο για την ανατροπή του τσαρισμού, έτσι και σήμερα μπορούμε να δούμε σε μια παγκόσμια δημοκρατική οργάνωση τη μόνη ελπίδα απέναντι στις ανεξέλεγκτες αγορές και τις αυταρχικές δυνάμεις. Μια νέα διεθνής αλληλεγγύη, βασισμένη στην ισότητα των λαών και στην κοινή ευθύνη για τον πλανήτη, αποτελεί τον «ορίζοντα» της δημοκρατίας του 21ου αιώνα.
Η Δημοκρατία δεν διατηρείται μόνο με θεσμούς· χρειάζεται πολιτισμική παιδεία. Ο Αριστοτέλης ήδη τόνιζε ότι η παιδεία είναι το θεμέλιο του πολιτεύματος, γιατί διαμορφώνει πολίτες ικανούς να συμμετέχουν στο κοινό. Σήμερα, η μαζική πληροφορία δεν σημαίνει μαζική γνώση. Αντίθετα, η υπερπληροφόρηση χωρίς κριτική σκέψη οδηγεί σε σύγχυση και χειραγώγηση.
Η δημοκρατική παιδεία πρέπει να επανέλθει στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας. Όχι μόνο ως εκπαίδευση στην ιστορία και τα δικαιώματα, αλλά ως παιδεία του διαλόγου, της τεκμηρίωσης και της ευθύνης. Η μάχη για τη δημοκρατία είναι μάχη ενάντια στην αμάθεια, τον φανατισμό και τον κυνισμό.
Ο Λένιν έβλεπε την οργάνωση ως φορέα συνείδησης· εμείς οφείλουμε να δούμε την παιδεία ως φορέα ανθεκτικότητας. Μια κοινωνία πολιτών που σκέφτεται κριτικά δεν παρασύρεται εύκολα από τον αυταρχισμό. Η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από οπαδούς, αλλά από ενεργούς, ενημερωμένους και υπεύθυνους πολίτες.
Αν επιχειρούσαμε να μεταφράσουμε το λενινιστικό Τι να κάνουμε; στο δημοκρατικό πλαίσιο του 21ου αιώνα, η απάντηση θα ήταν πολλαπλή:
Να ξαναχτίσουμε τις συλλογικότητες: κόμματα, συνδικάτα, κινήματα, κοινότητες που θα υπερβούν την ατομική απομόνωση και θα εκφράσουν νέες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Να αποκαταστήσουμε την ισορροπία μεταξύ αγοράς και κοινωνίας, επιβάλλοντας κανόνες που περιορίζουν τη χρηματιστηριακή αυθαιρεσία και επαναφέρουν την οικονομία στην υπηρεσία των αναγκών. Να δημοκρατικοποιήσουμε την τεχνολογία και να εξασφαλίσουμε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη υπηρετεί τη διαφάνεια, τη γνώση και τη συλλογική ευημερία. Να ενισχύσουμε τη συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις, αξιοποιώντας τη ψηφιακή διαβούλευση, την τοπική αυτοδιοίκηση και τα θεσμικά αντίβαρα. Να επανεννοιολογήσουμε την έννοια της προόδου, συνδέοντάς την όχι με την αέναη οικονομική μεγέθυνση, αλλά με την ποιότητα ζωής, την οικολογική ισορροπία και τη δικαιοσύνη. Να καλλιεργήσουμε δημοκρατική κουλτούρα που να απορρίπτει τον φόβο, τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία.
Το νέο «κόμμα πρωτοπορίας» δεν μπορεί να είναι μια ιεραρχημένη οργάνωση, αλλά μια πρωτοπορία αξιών: διαφάνεια, αλληλεγγύη, συμμετοχή, οικολογική ευθύνη. Η δύναμή του δεν θα βρίσκεται στη μυστικότητα, αλλά στην ανοικτότητα· όχι στην πειθαρχία, αλλά στη συνεργασία.
Η Δημοκρατία δεν είναι δεδομένο. Είναι μια διαρκής πράξη αυτοθέσμισης, μια μάχη ανάμεσα στη δύναμη και τη δικαιοσύνη, ανάμεσα στην ολιγαρχία και το κοινό συμφέρον. Όπως ο Λένιν έγραφε ότι «χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα», έτσι σήμερα μπορούμε να πούμε ότι χωρίς δημοκρατική συνείδηση δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία.
Η Δημοκρατία μπορεί να αντέξει, αρκεί να παραμείνει ζωντανή, αυτοκριτική και ανοιχτή. Δεν πρέπει να φοβάται τη σύγκρουση· πρέπει να τη μετατρέπει σε δημιουργικό διάλογο. Ο κόσμος μετά το 2025, με την επανεκλογή του Τραμπ και την ενίσχυση αυταρχικών δυνάμεων, δείχνει ότι το κύμα του λαϊκισμού δεν θα υποχωρήσει εύκολα. Όμως η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η αδιαφορία ούτε ο τεχνοκρατικός ελιτισμός· είναι η ενεργητική ανανέωση της δημοκρατικής συμμετοχής.
Αν ο 20ός αιώνας έθεσε το ερώτημα «Τι να κάνουμε;», ο 21ος απαντά: να θυμηθούμε ποιοι είμαστε. Πολίτες, όχι υπήκοοι· δημιουργοί, όχι καταναλωτές· κοινωνία, όχι άθροισμα συμφερόντων. Η Δημοκρατία μπορεί να επιβιώσει μόνο αν ξαναγίνει υπόθεση όλων μας — μια καθημερινή πράξη ευθύνης, γνώσης και αλληλεγγύης.
Μόνο τότε θα μπορέσει να κάνει αυτό που πάντα έκανε στις σκοτεινές στιγμές της ιστορίας: να αναγεννηθεί μέσα από την κρίση και να αποδείξει ότι, παρά τις ατέλειές της, παραμένει η πιο ανθρώπινη μορφή πολιτικής συνύπαρξης που έχουμε γνωρίσει.
