[χρόνος ανάγνωσης 19 λεπτά και 47 δευτ.]
Του Σωκράτη Αργύρη
Η διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια συνιστά μια κρίσιμη τομή στη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους και ταυτόχρονα ένα προνομιακό πεδίο ανάλυσης των ορίων του πολιτικού και κοινωνικού μετασχηματισμού σε συνθήκες μετάβασης. Το εγχείρημά του δεν εκτυλίχθηκε σε ένα ουδέτερο περιβάλλον, αλλά στο σημείο σύγκλισης τριών δυναμικών: μιας κοινωνίας που είχε αναδυθεί μέσα από επαναστατική κινητοποίηση, ενός διεθνούς συστήματος ισχύος που επέβαλλε περιορισμούς κυριαρχίας και ενός κρατικού προτάγματος που απαιτούσε ταχύτητα, συγκεντρωτισμό και διοικητική πειθαρχία.
Στο πλαίσιο αυτό, η καποδιστριακή εμπειρία δεν μπορεί να αξιολογηθεί με όρους επιτυχίας ή αποτυχίας, αλλά ως προσπάθεια πολιτικής άσκησης υπό δομικούς περιορισμούς. Η ανάλυση που ακολουθεί προσεγγίζει τον Καποδίστρια όχι ως ηρωική ή τραγική μορφή, αλλά ως φορέα ενός συγκεκριμένου μοντέλου διακυβέρνησης, φωτίζοντας τα όρια της εφαρμογής του και τα διδάγματα που προκύπτουν για τη σχέση ισχύος, νομιμοποίησης και κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Η ανάδυση της μετεπαναστατικής Ελλάδας ως πολιτικής οντότητας δεν αποτελεί μεμονωμένο ιστορικό φαινόμενο, αλλά εντάσσεται σε ένα σύνθετο πλέγμα ευρωπαϊκών και μεσογειακών εξελίξεων, οι οποίες καθόρισαν τους όρους συγκρότησης της κρατικής εξουσίας.
Πριν ακόμη από την ανάληψη καθηκόντων των πρώτων κυβερνητικών σχηματισμών, το ελληνικό ζήτημα είχε ήδη εγγραφεί στο διεθνές σύστημα ως πρόβλημα ισορροπίας ισχύος, ανταγωνισμού συμφερόντων και διαχείρισης της περιφέρειας. Η κατανόηση αυτού του πλαισίου προϋποθέτει μια θεωρητική προσέγγιση που υπερβαίνει την απλή περιγραφή γεγονότων και εστιάζει στις δομικές συνθήκες του διεθνούς συστήματος.
Μετά το 1815, το ευρωπαϊκό σύστημα ισχύος αναδιοργανώθηκε στη βάση των αποφάσεων του Συνεδρίου της Βιέννης. Η μεταναπολεόντεια τάξη πραγμάτων στηρίχθηκε σε μια συντηρητική λογική σταθερότητας, όπου η έννοια της νομιμότητας ταυτιζόταν με τη διατήρηση των δυναστικών καθεστώτων και την αποτροπή ριζοσπαστικών πολιτικών αλλαγών. Το σύστημα αυτό λειτούργησε ως μορφή συλλογικής ασφάλειας των μεγάλων μοναρχιών, επιδιώκοντας την εξουδετέρωση φιλελεύθερων, επαναστατικών και εθνικών κινημάτων. Από θεωρητική σκοπιά, πρόκειται για ένα πρώιμο σύστημα διεθνούς διακυβέρνησης, όπου η ισχύς ασκούνταν όχι μόνο στρατιωτικά, αλλά και κανονιστικά, μέσω της επιβολής αποδεκτών μορφών πολιτικής οργάνωσης.
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτέλεσε ιδιαίτερη ζώνη ενδιαφέροντος εντός αυτού του συστήματος. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και τυπικά ενταγμένη στη διεθνή τάξη, αντιμετωπιζόταν ως «προβληματικός» δρών, με περιορισμένη ικανότητα διατήρησης της εσωτερικής και εξωτερικής της συνοχής.
Το λεγόμενο Ανατολικό Ζήτημα δεν συνιστούσε απλώς μια σειρά διπλωματικών κρίσεων, αλλά έναν διαρκή μηχανισμό αναδιανομής ισχύος, όπου οι Μεγάλες Δυνάμεις επιδίωκαν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη τους χωρίς να διαταράξουν ριζικά την ισορροπία. Η διατήρηση της αυτοκρατορίας λειτουργούσε συχνά ως εργαλείο σταθερότητας, ενώ η αποδυνάμωσή της παρείχε ευκαιρίες επέκτασης επιρροής.
Η Ελληνική Επανάσταση εμφανίστηκε σε αυτό το πλαίσιο ως μια δομική πρόκληση.
Από τη μία πλευρά, συνιστούσε εθνικό απελευθερωτικό κίνημα, ενταγμένο στη γενικότερη άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη.
Από την άλλη, απειλούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, ενεργοποιώντας ανταγωνισμούς μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Θεωρητικά, το ελληνικό ζήτημα μπορεί να ερμηνευθεί ως σημείο σύγκλισης εσωτερικών επαναστατικών δυναμικών και εξωτερικών στρατηγικών υπολογισμών. Η επιβίωση ή μη της επανάστασης εξαρτήθηκε λιγότερο από την ηθική νομιμοποίηση του αγώνα και περισσότερο από τη συμβατότητά του με τα συμφέροντα των ισχυρών δρώντων.
Η άσκηση ισχύος στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο δεν περιοριζόταν στη στρατιωτική βία. Αντίθετα, αναπτύχθηκε ένα πολυεπίπεδο πλέγμα επιρροής, το οποίο περιλάμβανε τη διπλωματία, την οικονομική εξάρτηση και τη διαχείριση της νομιμοποίησης. Οι Μεγάλες Δυνάμεις λειτούργησαν ως ρυθμιστές της ελληνικής υπόθεσης, καθορίζοντας σταδιακά τα αποδεκτά όρια της ανεξαρτησίας. Η μελλοντική κρατική συγκρότηση δεν νοήθηκε ως πλήρης κυριαρχία, αλλά ως ελεγχόμενη ένταξη στο διεθνές σύστημα, με σαφείς περιορισμούς στην αυτονομία λήψης αποφάσεων.
Στο εσωτερικό του επαναστατικού χώρου, η απουσία συγκροτημένων θεσμών και ενιαίας πολιτικής αρχής ενίσχυσε αυτή τη λογική εξωτερικής διαχείρισης. Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις δεν αποτέλεσαν απλώς προϊόν προσωπικών φιλοδοξιών, αλλά αντανάκλαση της σύγκρουσης διαφορετικών κοινωνικών και πολιτικών οραμάτων για τη μορφή της εξουσίας. Η αδυναμία συγκρότησης σταθερού κέντρου εξουσίας πριν τη μετεπαναστατική περίοδο κατέστησε την ελληνική περίπτωση ευάλωτη σε εξωτερικές παρεμβάσεις, ενισχύοντας τη θέση των διεθνών δρώντων ως επιδιαιτητών.
Η μετάβαση προς τη μετεπαναστατική Ελλάδα σηματοδοτεί, επομένως, μια φάση θεσμικής κανονικοποίησης εντός του διεθνούς συστήματος. Η ανάληψη καθηκόντων από κεντρικές διοικητικές αρχές δεν μπορεί να ιδωθεί ανεξάρτητα από την ανάγκη δημιουργίας ενός κράτους λειτουργικού και προβλέψιμου, ικανού να ενταχθεί στις υπάρχουσες δομές ισχύος. Από θεωρητική σκοπιά, η διαδικασία αυτή αντανακλά τη μετατροπή ενός επαναστατικού υποκειμένου σε κρατικό δρώντα, με σαφώς καθορισμένα δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις.
Η μετεπαναστατική περίοδος συνιστά κρίσιμη καμπή για την ευρωπαϊκή και μεσογειακή πολιτική τάξη, καθώς σηματοδοτεί τη σταδιακή μετάβαση από τη μεταναπολεόντεια συντηρητική σταθερότητα σε ένα πιο ρευστό και δυναμικό διεθνές περιβάλλον. Αν και οι βασικές αρχές του συστήματος της Βιέννης παρέμειναν τυπικά σε ισχύ, οι εξελίξεις που ακολούθησαν κατέδειξαν τα όρια της ικανότητάς του να ελέγχει τις κοινωνικές, πολιτικές και εθνικές δυνάμεις που είχαν ήδη τεθεί σε κίνηση. Από θεωρητική σκοπιά, η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από μια σταδιακή μετατόπιση από την καθολική καταστολή των αλλαγών προς τη διαχείριση και ενσωμάτωσή τους.
Μετά το 1825, οι ευρωπαϊκές μοναρχίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την επανεμφάνιση φιλελεύθερων και συνταγματικών αιτημάτων, τα οποία δεν μπορούσαν πλέον να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά με κατασταλτικά μέσα. Οι επαναστάσεις και τα κινήματα της δεκαετίας του 1820 και του 1830 –με κορυφαία παραδείγματα τη Γαλλία του 1830 και το βελγικό ζήτημα– ανέδειξαν τη σταδιακή αποδυνάμωση της αρχής της απόλυτης δυναστικής νομιμότητας. Η πολιτική αλλαγή δεν εκδηλώθηκε ως πλήρης ανατροπή του καθεστώτος ισχύος, αλλά ως ελεγχόμενη προσαρμογή, μέσω της εισαγωγής συνταγματικών πλαισίων και περιορισμένων μορφών αντιπροσώπευσης.
Στο επίπεδο της θεωρίας διεθνών σχέσεων, η περίοδος αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως φάση μετάβασης από έναν «σκληρό» συντηρητικό ρεαλισμό σε μια πιο ευέλικτη μορφή διαχείρισης ισχύος. Οι Μεγάλες Δυνάμεις συνέχισαν να λειτουργούν ως κεντρικοί ρυθμιστές του διεθνούς συστήματος, ωστόσο αναγνώρισαν σταδιακά ότι η πλήρης άρνηση των κοινωνικών και εθνικών αιτημάτων ενίσχυε την αστάθεια αντί να τη μειώνει. Έτσι, η πολιτική αλλαγή κατέστη εργαλείο σταθεροποίησης και όχι απειλή καθαυτή.
Στη Μεσόγειο, οι εξελίξεις υπήρξαν εξίσου καθοριστικές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, υπό την πίεση εσωτερικών κρίσεων και εξωτερικών παρεμβάσεων, εισήλθε σε φάση εντατικοποίησης των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών. Οι πρώιμες μεταρρυθμίσεις που προηγήθηκαν των Τανζιμάτ αντανακλούσαν την ανάγκη αναπροσαρμογής της κρατικής εξουσίας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης ευρωπαϊκής επιρροής. Η αυτοκρατορία δεν αντιμετωπιζόταν πλέον μόνο ως παράγοντας αποσταθεροποίησης, αλλά και ως πεδίο εφαρμογής νέων μορφών διεθνούς επιτήρησης και έμμεσου ελέγχου.
Η ανάδυση νέων κρατικών μορφωμάτων και η αναγνώριση περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας σε διάφορες περιοχές της Μεσογείου αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου μετά το 1825.
Μετά το 1825, στη Μεσόγειο εμφανίστηκαν νέα κρατικά μορφώματα, όπως η ανεξάρτητη Ελλάδα, η αυτόνομη Σερβία, οι ημιαυτόνομες ηγεμονίες της Ρουμανίας και περιοχές όπως η Κρήτη με την Αιγυπτοκρατία, ενώ η Αλγερία πέρασε υπό γαλλικό έλεγχο. Η κυριαρχία αυτών των οντοτήτων δεν ήταν απόλυτη· τα κράτη αυτά εντάσσονταν στο διεθνές σύστημα υπό όρους, προσαρμοζόμενα στις κανονιστικές και πολιτικές απαιτήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.
Η ανεξαρτησία ή η αυτονομία δεν νοήθηκε ως απόλυτη αποδέσμευση από το διεθνές σύστημα, αλλά ως ένταξη σε αυτό με σαφώς καθορισμένους όρους. Από θεωρητική σκοπιά, πρόκειται για μια διαδικασία «υπό όρους κυριαρχίας», όπου τα νέα ή αναδιαμορφωμένα κράτη όφειλαν να ευθυγραμμιστούν με τις κανονιστικές και πολιτικές προσδοκίες των Μεγάλων Δυνάμεων.
Παράλληλα, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ενίσχυσαν την παρουσία τους στη Μεσόγειο μέσω οικονομικών, ναυτικών και διπλωματικών μηχανισμών. Η ισχύς δεν ασκήθηκε μόνο ως στρατιωτική επιβολή, αλλά και ως έλεγχος των εμπορικών δικτύων, των θαλάσσιων οδών και των χρηματοπιστωτικών ροών. Η Μεσόγειος μετατράπηκε σταδιακά σε χώρο ένταξης της περιφέρειας στην αναδυόμενη παγκόσμια οικονομία, γεγονός που επέφερε βαθιές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η δεκαετία του 1830 ανέδειξε την άνοδο μιας νέας πολιτικής λογικής, όπου η σταθερότητα επιδιώχθηκε μέσω της θεσμικής προσαρμογής και όχι της ακινησίας. Η αποδοχή συνταγματικών καθεστώτων, έστω και περιορισμένων, αντανακλούσε τη συνειδητοποίηση ότι η κρατική ισχύς απαιτούσε πλέον κοινωνική νομιμοποίηση. Η πολιτική αλλαγή δεν ήταν επαναστατική με την κλασική έννοια, αλλά εξελικτική, ενσωματώνοντας στοιχεία φιλελευθερισμού στο υπάρχον σύστημα.
Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί επίσης την ενίσχυση του εθνικού λόγου ως νομιμοποιητικού μηχανισμού. Αν και τα εθνικά κινήματα παρέμειναν αντικείμενο επιτήρησης, η έννοια του έθνους άρχισε να γίνεται αποδεκτή ως στοιχείο πολιτικής οργάνωσης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ανέτρεπε τις θεμελιώδεις ισορροπίες ισχύος. Η επιλεκτική αποδοχή της εθνικής αρχής αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της λειτουργικής προσαρμογής του διεθνούς συστήματος.
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν μπορεί να αναλυθεί αποκλειστικά ως εθνικοαπελευθερωτικό γεγονός ούτε ως προϊόν διεθνούς συγκυρίας. Αντίθετα, συνιστά μια διαλεκτική διαδικασία, στην οποία η δράση των επαναστατημένων ελληνικών πληθυσμών και η πολιτική ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων αλληλοδιαμορφώθηκαν σε συνθήκες έντονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η επανάσταση λειτούργησε ταυτόχρονα ως εσωτερική ρήξη με την οθωμανική εξουσία και ως εξωτερικός καταλύτης αναπροσαρμογής της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η διαλεκτική αυτή σχέση μπορεί να προσεγγιστεί μέσα από την έννοια της αλληλεπίδρασης μεταξύ δομής και δρώντων. Οι Έλληνες επαναστάτες δεν έδρασαν σε ιστορικό κενό, αλλά εντός ενός διεθνούς συστήματος που καθόριζε τα όρια του εφικτού. Ταυτόχρονα, η ίδια η επανάσταση λειτούργησε ως παράγοντας μεταβολής του συστήματος, υποχρεώνοντας τις Μεγάλες Δυνάμεις να επανεξετάσουν τις πολιτικές τους απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως αυτοκρατορική δομή πολλαπλών εθνοτήτων και θρησκειών, αποτελούσε ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα αντικείμενο στρατηγικής διαχείρισης από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η πολιτική τους δεν στόχευε κατ’ ανάγκην στη διάλυσή της, αλλά στη διατήρησή της σε κατάσταση ελεγχόμενης αδυναμίας. Η αυτοκρατορία λειτουργούσε ως «ρυθμιστικός χώρος» μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Η ελληνική εξέγερση ανέτρεψε αυτή την ισορροπία, καθώς εισήγαγε ένα στοιχείο ανεξέλεγκτης αποσταθεροποίησης.
Αρχικά, οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπισαν την Ελληνική Επανάσταση με επιφυλακτικότητα ή και εχθρότητα. Η αρχή της νομιμότητας, όπως είχε διαμορφωθεί μετά το 1815, καθιστούσε κάθε επαναστατική κίνηση δυνητική απειλή για την ευρωπαϊκή σταθερότητα. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση διέφερε από άλλα επαναστατικά κινήματα, καθώς στρεφόταν εναντίον μιας μη ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας και όχι κατά μιας χριστιανικής μοναρχίας. Αυτή η διαφοροποίηση δημιούργησε έναν χώρο ερμηνευτικής ευελιξίας, τον οποίο εκμεταλλεύτηκαν τόσο οι επαναστάτες όσο και οι εξωτερικοί δρώντες.
Η πολιτική ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων εκδηλώθηκε μέσα από μια διαδικασία σταδιακής εμπλοκής, η οποία συνδύαζε αποστασιοποίηση και παρέμβαση. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία αξιολόγησαν την ελληνική εξέγερση υπό το πρίσμα των δικών τους στρατηγικών προτεραιοτήτων: τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών, την πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο και τον περιορισμό της επιρροής των ανταγωνιστών τους.
Η ελληνική επανάσταση αποτέλεσε, έτσι, πεδίο έμμεσου ανταγωνισμού, όπου η υποστήριξη προς τους Έλληνες δεν υπαγορεύθηκε αποκλειστικά από ιδεολογικά ή ανθρωπιστικά κίνητρα, αλλά από υπολογισμούς ισχύος.
Η διαλεκτική διάσταση της σχέσης αυτής γίνεται εμφανής στο γεγονός ότι η επανάσταση δεν υπήρξε παθητικό αντικείμενο της διεθνούς πολιτικής. Οι Έλληνες επαναστάτες ανέπτυξαν στρατηγικές νομιμοποίησης, αξιοποιώντας τον φιλελληνισμό, τον χριστιανικό λόγο και τις αρχές της ελευθερίας για να εντάξουν τον αγώνα τους στο ευρωπαϊκό ιδεολογικό σύμπαν. Με τον τρόπο αυτό, η επανάσταση άσκησε ιδεολογική πίεση στις Μεγάλες Δυνάμεις, περιορίζοντας τα περιθώρια πλήρους ουδετερότητας.
Παράλληλα, η εξέλιξη της σύγκρουσης στο έδαφος κατέστησε σαφές ότι η πλήρης αποκατάσταση της οθωμανικής εξουσίας θα απαιτούσε εκτεταμένη χρήση βίας και θα επέτεινε την αστάθεια στην περιοχή.
Η στρατιωτική εμπλοκή της Αιγύπτου υπό τον Μωχάμετ Άλη και τον Ιμπραήμ Πασά ενίσχυσε την αίσθηση ότι η κρίση υπερέβαινε τα όρια μιας εσωτερικής εξέγερσης. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου συνιστά το αποκορύφωμα αυτής της διαλεκτικής διαδικασίας, όπου η διεθνής παρέμβαση παρουσιάστηκε ως αναγκαστική διαχείριση μιας κρίσης που είχε ήδη διεθνοποιηθεί.
Η πολιτική ισχύος των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν στόχευσε στην πλήρη αποδόμησή της, αλλά στην αναδιάρθρωση της περιφερειακής τάξης. Η δημιουργία ενός ελληνικού κράτους αποτέλεσε συμβιβαστική λύση, η οποία εξυπηρετούσε πολλαπλά συμφέροντα: περιόριζε την οθωμανική κυριαρχία, χωρίς να επιτρέπει τη μονομερή ενίσχυση κάποιας δύναμης, και παρείχε ένα νέο, ελεγχόμενο πολιτικό μόρφωμα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από θεωρητική άποψη, η ελληνική επανάσταση μπορεί να ιδωθεί ως παράδειγμα «διαπραγματευμένης ανεξαρτησίας», όπου η εθνική χειραφέτηση προκύπτει μέσα από τη σύγκλιση επαναστατικής δράσης και διεθνούς στρατηγικής. Η αυτονομία του επαναστατικού υποκειμένου υπήρξε πραγματική αλλά περιορισμένη, καθώς η τελική μορφή της ανεξαρτησίας καθορίστηκε εντός ενός πλαισίου εξωτερικών ισορροπιών.
Η περίοδος που ακολουθεί τη θέσπιση των Συνταγμάτων της Επιδαύρου (1822) και της Τροιζήνας (1827) συνιστά κρίσιμη φάση μετάβασης της Ελληνικής Επανάστασης από ένοπλο αγώνα σε διαδικασία πολιτειακής συγκρότησης. Οι Έλληνες επαναστάτες δεν περιορίστηκαν στη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας, αλλά επιχείρησαν συνειδητά να θεμελιώσουν ένα κράτος στη βάση σύγχρονων συνταγματικών αρχών, αντλώντας ιδεολογικά και θεσμικά πρότυπα κυρίως από τη Γαλλική Επανάσταση. Η προσπάθεια αυτή δεν υπήρξε απλώς μίμηση ευρωπαϊκών μοντέλων, αλλά συνειδητή στρατηγική νομιμοποίησης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές περιβάλλον.
Τα πρώτα ελληνικά συντάγματα ενσωμάτωσαν βασικές αρχές του επαναστατικού συνταγματισμού: τη λαϊκή κυριαρχία, τη διάκριση των εξουσιών, την ισονομία και την κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων. Η υιοθέτηση αυτών των αρχών αντανακλούσε τη βαθιά επίδραση του γαλλικού πολιτικού λόγου, ο οποίος είχε διαχυθεί στον ελληνικό χώρο μέσω της διανόησης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Από θεωρητική σκοπιά, τα συντάγματα αυτά λειτουργούν ως «πράξεις ίδρυσης», με τις οποίες το επαναστατικό σώμα αυτοπροσδιορίζεται ως πολιτικό έθνος και αξιώνει κρατική υπόσταση.
Ωστόσο, η συνταγματική αυτή επιλογή εμπεριείχε μια εγγενή ένταση. Ενώ οι θεσμικές διακηρύξεις παρέπεμπαν σε ένα δημοκρατικό και φιλελεύθερο πρότυπο, η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της επαναστατημένης Ελλάδας χαρακτηριζόταν από έντονη πολυδιάσπαση, έλλειψη συγκεντρωτικής εξουσίας και ανταγωνισμό τοπικών ελίτ. Η απόσταση ανάμεσα στο κανονιστικό πρότυπο και την υλική πραγματικότητα ανέδειξε το πρόβλημα της εκτελεστικής εξουσίας ως κεντρικό ζήτημα της κρατικής συγκρότησης.
Η αναζήτηση ισχυρής ανώτατης εξουσίας –είτε υπό τη μορφή κυβερνήτη είτε βασιλιά– δεν συνιστά αντίφαση προς τα επαναστατικά ιδεώδη, αλλά εντάσσεται στη λογική της πολιτικής σταθεροποίησης.
Στη θεωρία της κρατικής οικοδόμησης, η συγκέντρωση της εκτελεστικής ισχύος θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για τη μετάβαση από την επαναστατική ρευστότητα στην κρατική κανονικότητα. Η ελληνική περίπτωση επιβεβαιώνει αυτή τη διαπίστωση: τα συνταγματικά κείμενα, αν και προοδευτικά, δεν επαρκούσαν από μόνα τους για την άσκηση αποτελεσματικής εξουσίας.
Η επιλογή της Γαλλικής Επανάστασης ως πρότυπο δεν περιορίστηκε στο επίπεδο των θεσμών, αλλά επεκτάθηκε και στη συμβολική συγκρότηση της πολιτικής κοινότητας. Η έννοια του πολίτη, η αναφορά στο έθνος ως κυρίαρχο υποκείμενο και η ρητορική της ελευθερίας και της ισότητας αποτέλεσαν βασικά στοιχεία του πολιτικού λόγου των επαναστατών. Ταυτόχρονα, όμως, η εμπειρία της γαλλικής επαναστατικής αστάθειας λειτούργησε ως προειδοποίηση για τους κινδύνους της υπερβολικής αποδυνάμωσης της εκτελεστικής εξουσίας.
Η αναζήτηση κυβερνήτη ή βασιλιά πρέπει, συνεπώς, να ιδωθεί ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής εσωτερικής και εξωτερικής νομιμοποίησης. Στο εσωτερικό, η παρουσία ενός κεντρικού προσώπου εξουσίας θεωρήθηκε απαραίτητη για την υπέρβαση των τοπικών ανταγωνισμών και τη συγκρότηση ενιαίας κρατικής διοίκησης. Στο εξωτερικό, η ύπαρξη αναγνωρίσιμης ανώτατης αρχής αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την αποδοχή της Ελλάδας ως κρατικού δρώντα στο ευρωπαϊκό σύστημα.
Από τη σκοπιά της διεθνούς πολιτικής, τα συντάγματα της Επιδαύρου και της Τροιζήνας λειτουργούσαν ως δηλώσεις πολιτισμικής και θεσμικής συμβατότητας με την Ευρώπη. Η υιοθέτηση φιλελεύθερων και συνταγματικών αρχών αποσκοπούσε στο να καταδείξει ότι το ελληνικό κράτος δεν αποτελούσε επαναστατική απειλή για τη διεθνή τάξη, αλλά εν δυνάμει ενσωματώσιμο μέλος της. Η αναζήτηση μονάρχη, ιδίως μετά το τέλος της επαναστατικής φάσης, ενίσχυσε περαιτέρω αυτή τη λογική, καθώς η μοναρχία θεωρούνταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις πιο προβλέψιμη μορφή διακυβέρνησης.
Η συνταγματική εμπειρία της Τροιζήνας, με την πρόβλεψη ισχυρής εκτελεστικής εξουσίας στο πρόσωπο κυβερνήτη, αποτυπώνει αυτή τη μετατόπιση. Χωρίς να αναιρεί πλήρως τις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, εισάγει έναν πιο συγκεντρωτικό μηχανισμό διακυβέρνησης, αντανακλώντας τη συνειδητοποίηση ότι η κρατική επιβίωση απαιτούσε αποτελεσματική διοίκηση και διεθνή αναγνώριση.
Η επιλογή αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως συμβιβασμός ανάμεσα στο επαναστατικό ιδεώδες και τη ρεαλιστική διαχείριση της εξουσίας.
Η πρόσκληση και ανάληψη της διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον Ιωάννη Καποδίστρια το 1828 συνιστά καθοριστική τομή στη διαδικασία συγκρότησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η επιλογή του δεν αποτέλεσε απλώς αλλαγή προσώπου στην κορυφή της πολιτικής εξουσίας, αλλά σηματοδότησε τη μετάβαση από την επαναστατική, πολυκεντρική και συχνά ασταθή άσκηση εξουσίας σε ένα πιο συγκεντρωτικό και διοικητικά οργανωμένο μοντέλο διακυβέρνησης. Η τομή αυτή πρέπει να αναλυθεί όχι μόνο στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, αλλά και ως συνειδητή επιλογή κρατικού προτύπου, προσαρμοσμένου στις εσωτερικές αδυναμίες και τις διεθνείς απαιτήσεις της εποχής.
Η πρόσκληση προς τον Καποδίστρια εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναζήτησης νομιμοποιημένης και αποτελεσματικής ανώτατης εξουσίας, το οποίο είχε ήδη διαμορφωθεί μετά τα Συντάγματα της Επιδαύρου και της Τροιζήνας. Παρά τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές τους αρχές, τα επαναστατικά συντάγματα αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν σταθερή διακυβέρνηση σε συνθήκες πολέμου, οικονομικής κατάρρευσης και έντονων εσωτερικών ανταγωνισμών. Η επιλογή ενός ισχυρού κυβερνήτη με διεθνές κύρος αντανακλούσε τη συνειδητοποίηση ότι η επιβίωση του κράτους απαιτούσε προσωρινή υπέρβαση της επαναστατικής πολυφωνίας προς όφελος της διοικητικής συγκέντρωσης.
Από θεωρητική σκοπιά, η ανάληψη της εξουσίας από τον Καποδίστρια μπορεί να ερμηνευθεί ως μετάβαση από τη «νομιμοποίηση της επανάστασης» στη «νομιμοποίηση της κρατικής λειτουργικότητας». Ενώ κατά τη διάρκεια της Επανάστασης η πολιτική εξουσία αντλούσε κύρος από τη συμμετοχή στον αγώνα και την εκπροσώπηση τοπικών συμφερόντων, στη μετεπαναστατική φάση το κριτήριο μετατοπίστηκε στην ικανότητα άσκησης αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Ο Καποδίστριας ενσάρκωσε αυτό το νέο πρότυπο, καθώς συνδύαζε τεχνοκρατική επάρκεια, διπλωματική εμπειρία και διεθνή αναγνώριση.
Το μοντέλο διακυβέρνησης που υιοθέτησε ο Καποδίστριας βασίστηκε σε έναν έντονα συγκεντρωτικό και πατερναλιστικό χαρακτήρα της εκτελεστικής εξουσίας. Η επιλογή αυτή δεν συνιστούσε αυθαίρετη αυταρχική στροφή, αλλά αντανακλούσε συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες. Το ελληνικό κράτος στερούνταν θεσμών, διοικητικής παράδοσης και οικονομικών πόρων, ενώ η κοινωνία ήταν κατακερματισμένη και βαθιά επηρεασμένη από τοπικά δίκτυα εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η συγκεντρωτική διακυβέρνηση θεωρήθηκε αναγκαίο μεταβατικό στάδιο για την οικοδόμηση κρατικής συνοχής.
Ιδεολογικά, το καποδιστριακό μοντέλο δεν αντλούσε έμπνευση αποκλειστικά από τα φιλελεύθερα πρότυπα της Δυτικής Ευρώπης, αλλά συνδύαζε στοιχεία του ευρωπαϊκού συντηρητικού κρατισμού με πρακτικές διοικητικού εκσυγχρονισμού. Η εμπειρία του Καποδίστρια στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία και η συμμετοχή του στο σύστημα της Βιέννης επηρέασαν καθοριστικά την αντίληψή του για την κρατική εξουσία ως εργαλείο τάξης, σταθερότητας και κοινωνικής πειθαρχίας. Το κράτος αντιμετωπίστηκε πρωτίστως ως μηχανισμός οργάνωσης και προστασίας, και δευτερευόντως ως χώρος πολιτικής συμμετοχής.
Στο θεσμικό επίπεδο, η διακυβέρνηση Καποδίστρια στηρίχθηκε στην αναστολή ή περιορισμό της άμεσης εφαρμογής των συνταγματικών διατάξεων, με στόχο την αποφυγή πολιτικής αποσταθεροποίησης. Η επιλογή αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ιδίως από ομάδες που είχαν επενδύσει πολιτικά στη συνταγματική παράδοση της Επανάστασης. Ωστόσο, από θεωρητική άποψη, η στάση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας λογικής «κρατικής αναγκαιότητας», σύμφωνα με την οποία η θεσμική κανονικότητα προϋποθέτει πρώτα την ύπαρξη λειτουργικού κράτους.
Η τομή που εισήγαγε ο Καποδίστριας αφορά, συνεπώς, και τη φύση της πολιτικής εξουσίας. Η διακυβέρνησή του δεν βασίστηκε σε αντιπροσωπευτική νομιμοποίηση, αλλά σε μια μορφή διοικητικής και ηθικής αυθεντίας. Η προσωπική του εικόνα ως ανιδιοτελούς, αυστηρού και προσανατολισμένου στο δημόσιο συμφέρον κυβερνήτη λειτούργησε ως υποκατάστατο των ανεπτυγμένων θεσμών. Αυτό το πρότυπο εξουσίας, αν και αποτελεσματικό σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, ενίσχυσε τη σύγκρουση με τις τοπικές ελίτ και ανέδειξε τα όρια του συγκεντρωτικού κρατισμού σε μια κοινωνία με έντονα επαναστατικά βιώματα.
Σε διεθνές επίπεδο, η διακυβέρνηση Καποδίστρια ευθυγραμμίστηκε με τις προσδοκίες των Μεγάλων Δυνάμεων για ένα προβλέψιμο και ελέγξιμο κράτος στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επιλογή ενός έμπειρου διπλωμάτη ως κυβερνήτη ενίσχυσε την εικόνα της Ελλάδας ως αξιόπιστου κρατικού δρώντα, ικανού να ενταχθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα. Το καποδιστριακό μοντέλο, επομένως, λειτούργησε και ως μηχανισμός διεθνούς νομιμοποίησης.
Η καποδιστριακή διακυβέρνηση, όπως αναλύθηκε, δεν υπήρξε απλώς μια επιλογή συγκεντρωτισμού, αλλά μια απόπειρα επιβολής κρατικής λογικής σε μια κοινωνία που είχε συγκροτηθεί πολιτικά μέσα από την επαναστατική εμπειρία. Η ένταση ανάμεσα στη διοικητική αποτελεσματικότητα και την πολιτική συμμετοχή δεν αποτέλεσε παρεκτροπή, αλλά δομικό χαρακτηριστικό του εγχειρήματος. Η κατανόηση αυτής της έντασης είναι κρίσιμη για την αποτίμηση όχι μόνο των αποτελεσμάτων, αλλά και των ορίων του πολιτικού και κοινωνικού μετασχηματισμού που επιδίωξε ο Καποδίστριας.
Η ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Καποδίστρια μετά την Επανάσταση του 1821 συνιστά έναν κρίσιμο σταθμό στην προσπάθεια συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Η πολιτική του στρατηγική, ωστόσο, δεν αναπτύχθηκε σε κενό, αλλά σε ένα περιβάλλον γεμάτο προηγούμενες προσωπικότητες, οι οποίες είχαν καθορίσει την πορεία της επανάστασης και είχαν αποκτήσει σημαντική κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση. Οι σχέσεις του Καποδίστρια με τους ηγέτες αυτούς ήταν πολύπλοκες, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό την πολιτική του δυνατότητα δράσης και την αποδοχή του από το κοινωνικό σώμα.
Με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, για παράδειγμα, η σχέση χαρακτηριζόταν από έναν εύθραυστο συνδυασμό σεβασμού και διαφωνίας. Ο Μαυροκορδάτος, ως κύριος εκφραστής του πολιτικού κέντρου και συνταγματικός αρχιτέκτονας, θεωρούσε τη συμμετοχή των πολιτικών ελίτ και τις θεσμικές διαδικασίες απαραίτητες για τη νομιμοποίηση του κράτους. Ο Καποδίστριας, αντίθετα, επέλεξε έναν συγκεντρωτικό, πατερναλιστικό τρόπο διακυβέρνησης, που παρακάμπτει σε μεγάλο βαθμό τα καθιερωμένα όργανα. Η διαφορά αυτή προκάλεσε ένταση, καθώς η πρακτική του Καποδίστρια υπονόμευε την επιρροή των πολιτικών ελίτ και τη λειτουργία των συνταγματικών μηχανισμών που προωθούσε ο Μαυροκορδάτος.
Οι σχέσεις του με τις ισχυρές τοπικές οικογένειες, όπως οι Μαυρομιχαληδες της Μάνης, ανέδειξαν την ένταση μεταξύ κεντρικής εξουσίας και παραδοσιακής αυτονομίας. Οι Μαυρομιχαληδες διέθεταν σημαντική στρατιωτική δύναμη και τοπική επιρροή, και οποιαδήποτε προσπάθεια συγκέντρωσης της εξουσίας στο κέντρο αντιμετωπιζόταν με επιφυλακτικότητα. Ο Καποδίστριας επιχείρησε να τους ενσωματώσει στο νεοσύστατο κράτος μέσω στρατιωτικών και τιμητικών θέσεων, όμως οι περιορισμοί στην παραδοσιακή τους αυτονομία και η προσπάθεια ελέγχου των τοπικών δυνάμεων οδήγησαν σε συγκρούσεις και αντιδράσεις, οι οποίες υπονόμευσαν την κοινωνική συναίνεση που προσπαθούσε να εδραιώσει.
Η σχέση με στρατιωτικούς ηγέτες όπως ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και με επαναστατικές προσωπικότητες όπως ο Δημήτριος Υψηλάντης συνιστούσε μια διαφορετική μορφή πολιτικής τριβής. Ο Κολοκοτρώνης, με ισχυρή στρατιωτική φήμη και τοπικές βάσεις εξουσίας, αντιμετώπισε με σκεπτικισμό την προσπάθεια του Καποδίστρια να οργανώσει τον στρατό υπό κεντρική εντολή. Ο Υψηλάντης, αν και με διεθνή αναγνώριση και επαναστατική φήμη, παρέμεινε σχετικά απομακρυσμένος από τις διοικητικές και θεσμικές διαδικασίες που εισήγαγε ο Καποδίστριας. Και στις δύο περιπτώσεις, η απόσταση μεταξύ της στρατιωτικής και επαναστατικής νομιμοποίησης των ηγετών και της διοικητικής νομιμοποίησης του κυβερνήτη δημιούργησε μια αίσθηση ανταγωνισμού και κοινωνικής έντασης.
Συνολικά, οι σχέσεις του Καποδίστρια με τα προηγούμενα ηγετικά στελέχη της Επανάστασης χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό σεβασμού, συνεργασίας και σύγκρουσης. Οι εντάσεις αυτές αντανακλούν τις δομικές προκλήσεις της συγκρότησης του ελληνικού κράτους: η μετάβαση από τοπικιστικές, επαναστατικές και στρατιωτικές μορφές εξουσίας σε ένα συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και θεσμικά οργανωμένο κράτος δεν ήταν ούτε γραμμική ούτε χωρίς κοινωνικές τριβές. Η ικανότητα του Καποδίστρια να ενσωματώσει τα παλαιά ηγετικά στελέχη στο νέο κράτος αποτέλεσε κρίσιμο παράγοντα για την επίτευξη σταθερότητας, αλλά ταυτόχρονα ανέδειξε τα όρια του συγκεντρωτικού μοντέλου του και τις δυσκολίες δημιουργίας ευρείας κοινωνικής νομιμοποίησης.
Η διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια και η εγκαθίδρυση της βαυαρικής μοναρχίας υπό τον Όθωνα συνιστούν δύο διακριτές, αλλά αλληλένδετες φάσεις στη διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Και τα δύο μοντέλα επιδίωξαν τη σταθεροποίηση και τον εκσυγχρονισμό ενός νεοσύστατου και εύθραυστου πολιτικού μορφώματος, ωστόσο βασίστηκαν σε διαφορετικές πηγές νομιμοποίησης, διαφορετικές αντιλήψεις για την κρατική εξουσία και διαφορετικές σχέσεις με την κοινωνία και το διεθνές σύστημα. Η συγκριτική αποτίμησή τους αναδεικνύει τόσο τις δομικές δυσκολίες της κρατικής οικοδόμησης όσο και τα όρια των διαθέσιμων πολιτικών επιλογών.
Το καποδιστριακό μοντέλο διακυβέρνησης χαρακτηρίζεται από έντονο συγκεντρωτισμό, πατερναλιστική αντίληψη της εξουσίας και έμφαση στη διοικητική συγκρότηση. Ο Καποδίστριας αντιλαμβανόταν το κράτος ως εργαλείο επιβολής τάξης και κοινωνικής πειθαρχίας, αναγκαίο για την επιβίωση της ελληνικής πολιτείας σε ένα εχθρικό και ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Η προσωρινή αναστολή ή περιορισμένη εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων ερμηνεύεται, στο πλαίσιο αυτό, ως μέτρο κρατικής αναγκαιότητας και όχι ως ιδεολογική απόρριψη του συνταγματισμού.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του καποδιστριακού μοντέλου συνοδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα πολιτικής νομιμοποίησης. Η απουσία αντιπροσωπευτικών θεσμών και η περιθωριοποίηση των τοπικών ελίτ ενίσχυσαν την αντίληψη μιας «εξωτερικής» ή «επιβεβλημένης» εξουσίας, παρά το γεγονός ότι ο Καποδίστριας είχε προσκληθεί από τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις. Η σύγκρουση ανάμεσα στην κεντρική διοίκηση και τις παραδοσιακές μορφές εξουσίας ανέδειξε το όριο του διοικητικού συγκεντρωτισμού σε μια κοινωνία που είχε διαμορφώσει ισχυρά επαναστατικά και τοπικιστικά βιώματα.
Σε αντίθεση, η βαυαρική μοναρχία στηρίχθηκε εξαρχής σε μια διαφορετική λογική νομιμοποίησης. Ο Όθωνας δεν προέκυψε από εσωτερική πολιτική διαδικασία, αλλά από διεθνή συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, γεγονός που προσέδωσε στο καθεστώς του χαρακτήρα εξωτερικής επιβολής. Η μοναρχία θεωρήθηκε από το ευρωπαϊκό σύστημα πιο σταθερή και προβλέψιμη μορφή διακυβέρνησης, ικανή να εγγυηθεί τη συνέχεια και την τάξη σε ένα κράτος χωρίς βαθιά θεσμική παράδοση.
Το διοικητικό μοντέλο της βαυαρικής μοναρχίας χαρακτηρίστηκε από έντονη γραφειοκρατική οργάνωση, εισαγόμενη σε μεγάλο βαθμό από το βαυαρικό κράτος. Η συγκρότηση υπουργείων, δικαστικού συστήματος και στρατού πραγματοποιήθηκε με βάση ευρωπαϊκά πρότυπα, συμβάλλοντας στην εδραίωση του κράτους ως θεσμικού μηχανισμού. Από αυτή την άποψη, η βαυαρική περίοδος υπήρξε καθοριστική για τη μακροπρόθεσμη κρατική συγκρότηση.
Ωστόσο, η γραφειοκρατική αυτή οικοδόμηση συνοδεύτηκε από έντονη κοινωνική αποξένωση. Η περιορισμένη συμμετοχή των Ελλήνων στη διακυβέρνηση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας, ενίσχυσε την αντίληψη ενός κράτους «άνωθεν επιβεβλημένου».
Σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, ο οποίος επιδίωκε μια ηθική σχέση εξουσίας με την κοινωνία, η βαυαρική μοναρχία λειτούργησε περισσότερο ως θεσμικός μηχανισμός αποκομμένος από τα κοινωνικά αιτήματα.
Η σύγκριση των δύο μοντέλων αναδεικνύει μια κρίσιμη θεωρητική διάσταση: το ζήτημα της κρατικής νομιμοποίησης σε συνθήκες μετάβασης. Ο Καποδίστριας αντλούσε τη νομιμοποίησή του από την προσωπική του αυθεντία και την επαναστατική ανάγκη για τάξη, ενώ η βαυαρική μοναρχία από τη διεθνή αναγνώριση και τη δυναστική αρχή. Και τα δύο μοντέλα αντιμετώπισαν σοβαρές προκλήσεις, καθώς καμία από τις δύο πηγές νομιμοποίησης δεν κατόρθωσε να εδραιωθεί πλήρως στο κοινωνικό σώμα.
Επιπλέον, και τα δύο καθεστώτα ανέδειξαν την ένταση ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τη δημοκρατική συμμετοχή. Ο καποδιστριακός συγκεντρωτισμός και ο βαυαρικός γραφειοκρατικός αυταρχισμός λειτούργησαν ως εργαλεία κρατικής οικοδόμησης, αλλά ταυτόχρονα υπονόμευσαν την ανάπτυξη μιας πολιτικής κουλτούρας συμμετοχής. Η καθυστέρηση της συνταγματικής ομαλότητας –είτε μέσω αναστολής είτε μέσω περιορισμού– αποτέλεσε κοινό χαρακτηριστικό, παρά τις διαφορετικές αφετηρίες.
Από διεθνή σκοπιά, το καποδιστριακό μοντέλο επιδίωξε μεγαλύτερη αυτονομία κινήσεων, γεγονός που προκάλεσε καχυποψία, ιδιαίτερα από τη Βρετανία. Αντίθετα, η βαυαρική μοναρχία εντάχθηκε πιο ομαλά στο πλαίσιο της διεθνούς επιτήρησης, αποδεχόμενη σε μεγαλύτερο βαθμό τους περιορισμούς της εξαρτημένης κυριαρχίας. Η διαφορά αυτή υπογραμμίζει τον ρόλο των εξωτερικών δυνάμεων στη διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών.
Η σύγκριση με τη βαυαρική μοναρχία αναδεικνύει ότι το πρόβλημα της πρώιμης ελληνικής κρατικής συγκρότησης δεν ήταν αποκλειστικά προσωποκεντρικό, αλλά βαθύτερα δομικό. Είτε μέσω προσωπικής αυθεντίας είτε μέσω δυναστικής επιβολής, η κρατική εξουσία κλήθηκε να λειτουργήσει σε συνθήκες περιορισμένης κοινωνικής ενσωμάτωσης και αυξημένης διεθνούς επιτήρησης. Υπό αυτή την έννοια, η καποδιστριακή εμπειρία αποκτά σημασία όχι ως εξαίρεση, αλλά ως πρώιμη εκδήλωση ενός διαχρονικού ελληνικού διλήμματος.
Η διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό επεισόδιο της ελληνικής κρατικής συγκρότησης, αλλά ένα διαχρονικό μάθημα πολιτικής άσκησης σε συνθήκες μετάβασης. Η σημασία της δεν έγκειται μόνο στο τι επιχείρησε να πράξει, αλλά κυρίως στο πώς η πολιτική του πρακτική ανέδειξε τα όρια της τεχνοκρατικής γνώσης, της διεθνούς εμπειρίας και της ατομικής ηγεσίας όταν αυτές δεν εναρμονίζονται με τις δομές νομιμοποίησης και ισχύος.
Ο Καποδίστριας ενσάρκωσε την πεποίθηση ότι η ορθολογική διαχείριση, η διοικητική τάξη και η ηθική αυθεντία μπορούν να υποκαταστήσουν την πολιτική διαπραγμάτευση. Το μάθημα που αναδύεται από αυτή την επιλογή είναι ότι η πολιτική δεν ασκείται μόνο μέσω της αποτελεσματικότητας, αλλά πρωτίστως μέσω της αναγνώρισης. Η γνώση του διεθνούς συστήματος και η ικανότητα διοίκησης αποδείχθηκαν ανεπαρκείς όταν δεν συνοδεύτηκαν από μηχανισμούς κοινωνικής και πολιτικής ενσωμάτωσης.
Σε επίπεδο εσωτερικής πολιτικής άσκησης, η καποδιστριακή εμπειρία αναδεικνύει το θεμελιώδες αξίωμα ότι η κρατική οικοδόμηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ερήμην της κοινωνίας. Ο Καποδίστριας αντιμετώπισε την Ελλάδα ως προ-κρατικό μόρφωμα που έπρεπε να πειθαρχηθεί για να επιβιώσει, θεωρώντας ότι η κρατική τάξη προηγείται της πολιτικής ελευθερίας και ότι η κοινωνία πρέπει πρώτα να «εκπαιδευτεί» στο κράτος. Η ελληνική κοινωνία όμως είχε ήδη εμπειρία πολιτικής συμμετοχής μέσω των Εθνοσυνελεύσεων, ισχυρά τοπικά δίκτυα εξουσίας και προσδοκία ανταμοιβής για τη συμμετοχή στην Επανάσταση. Τα «γιατί» της κοινωνίας –γιατί αποκλειόμαστε από την εξουσία, γιατί αναστέλλονται τα Συντάγματα, γιατί αντικαθίσταται η πολιτική νομιμοποίηση από διοικητική αυθεντία– δεν απαντήθηκαν. Η προσωρινή αναστολή της πολιτικής συμμετοχής, ακόμη και όταν δικαιολογείται ως αναγκαιότητα, δημιούργησε έλλειμμα νομιμοποίησης που δεν αναπληρώθηκε από την καλή πρόθεση ή την προσωπική ακεραιότητα του κυβερνήτη. Το κράτος απαιτεί όχι μόνο πειθαρχία αλλά και συναίνεση, και η απουσία διαύλων πολιτικής έκφρασης μετατρέπει την εξουσία σε ξένο σώμα, ακόμη και όταν επιδιώκει το κοινό καλό.
Σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής, το μάθημα είναι εξίσου σαφές. Ο Καποδίστριας επιχείρησε να ασκήσει πολιτική αυτονομία σε ένα διεθνές περιβάλλον που απαιτούσε σαφή ευθυγράμμιση και προβλεψιμότητα. Οι Μεγάλες Δυνάμεις ζητούσαν σταθερότητα, έλεγχο και ισορροπία, ενώ ο Καποδίστριας πίστευε ότι η διεθνής του εμπειρία του επέτρεπε μεγαλύτερη αυτονομία ως ουδέτερος τεχνοκράτης. Τα «γιατί» των Δυνάμεων –γιατί η Ελλάδα δεν λειτουργεί ως ελεγχόμενο κράτος-περιφέρεια, γιατί ο κυβερνήτης δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένη σφαίρα επιρροής, γιατί δεν επιλέγεται δυναστική λύση– δεν απαντήθηκαν, καθώς δεν αποδέχθηκε πλήρως τη λογική της εξαρτημένης κυριαρχίας ούτε προσέφερε σαφή «ανταλλάγματα» ισχύος. Η πολιτική άσκηση, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ζήτημα προσωπικής ικανότητας, αλλά δομικής τοποθέτησης. Όταν η ηγεσία δεν απαντά καθαρά στο ερώτημα «σε ποια σφαίρα ανήκουμε και με ποιους όρους», το κράτος καθίσταται εύθραυστο και ευάλωτο.
Παρά τη βαθιά γνώση που διέθετε για το αμερικανικό Σύνταγμα και τις φιλελεύθερες συνταγματικές παραδόσεις, ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να εφαρμόσει τα αντίστοιχα διδάγματα στην ελληνική πραγματικότητα. Η εμπειρία αυτή θα μπορούσε να τον καθοδηγήσει στην ενσωμάτωση μηχανισμών ελέγχου και ισορροπίας, καθώς και στην προώθηση θεσμών που θα ενίσχυαν την κοινωνική συμμετοχή και τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Αντ’ αυτού, επέλεξε ένα συγκεντρωτικό, πατερναλιστικό μοντέλο διακυβέρνησης που βασιζόταν στην προσωπική του αυθεντία και στην κεντρική διοίκηση.
Η αποτυχία αυτή δεν οφείλεται στην άγνοια των αρχών του συνταγματικού φιλελευθερισμού, αλλά στην αδυναμία προσαρμογής τους στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας μετά την Επανάσταση: ένα κράτος που αναδύθηκε μέσα από τοπικά δίκτυα εξουσίας, επαναστατικές εμπειρίες και ισχυρά οικογενειακά συμφέροντα. Η κεντρική ιδέα του αμερικανικού Συντάγματος –η ισορροπία ανάμεσα σε κεντρική εξουσία και συμμετοχή των πολιτών– αγνοήθηκε στην πράξη, με αποτέλεσμα η διοικητική τάξη να αντιμετωπίζεται ως ξένο σώμα από μεγάλο τμήμα της κοινωνίας.
Η περίπτωση αυτή αναδεικνύει ένα βασικό μάθημα πολιτικής άσκησης: η γνώση διεθνών πρακτικών και συνταγματικών προτύπων δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από μετάφραση τους στις τοπικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ο Καποδίστριας είχε τη δυνατότητα να αντλήσει διδάγματα από το αμερικανικό μοντέλο για τη δημιουργία συμμετοχικών θεσμών και μηχανισμών νομιμοποίησης, αλλά η έμφαση στην κεντρική εξουσία και την προσωπική ηγεσία υπερίσχυσε, περιορίζοντας την κοινωνική αποδοχή και την πολιτική βιωσιμότητα του νέου κράτους.
Το βαθύτερο μάθημα που αναδύεται από την καποδιστριακή εμπειρία είναι η αδυναμία μεταφοράς μοντέλων εξουσίας χωρίς προσαρμογή. Ο Καποδίστριας εφάρμοσε ένα πρότυπο κρατισμού και συγκεντρωτικής διοίκησης που είχε λειτουργήσει σε άλλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις, αλλά δεν είχε κοινωνικά θεμέλια στην Ελλάδα της Επανάστασης. Η πολιτική πράξη δεν είναι τεχνική εφαρμογή, αλλά διαδικασία μετάφρασης θεσμών σε κοινωνικές συνθήκες, και όταν αυτή η μετάφραση αποτυγχάνει, ακόμη και το πιο ορθολογικό σχέδιο καθίσταται πολιτικά αδύνατο.
Επιπλέον, η περίπτωση Καποδίστρια καταδεικνύει ότι η ηθική πρόθεση δεν ταυτίζεται με την πολιτική αποτελεσματικότητα. Η αδιαμφισβήτητη ανιδιοτέλεια και αυστηρότητα του κυβερνήτη δεν μετουσιώθηκαν σε πολιτική συμμαχία. Η πολιτική εξουσία διατηρείται μέσω της ικανότητας να συγκροτείται ένα πλέγμα συμφερόντων, θεσμών και προσδοκιών, και η αποτυχία αυτής της συγκρότησης οδηγεί στην απομόνωση, ακόμη και όταν επιδιώκεται η σταθερότητα.
Τέλος, ως μάθημα πολιτικής άσκησης, η εμπειρία αυτή φωτίζει το δίλημμα ανάμεσα στην ταχύτητα και τη συμμετοχή. Η επιδίωξη άμεσης κρατικής συγκρότησης, χωρίς σταδιακή ενσωμάτωση της κοινωνίας, δημιούργησε αντιστάσεις που υπερέβησαν τα οφέλη της διοικητικής προόδου. Η πολιτική πράξη απαιτεί ρυθμό που να μπορεί να απορροφηθεί κοινωνικά. Όταν η αλλαγή επιβάλλεται ταχύτερα από τη δυνατότητα κατανόησης και αποδοχής της, μετατρέπεται σε πηγή σύγκρουσης.
Η αποτίμηση της διακυβέρνησης Καποδίστρια οδηγεί αναπόφευκτα πέρα από το ιστορικό πρόσωπο, προς ένα γενικότερο ερώτημα πολιτικής θεωρίας: πώς μπορεί να ασκηθεί μετασχηματιστική πολιτική σε ένα νεοσύστατο κράτος, όταν οι κοινωνικές προσδοκίες, οι θεσμικές δυνατότητες και οι διεθνείς περιορισμοί δεν συμπίπτουν χρονικά ούτε λειτουργικά; Το ερώτημα αυτό καθιστά την καποδιστριακή εμπειρία προνομιακό παράδειγμα για την κατανόηση των ορίων της πολιτικής άσκησης σε συνθήκες μετάβασης.
Συνοψίζοντας, ο Καποδίστριας δεν αποτελεί παράδειγμα αποτυχημένης ηγεσίας, αλλά παράδειγμα ορίων της ηγεσίας. Το μάθημα πολιτικής άσκησης που προκύπτει είναι ότι η επιτυχία στη διακυβέρνηση ενός νεοσύστατου κράτους δεν εξαρτάται μόνο από τη γνώση, την εμπειρία ή τις προθέσεις, αλλά από την ικανότητα σύνθεσης τριών στοιχείων: κοινωνικής νομιμοποίησης, διεθνούς ευθυγράμμισης και θεσμικής προσαρμογής. Όταν ένα από αυτά απουσιάζει, η πολιτική εξουσία καθίσταται εύθραυστη, ανεξαρτήτως της ποιότητας του ηγέτη.
Παρά τις συγκρούσεις με προηγούμενες ηγετικές προσωπικότητες, τις κοινωνικές αντιστάσεις και τις περιορισμένες δυνατότητες πολιτικής ευθυγράμμισης με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ο Ιωάννης Καποδίστριας θεωρείται στην Ελλάδα πρότυπο κυβερνήτη λόγω της ακεραιότητας, της ανιδιοτέλειας και της αφοσίωσής του στο δημόσιο συμφέρον. Η ηγεσία του δεν στηρίχθηκε σε προσωπικά ή οικογενειακά συμφέροντα, ούτε σε κερδοσκοπικές πολιτικές συναλλαγές· αντιθέτως, επέλεξε ένα δρόμο που, παρά την αυστηρότητα, στόχευε στην οργάνωση και συγκρότηση ενός βιώσιμου κράτους. Αυτή η έμφαση στο δημόσιο καλό και στην κρατική τάξη τον ξεχωρίζει από πολλές άλλες προσωπικότητες της εποχής, που ήταν περισσότερο συνδεδεμένες με τοπικά ή προσωπικά συμφέροντα.
Επιπλέον, η εικόνα του Καποδίστρια ως πρότυπου κυβερνήτη πηγάζει από το όραμα του για ένα κράτος λειτουργικό, δίκαιο και σταθερό, έστω κι αν η εφαρμογή αυτού του οράματος συναντούσε αντιστάσεις. Στην ιστορική μνήμη της Ελλάδας, η ικανότητά του να προσπαθεί να θεσμοθετήσει την τάξη, την παιδεία και τη διοικητική συγκρότηση, σε μια κοινωνία μετά από επανάσταση και πολέμους, παρουσιάζεται ως δείγμα πολιτικής συνέπειας, θάρρους και ορθολογικής ηγεσίας.
Τέλος, η μεταγενέστερη εθνική αφήγηση ενίσχυσε την εικόνα του Καποδίστρια ως «ιδεατού κυβερνήτη», καθώς το πρότυπο που δημιούργησε –μια ισχυρή, κεντρικά οργανωμένη και ηθικά αυθεντική εξουσία– αποτέλεσε σημείο αναφοράς για την ανάπτυξη του ελληνικού κράτους. Η ιστορική εκτίμηση δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στις πολιτικές αποτυχίες, αλλά στην ηθική και θεσμική διάσταση της ηγεσίας του, που εξακολουθεί να εμπνέει ως παράδειγμα αφοσίωσης στο δημόσιο συμφέρον.
