Εθνική κυριαρχία στον 21ο αιώνα Εδαφική εξουσία σε έναν κόσμο χωρίς έδαφος

[χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά και 13 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Για μεγάλο μέρος της νεωτερικής ιστορίας, η κυριαρχία ήταν υπόθεση γεωγραφίας. Είχε σύνορα, στρατώνες, τελωνεία, διοικητικές πράξεις και πάνω απ’ όλα, μια υπόσχεση: ότι μέσα σε συγκεκριμένες γραμμές στον χάρτη, μια πολιτική κοινότητα μπορούσε να αποφασίζει για τον εαυτό της. 

Η εδαφική κυριαρχία δεν ήταν απλώς νομικό αξίωμα· ήταν ο τρόπος με τον οποίο η πολιτική διεκδικούσε υπεροχή έναντι της οικονομίας, της θρησκείας ή της αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας, δηλαδή της ικανότητας ισχυρών αποικιοκρατικών δυνάμεων να επιβάλλουν νόμους, στρατιωτικές παρουσίες ή οικονομικές αποφάσεις χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη βούληση των τοπικών κοινοτήτων. 

Στον 21ο αιώνα, αυτή η υπόσχεση παραμένει τυπικά ανέπαφη, αλλά ουσιαστικά αποδυναμωμένη. Τα κράτη εξακολουθούν να υφίστανται, να ψηφίζουν νόμους, να υψώνουν σύνορα και να επικαλούνται την ανεξαρτησία τους. Κι όμως, η αίσθηση ότι η πραγματική ισχύς ασκείται αλλού —μακριά από κοινοβούλια και συντάγματα— γίνεται όλο και πιο διάχυτη. Η κυριαρχία δεν χάθηκε· άλλαξε επίπεδο.  

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η εδαφική κυριαρχία ξεπεράστηκε, αλλά αν παραμένει η βασική μορφή κυριαρχίας. Η πολιτική εξακολουθεί να περιορίζεται στον χώρο: τα κράτη έχουν σύνορα, νόμους και θεσμούς που καθορίζουν πώς ζουν οι πολίτες τους. Αντίθετα, η οικονομία κινείται ελεύθερη στον χρόνο: οι αγορές υπερβαίνουν τα σύνορα, οι ροές κεφαλαίου και εμπορίου διασχίζουν ηπείρους με ταχύτητα και οι αποφάσεις που καθορίζουν τον πλούτο και την επιρροή συχνά λαμβάνονται σε τόπους μακριά από τα κοινοβούλια.  

Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν κατήργησε τα σύνορα· τα προσπέρασε. Το κεφάλαιο κινείται με ταχύτητα, οι αλυσίδες παραγωγής εκτείνονται σε ηπείρους, οι αποφάσεις λαμβάνονται σε πραγματικό χρόνο. Αντίθετα, η πολιτική παραμένει δεμένη με τον χώρο: εκλογικοί κύκλοι, εθνικά δίκαια, διοικητικές διαδικασίες, κοινωνικές αντιστάσεις. Η ασυμμετρία αυτή είναι καθοριστική.  

Η κυριαρχία, όπως ασκείται σήμερα, δεν αμφισβητείται με στρατεύματα αλλά με αξιολογήσεις, κεφαλαιακές ροές, πρότυπα, πιστοληπτικές βαθμίδες, εμπορικές συμφωνίες. Ένα κράτος μπορεί να είναι απολύτως κυρίαρχο στο έδαφός του και ταυτόχρονα εξαιρετικά περιορισμένο στο τι επιτρέπεται να πράξει. Η απόσταση ανάμεσα στο «δικαιούμαι» και στο «μπορώ» διευρύνεται.  

Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν λειτουργεί ως αντίπαλος της πολιτικής, αλλά ως φίλτρο. Δεν απαγορεύει· καθιστά ορισμένες επιλογές «μη ρεαλιστικές». Και αυτός ο ορισμός του ρεαλισμού είναι ίσως η πιο αποτελεσματική μορφή εξουσίας. 

Η ουσία της κυριαρχίας δεν βρίσκεται στη δυνατότητα λήψης αποφάσεων, αλλά στην ύπαρξη πραγματικών εναλλακτικών. Όταν οι επιλογές περιορίζονται εκ των προτέρων από την ανάγκη «προσαρμογής», τότε η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση αναγκαιοτήτων. Το κράτος δεν παύει να είναι κυρίαρχο· παύει να είναι αποφασιστικό.  

Στον 21ο αιώνα, η κυριαρχία γίνεται άνιση. Δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Ορισμένα κράτη διαθέτουν τη δυνατότητα να καθορίζουν κανόνες που άλλοι απλώς ενσωματώνουν. Άλλα βρίσκονται σε μόνιμη κατάσταση διαπραγμάτευσης για το αυτονόητο: πρόσβαση σε αγορές, χρηματοδότηση, τεχνολογία, ενέργεια. 

Η εδαφική κυριαρχία παραμένει το ελάχιστο επίπεδο πολιτικής ύπαρξης. Αλλά το ανώτατο επίπεδο ισχύος μετατοπίζεται αλλού. 

Παράδοξα, αυτή η αποεδαφικοποίηση της οικονομίας δεν σημαίνει ότι το έδαφος χάνει τη σημασία του. Το αντίθετο. Πρώτες ύλες, ενεργειακές διαδρομές, σπάνιες γαίες, δεδομένα, θαλάσσιες οδοί: όλα επαναφέρουν τη γεωγραφία στο προσκήνιο. Όμως η σχέση έχει αντιστραφεί. Το έδαφος αποκτά αξία όχι επειδή ανήκει σε ένα πολιτικό υποκείμενο, αλλά επειδή εντάσσεται σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας που δεν ελέγχονται από αυτό. 

Η κατοχή εδάφους δεν συνεπάγεται πια αυτομάτως την κυριαρχία επί της χρήσης του. Η εκμετάλλευση προϋποθέτει κεφάλαιο, τεχνολογία, αγορές. Όποιος δεν τα διαθέτει, διαπραγματεύεται.  

Η μετατόπιση αυτή της κυριαρχίας δεν συνεπάγεται απλώς απώλεια ισχύος για το κράτος, αλλά αλλαγή του ίδιου του φορέα της εξουσίας. Στον σύγχρονο κόσμο, η κυριαρχία ασκείται συχνά χωρίς κυρίαρχο υποκείμενο. Δεν εντοπίζεται σε ένα συγκεκριμένο κράτος, κυβέρνηση ή θεσμό, αλλά ενσωματώνεται σε κανόνες, πρότυπα, αξιολογήσεις και τεχνικές αναγκαιότητες που παρουσιάζονται ως ουδέτερες. Η ισχύς δεν επιβάλλεται δια της εντολής, αλλά δια της προσαρμογής: όποιος δεν συμμορφώνεται, αποκλείεται, υποβαθμίζεται ή καθίσταται «μη βιώσιμος».  

Η οικονομική κυριαρχία του 21ου αιώνα δεν μοιάζει με αυτοκρατορία, αλλά με καθεστώς. Δεν έχει κέντρο, αλλά έχει ιεραρχίες. Δεν διαθέτει στρατό, αλλά μηχανισμούς πειθάρχησης. Οι αγορές, οι αλυσίδες αξίας, τα τεχνολογικά οικοσυστήματα και τα κανονιστικά πρότυπα συγκροτούν ένα πλέγμα εξουσίας που δεν ακυρώνει την κρατική κυριαρχία, αλλά την περιβάλλει ασφυκτικά. Το κράτος παραμένει υπεύθυνο για τις κοινωνικές συνέπειες των αποφάσεων, χωρίς να διαθέτει πάντα τον έλεγχο των αιτίων τους. Έτσι, η πολιτική εξουσία αποσυνδέεται από την αιτιότητα, ενώ η ευθύνη παραμένει εθνική.  

Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένα εδάφη αποκτούν μια ιδιότυπη σημασία: όχι ως πολιτικά κέντρα, αλλά ως κόμβοι παγκόσμιων αναγκαιοτήτων. Δεν καθορίζουν οι ίδιοι τις εξελίξεις, αλλά καθίστανται αναγκαίοι για την εξέλιξη άλλων. Η κυριαρχία τους δεν αμφισβητείται θεσμικά, αλλά αναστέλλεται λειτουργικά, καθώς το βάρος της παγκόσμιας σημασίας τους υπερβαίνει την πολιτική τους ισχύ. Πρόκειται για εδάφη που δεν μπορούν να μείνουν εκτός, αλλά ούτε και να εισέλθουν με δικούς τους όρους.  

Εδώ ακριβώς αναδύεται το παράδειγμα της Γροιλανδίας.   

Η Γροιλανδία δεν είναι αδύναμη επειδή στερείται εδάφους. Είναι αδύναμη επειδή το έδαφός της είναι υπερβολικά σημαντικό για να το ελέγχει μόνη της. Η στρατηγική της θέση, οι φυσικοί της πόροι και η κλιματική της μεταβολή την καθιστούν κεντρική σε παγκόσμιες αναδιατάξεις. Και όμως, η ίδια παραμένει περιφερειακή ως προς την παραγωγή αποφάσεων. 

Η αυτονομία της είναι πραγματική, αλλά ασύμμετρη. Διαχειρίζεται ένα έδαφος παγκόσμιας αξίας χωρίς να διαθέτει τα μέσα μετατροπής αυτής της αξίας σε πολιτική ισχύ. Η κυριαρχία της δεν αμφισβητείται τυπικά· περιορίζεται πρακτικά. 

Η Γροιλανδία δεν βρίσκεται υπό κατοχή. Βρίσκεται υπό ενδιαφέρον. Και το ενδιαφέρον, στον 21ο αιώνα, είναι συχνά πιο δεσμευτικό από την επιβολή. 

Η δυνατότητα επιλογής για τη Γροιλανδία δεν είναι αν θα συμμετάσχει στην παγκόσμια οικονομία, αλλά με ποιους όρους. Και αυτοί οι όροι δεν καθορίζονται αποκλειστικά από την ίδια. Κάθε απόφαση για εκμετάλλευση πόρων, υποδομές ή επενδύσεις ενσωματώνει σχέσεις εξάρτησης που περιορίζουν μελλοντικές επιλογές. 

Η κυριαρχία, έτσι, αποκτά χρονική διάσταση. Δεν χάνεται άμεσα· διαβρώνεται σταδιακά. Κάθε «αναγκαία» επιλογή μειώνει τον χώρο της επόμενης. 

Η Γροιλανδία δεν αποτελεί εξαίρεση. Αποτελεί συμπύκνωση μιας γενικευμένης συνθήκης: εδαφική κυριαρχία χωρίς οικονομική ηγεμονία ισοδυναμεί με ευθύνη χωρίς έλεγχο. 

Στον 21ο αιώνα, η κυριαρχία δεν καταργείται, αλλά διαχέεται. Κανείς δεν φαίνεται να κυβερνά ολοκληρωτικά, αλλά όλοι υπόκεινται σε ένα σύστημα κανόνων που κανείς δεν ψήφισε συλλογικά. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν έχει πρωτεύουσα, αλλά έχει πειθαρχία.   

Δεν έχει σύνταγμα, αλλά έχει όρια. 

Η εδαφική κυριαρχία επιβιώνει ως μορφή πολιτικής νομιμοποίησης. Η οικονομική κυριαρχία λειτουργεί ως μηχανισμός πραγματικής ισχύος. Το χάσμα ανάμεσά τους ορίζει την πολιτική μας εποχή.  

Η Γροιλανδία δεν προμηνύει το τέλος της κυριαρχίας. Προμηνύει τη μετάβασή της σε κάτι λιγότερο ορατό, λιγότερο δημοκρατικό και πολύ πιο άνισο. 

Εδώ προκύπτει το ερώτημα για την ανασύνθεση της εθνικής κυριαρχίας στον 21ο αιώνα: πώς θα γίνει η μετάβαση από την εδαφική εξουσία στη στρατηγική αυτονομία, καθότι η εθνική κυριαρχία υπήρξε ιστορικά το θεμέλιο της πολιτικής νεωτερικότητας, καθώς ορίστηκε ως η ανώτατη και αποκλειστική εξουσία ενός κράτους επί ενός εδάφους και ενός πληθυσμού, χωρίς εξωτερική επιβολή. 

Η έννοια αυτή επέτρεψε την ανάδυση του κράτους ως φορέα συλλογικής βούλησης, ικανό να ρυθμίζει την οικονομία, να οργανώνει την κοινωνία και να εγγυάται την πολιτική αυτονομία της κοινότητας που εκπροσωπεί. 

Ωστόσο, στον 21ο αιώνα, η κυριαρχία αυτή δεν αμφισβητείται πρωτίστως στο επίπεδο του δικαίου ή της εδαφικής ακεραιότητας, αλλά στο επίπεδο της πραγματικής δυνατότητας άσκησης επιλογών.  

Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία έχει μετασχηματίσει ριζικά τις συνθήκες άσκησης της κυριαρχίας. Οι αγορές, οι χρηματοπιστωτικές ροές, οι τεχνολογικές υποδομές και οι παγκόσμιες αλυσίδες αξίας λειτουργούν σε κλίμακες που υπερβαίνουν το εθνικό κράτος, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλουν περιορισμούς στις πολιτικές αποφάσεις του. Η κυριαρχία, χωρίς να καταργείται τυπικά, αποσπάται από την εδαφική της βάση και μετατοπίζεται σε πεδία λιγότερο ορατά αλλά περισσότερο δεσμευτικά. Έτσι, η συζήτηση για την «ανάκτηση» της εθνικής κυριαρχίας δεν μπορεί να αφορά μια απλή επιστροφή σε παλαιότερα πρότυπα κρατικής αυτονομίας, αλλά απαιτεί επαναπροσδιορισμό του ίδιου του περιεχομένου της. 

Στον σύγχρονο κόσμο, η κυριαρχία δεν εξαντλείται στο δικαίωμα λήψης αποφάσεων, αλλά κρίνεται από το εύρος των πραγματικών εναλλακτικών που διαθέτει ένα κράτος. Ένα πολιτικό σύστημα μπορεί να νομοθετεί ελεύθερα, αλλά αν η εφαρμογή των νόμων του συνεπάγεται οικονομική αποσταθεροποίηση, φυγή κεφαλαίων ή απώλεια πρόσβασης σε κρίσιμους πόρους, τότε η κυριαρχία του είναι λειτουργικά περιορισμένη. Υπό αυτή την έννοια, η παγκοσμιοποιημένη οικονομία δεν αναιρεί την κρατική εξουσία, αλλά την πειθαρχεί μέσω ενός πλέγματος δομικών εξαρτήσεων.  

Η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας στον 21ο αιώνα δεν μπορεί, επομένως, να νοηθεί ως αποδέσμευση από κάθε μορφή αλληλεξάρτησης. Μια τέτοια προοπτική είναι τόσο ανέφικτη όσο και θεωρητικά ατελής. Η κυριαρχία σήμερα συγκροτείται μέσα από τη διαχείριση των εξαρτήσεων και όχι μέσω της άρνησής τους. Κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν ένα κράτος εξαρτάται από διεθνείς ροές κεφαλαίου, ενέργειας ή τεχνολογίας, αλλά αν διαθέτει τη δυνατότητα να διαφοροποιεί αυτές τις εξαρτήσεις, να απορροφά τους κραδασμούς τους και κυρίως, να επιβιώνει πολιτικά σε περίπτωση διακοπής τους.  

Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας αναδεικνύεται ως κεντρική. Στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει πλήρη αυτάρκεια, αλλά ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί έλεγχο επί κρίσιμων τομέων της οικονομίας και της κοινωνίας του, όπως η ενέργεια, η διατροφή, οι μεταφορές, οι βασικές υποδομές και τα δεδομένα.   

Η κυριαρχία, έτσι, μετασχηματίζεται από απόλυτο δικαίωμα σε δυναμική ικανότητα, που εκφράζεται μέσω του σχεδιασμού, της πρόβλεψης και της πολιτικής αντοχής. 

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, στον 21ο αιώνα, η τεχνολογική διάσταση της κυριαρχίας. Η εξάρτηση από εξωτερικά τεχνολογικά συστήματα, πρότυπα και ψηφιακές υποδομές περιορίζει την πολιτική αυτονομία με τρόπους που δεν είναι άμεσα ορατοί. Όταν τα δεδομένα ενός κράτους αποθηκεύονται, επεξεργάζονται και αξιοποιούνται από εξωεδαφικούς δρώντες, η κυριαρχία του καθίσταται εν μέρει διαχειριστική και όχι ουσιαστική. Η επένδυση στην εγχώρια γνώση, στην έρευνα και στον δημόσιο έλεγχο κρίσιμων τεχνολογιών δεν αποτελεί απλώς αναπτυξιακή επιλογή, αλλά προϋπόθεση πολιτικής αυτονομίας.  

Παράλληλα, η άσκηση κυριαρχίας προϋποθέτει κλίμακα. Πολλές από τις σύγχρονες οικονομικές και τεχνολογικές προκλήσεις υπερβαίνουν τις δυνατότητες του μεμονωμένου κράτους. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εθνική κυριαρχία δεν αναιρείται αναγκαστικά μέσω υπερεθνικών μορφών συνεργασίας, αλλά μπορεί να ασκηθεί διαμέσου αυτών. Η συλλογική ρύθμιση αγορών, η κοινή διαχείριση στρατηγικών πόρων και η θέσπιση δεσμευτικών κανόνων σε υπερεθνικό επίπεδο αποτελούν τρόπους επαναφοράς της πολιτικής ισχύος απέναντι στις αγορές. Η κυριαρχία, επομένως, δεν χάνεται όταν μοιράζεται· χάνεται όταν παραμένει ατομική αλλά ανίσχυρη. 

Τέλος, καμία συζήτηση για την εθνική κυριαρχία δεν μπορεί να αγνοήσει τη δημοκρατική της διάσταση. Η κυριαρχία δεν είναι μόνο διεθνής θέση ισχύος, αλλά και εσωτερική σχέση νομιμοποίησης. Κράτη με βαθιά κοινωνική ανισότητα, χαμηλή πολιτική εμπιστοσύνη και περιορισμένη συμμετοχή δυσκολεύονται να ασκήσουν κυριαρχία ακόμη και όταν διαθέτουν υλικούς πόρους. Η ικανότητα ανάληψης του κόστους της αυτονομίας —οικονομικού, κοινωνικού ή πολιτικού— προϋποθέτει κοινωνική συνοχή και συλλογική αποδοχή των στρατηγικών επιλογών.  

Η εθνική κυριαρχία στον 21ο αιώνα δεν «ανακτάται» λοιπόν, με την έννοια της επιστροφής σε ένα παρελθόν πλήρους αυτοδυναμίας. Ανασυντίθεται μέσα από την επαναπολιτικοποίηση της οικονομίας, τον έλεγχο των εξαρτήσεων, τη στρατηγική διαχείριση της τεχνολογίας, την άσκηση ισχύος σε κατάλληλη κλίμακα και τη δημοκρατική νομιμοποίηση των επιλογών. Η κυριαρχία παύει να είναι στατική ιδιότητα και μετατρέπεται σε διαδικασία διαρκούς ισορροπίας. Στον βαθμό που ένα κράτος μπορεί να αντέχει το κόστος των επιλογών του, μπορεί ακόμη να θεωρείται κυρίαρχο. Σε αντίθετη περίπτωση, η κυριαρχία παραμένει νομικός τίτλος χωρίς πολιτικό περιεχόμενο. 

Το άλλο κρίσιμο ερώτημα του 21ου αιώνα να μην είναι ποιος είναι κυρίαρχος, αλλά ποιος μπορεί να αντέξει το κόστος της κυριαρχίας. 

Διότι η κυριαρχία δεν είναι απλώς δικαίωμα· είναι ικανότητα ανάληψης ευθύνης απέναντι σε αβέβαιες συνέπειες, διαχείρισης εξαρτήσεων και πολιτικών ρίσκων που ξεπερνούν τα όρια ενός χάρτη ή ενός κοινοβουλίου. Σε έναν κόσμο όπου η οικονομία τιμωρεί την απόκλιση και η τεχνολογία επιταχύνει την αλληλεξάρτηση, η αυτονομία δεν χάνεται επειδή αφαιρείται, αλλά επειδή γίνεται υπερβολικά δαπανηρή για να υποστηριχθεί. 

Η Γροιλανδία μας υπενθυμίζει την ασυμμετρία αυτής της διαδικασίας. Η αυτονομία της είναι πραγματική, αλλά περιορισμένη: διαχειρίζεται ένα έδαφος στρατηγικής και παγκόσμιας σημασίας χωρίς να διαθέτει τα μέσα να μετατρέψει αυτή τη σημασία σε πολιτική ισχύ. Η κυριαρχία της δεν αμφισβητείται θεσμικά, αλλά αναστέλλεται λειτουργικά· δεν είναι η δυνατότητα να αποφασίζει, αλλά η ικανότητα να διαπραγματεύεται, να επιβιώνει και να προσαρμόζεται μέσα σε ένα πλαίσιο επιβαλλόμενων περιορισμών. Εκεί όπου το έδαφος αποκτά αξία για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, η πολιτική ισχύς γίνεται δευτερεύουσα· η ευθύνη βαραίνει, αλλά ο έλεγχος ελαχιστοποιείται. 

Απέναντι σε αυτό το εκλεπτυσμένο καθεστώς ασύμμετρης εξουσίας, η Βενεζουέλα δείχνει την ωμή, πρακτική πλευρά του ίδιου φαινομένου. Η στρατιωτική παρέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και η σύλληψη του προέδρου Μαδούρο αποκαλύπτουν πώς η κυριαρχία μπορεί να υπονομευθεί όχι με νόμους ή διεθνείς συνθήκες, αλλά με άμεση πρακτική επιβολή. Εκεί που η Γροιλανδία υπέφερε από την περιορισμένη δυνατότητα να μετατρέψει το έδαφός της σε ισχύ, η Βενεζουέλα υπέφερε από την ωμή δυνατότητα ενός υπερδύναμου να καθορίζει, με στρατιωτικά μέσα, ποιος κυβερνά και με ποιους όρους.   

Το γεγονός αυτό μετατρέπει την κυριαρχία σε ένα παιχνίδι διαχείρισης της αναγκαιότητας, όπου οι παραδοσιακές έννοιες της εδαφικής εξουσίας φαίνονται όλο και πιο ανεπαρκείς.  

Η φιλοσοφική διάσταση αυτού του φαινομένου είναι καθοριστική. Η κυριαρχία δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα νομικής υπόστασης ή εδαφικής κατοχής· είναι δοκιμασία συλλογικής ικανότητας, μέτρηση της αντοχής ενός κοινωνικού σώματος απέναντι στις απαιτήσεις της αγοράς, της τεχνολογίας και της διεθνούς πολιτικής.   

Στον 21ο αιώνα, η ελευθερία επιλογών γίνεται προνόμιο όχι του νόμου ή των συνόρων, αλλά της ικανότητας να αντέξεις το κόστος της απόφασης, να φέρεις την ευθύνη και να διαχειριστείς την αβεβαιότητα. Η κυριαρχία μετατρέπεται έτσι σε ηθικό και πολιτικό εργαλείο, όχι μόνο σε τεχνοκρατικό δικαίωμα. 

Στον πυρήνα αυτής της μετατόπισης βρίσκεται η βαθύτερη ερώτηση: τι σημαίνει να είσαι κυρίαρχος όταν οι επιλογές σου υπαγορεύονται εν μέρει από εξωτερικές δυνάμεις και όταν η ίδια η δυνατότητα να ασκείς πολιτική υπόκειται σε όρους που δεν επιλέγεις απόλυτα; Η Γροιλανδία και η Βενεζουέλα, με διαφορετικές εκφάνσεις αλλά παρόμοιο νόημα, μας απαντούν ότι η κυριαρχία στον 21ο αιώνα δεν είναι δεδομένη, δεν είναι απόλυτη και δεν είναι εύκολη.   

Η κυριαρχία είναι κόστος, είναι ευθύνη και —κυρίως— η συνεχής επιλογή να παραμένεις φορέας συλλογικής βούλησης σε έναν κόσμο που διαρκώς θέτει σε δοκιμασία τα όριά του.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»