Η πολιτική της συγκίνησης και η διαχείριση της οργής: το ζήτημα της κινητοποίησης του πλήθους

[χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά και 33 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Η συλλογική κινητοποίηση δεν προκύπτει ως αυθόρμητη αντίδραση σε μεμονωμένα γεγονότα, ούτε ως γραμμική απάντηση σε αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες. Αποτελεί, αντίθετα, το αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαδικασίας μέσα από την οποία η συγκίνηση οργανώνεται, η οργή πλαισιώνεται και η κοινωνική εμπειρία μεταφράζεται σε αποδεκτές ή μη μορφές δημόσιας δράσης. Το πλήθος δεν συγκροτείται απλώς από άτομα που αντιδρούν· συγκροτείται από υποκείμενα που καλούνται να αισθανθούν, να ερμηνεύσουν και να κινηθούν εντός συγκεκριμένων ορίων νοήματος. 

Η πολιτική της συγκίνησης λειτουργεί ως μηχανισμός ενεργοποίησης αλλά και ελέγχου. Η οργή μπορεί να αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη συλλογικής δράσης μόνο όταν καθίσταται αναγνώσιμη, κατευθυνόμενη και συμβατή με το κυρίαρχο πολιτικό πλαίσιο. Σε διαφορετική περίπτωση, περιθωριοποιείται ή απονομιμοποιείται. Η κινητοποίηση του πλήθους, επομένως, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το βάθος της κοινωνικής αδικίας, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται αισθητή, ονομάζεται και πολιτικοποιείται. 

Σε αυτό το πλαίσιο, η συλλογική δράση δεν συνιστά απλώς έκφραση αγανάκτησης, αλλά πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα σε ανταγωνιστικά νοήματα. Η οργή μπορεί να λειτουργήσει ως ρήγμα στη νομιμοποιημένη τάξη ή να απορροφηθεί μέσω μηχανισμών διαχείρισης που την απονευρώνουν πολιτικά. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι κοινωνίες συγκινούνται, αλλά ποιος καθορίζει το περιεχόμενο, τη διάρκεια και τα όρια αυτής της συγκίνησης. Η κινητοποίηση του πλήθους, υπό αυτή την έννοια, αποτελεί διακύβευμα εξουσίας και όχι απλώς κοινωνικής ευαισθησίας.   

Η κινητοποίηση του πλήθους δεν μπορεί να κατανοηθεί ως απλή αντίδραση σε αντικειμενικές κοινωνικές συνθήκες, ούτε ως αυθόρμητη έκρηξη συναισθημάτων που προηγουμένως παρέμεναν καταπιεσμένα. Αντίθετα, συγκροτείται μέσα από ένα πεδίο πολιτικής διαμεσολάβησης, στο οποίο τα συναισθήματα δεν εκφράζονται απλώς, αλλά οργανώνονται, πλαισιώνονται και καθίστανται κοινωνικά αναγνώσιμα. Η συγκίνηση και η οργή δεν αποτελούν εξωτερικά της πολιτικής στοιχεία· είναι πρώτες ύλες της.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πλήθος δεν εμφανίζεται ως αδιαμόρφωτη μάζα, αλλά ως συλλογικό υποκείμενο υπό διαρκή διαπραγμάτευση. Για να κινητοποιηθεί, δεν αρκεί να βιώνει αδικία· πρέπει η αδικία αυτή να μεταφραστεί σε κοινό νόημα. Η πολιτική της συγκίνησης λειτουργεί ακριβώς σε αυτό το σημείο: μετατρέπει διάχυτες εμπειρίες ανασφάλειας, απώλειας ή φόβου σε ενοποιητικές αφηγήσεις. Όταν η συγκίνηση παραμένει ατομική, οδηγεί στην παραίτηση. Όταν γίνεται συλλογική, μπορεί να μετατραπεί σε δράση. 

Το συναίσθημα, ωστόσο, δεν είναι ουδέτερο. Η οργή που κινητοποιεί είναι πάντα επιλεκτικά δομημένη. Δεν είναι κάθε οργή θεμιτή, ούτε κάθε μορφή αγανάκτησης πολιτικά αποδεκτή. Η εξουσία ανέκαθεν επεδίωκε να διαχωρίσει την «δικαιολογημένη αγανάκτηση» από την «επικίνδυνη ριζοσπαστικοποίηση». Οι πρώτες επιτρέπονται, εκτονώνονται, ακόμη και ενθαρρύνονται. Οι δεύτερες στιγματίζονται, απονομιμοποιούνται ή απορροφώνται. Έτσι, η κινητοποίηση του πλήθους δεν αφορά μόνο το αν θα υπάρξει, αλλά και με ποιους όρους.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζει η ταύτιση. Το πλήθος κινητοποιείται όταν ένα γεγονός παύει να αφορά «κάποιους άλλους» και γίνεται υπόθεση του «εμείς». Οι κοινωνικές ανισότητες, για παράδειγμα, δεν οδηγούν αυτομάτως σε συλλογική δράση όταν παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα ατομικών επιλογών ή προσωπικών αποτυχιών. Αντιθέτως, όταν ερμηνεύονται εκ νέου ως δομικό χαρακτηριστικό ενός συστήματος που παράγει συστηματικά αποκλεισμούς, τότε δημιουργείται το έδαφος για πολιτική κινητοποίηση. Η μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό δεν είναι αυτονόητη· είναι βαθιά πολιτική πράξη.

Η απλότητα του αφηγήματος ενισχύει αυτή τη μετάβαση. Τα πλήθη κινητοποιούνται όχι επειδή αγνοούν την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, αλλά επειδή χρειάζονται νοηματικά σχήματα που καθιστούν την εμπειρία τους πολιτικά αρθρωμένη. Η σαφής ανάδειξη ευθυνών, η ονομασία των δομικών αιτίων και η αποφυγή τεχνοκρατικής ασάφειας λειτουργούν ως εργαλεία συγκρότησης συλλογικού υποκειμένου. Αντίθετα, η υπερβολική πολυπλοκότητα λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός αποπολιτικοποίησης, μεταθέτοντας την ευθύνη σε αφηρημένες διαδικασίες και απομακρύνοντας το πλήθος από την αίσθηση πολιτικής παρέμβασης. 

Εξίσου καθοριστική είναι η αίσθηση αποτελεσματικότητας. Η κινητοποίηση δεν στηρίζεται μόνο στην αγανάκτηση, αλλά και στην προσδοκία ότι η δράση μπορεί να επιφέρει αλλαγή. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται ως κλειστό σύστημα, απρόσβλητο από κοινωνικές πιέσεις, η οργή δεν εξαφανίζεται, αλλά μετασχηματίζεται σε κυνισμό. Η επαναλαμβανόμενη εμπειρία της ματαίωσης οδηγεί στη σταδιακή αποσύνδεση από τη συλλογική δράση, όχι ως ένδειξη αδιαφορίας, αλλά ως μορφή προστασίας από την απογοήτευση. 

Σε αυτό το σημείο, η διαχείριση της οργής καθίσταται κεντρικό πολιτικό διακύβευμα. Η εξουσία δεν επιδιώκει απαραίτητα να καταστείλει κάθε κινητοποίηση· συχνά προτιμά να την απορροφήσει. Μέσα από θεσμικές διαδικασίες, επιτροπές, υποσχέσεις μεταρρυθμίσεων ή προσωρινές παραχωρήσεις, η οργή μετατρέπεται σε διαχειρίσιμο ζήτημα. Η κινητοποίηση αποκτά μορφή, αλλά χάνει τη δυναμική της. Η συγκίνηση παραμένει, αλλά αποσυνδέεται από τη δυνατότητα ρήξης. 

Η ελληνική κοινωνική εμπειρία προσφέρει χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της δυναμικής. Η τραγωδία των Τεμπών λειτούργησε αρχικά ως σημείο συμπύκνωσης μιας βαθύτερης κοινωνικής εμπειρίας: της διάχυτης αίσθησης εγκατάλειψης, της υποτίμησης της ανθρώπινης ζωής και της χρόνιας απουσίας λογοδοσίας. Η μαζική κινητοποίηση που ακολούθησε δεν ήταν απλώς αντίδραση στο γεγονός, αλλά στην αποκάλυψη ενός δομικού προβλήματος. Για μια στιγμή, η κοινωνική συγκίνηση απέκτησε πολιτικό πρόσημο. 

Ωστόσο, καθώς το γεγονός επανεγγράφεται στον χρόνο, εντείνεται και η προσπάθεια διαχείρισής του. Η μετάβαση από το συλλογικό πένθος στη θεσμική ή κομματική αξιοποίησή του εγκυμονεί τον κίνδυνο αποδιάρθρωσης της αρχικής ταύτισης. Όταν το νόημα μετατοπίζεται από τη δομική ευθύνη στη μερική πολιτική εκπροσώπηση, το πλήθος δεν παύει να συγκινείται, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο νέο πλαίσιο. Η κινητοποίηση φθίνει όχι επειδή η οργή εξαντλήθηκε, αλλά επειδή το νόημά της αλλοιώθηκε. 

Το πλήθος, σε αυτές τις συνθήκες, δεν σιωπά επειδή πείθεται, αλλά επειδή δεν αναγνωρίζει πλέον τις διαθέσιμες μορφές πολιτικής έκφρασης ως δικές του. Η συγκίνηση παραμένει, αλλά αποσυνδέεται από τη δράση. Αυτό το κενό αποτελεί τον πυρήνα της σύγχρονης κρίσης της συλλογικής πολιτικής: όχι έλλειψη συναισθήματος, αλλά αδυναμία μετατροπής του σε διαρκή, μη διαχειρίσιμη διεκδίκηση. 

Κάπου εδώ η πολιτική παύει να προσποιείται ότι ακούει. Η οργή καταγράφεται, μετριέται, αρχειοθετείται. Γίνεται αριθμός συμμετεχόντων, ημέρα κινητοποίησης, δελτίο τύπου. Το γεγονός συνεχίζει να υπάρχει, αλλά αποσυνδέεται από τη ζωή. Δεν εξαφανίζεται η συγκίνηση· εξαφανίζεται η δυνατότητά της να επιμείνει. Και όταν η πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση της έντασης, το πλήθος καλείται όχι να διεκδικήσει, αλλά να περιμένει.

Η κινητοποίηση του πλήθους δεν αποτελεί ούτε φυσικό αντανακλαστικό ούτε αυτονόητη συνέπεια της κοινωνικής αδικίας. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαρκούς σύγκρουσης γύρω από το νόημα των γεγονότων, τα όρια της συγκίνησης και τη δυνατότητα της οργής να μετατραπεί σε πολιτική πράξη. Σε αυτό το πεδίο, η πολιτική δεν διαχειρίζεται απλώς αιτήματα· διαχειρίζεται συναισθήματα, προσδοκίες και τη μνήμη της κοινωνικής εμπειρίας. Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι αν το πλήθος θα αισθανθεί, αλλά αν η συγκίνησή του θα αποκτήσει διάρκεια και προσανατολισμό πέρα από την στιγμιαία εκτόνωση.

Η οργή, όταν αποσπάται από τις κοινωνικές της αιτίες και εντάσσεται σε ακίνδυνα αφηγήματα, χάνει τον ανατρεπτικό της χαρακτήρα. Μπορεί να μετατραπεί σε τελετουργική αγανάκτηση, σε επαναλαμβανόμενη διαμαρτυρία χωρίς πολιτικό βάθος ή σε εύκολα διαχειρίσιμη συναισθηματική υπερχείλιση. Έτσι, η κινητοποίηση του πλήθους κινδυνεύει να περιοριστεί σε εφήμερες εκδηλώσεις που επιβεβαιώνουν, αντί να αμφισβητούν, το υπάρχον πλαίσιο εξουσίας. Η πολιτική της συγκίνησης δεν καταστέλλει την οργή· τη μετασχηματίζει σε κοινωνικά ανεκτή μορφή. 

Σε τελική ανάλυση, η κινητοποίηση του πλήθους δεν εξαρτάται από την ένταση της συγκίνησης, αλλά από το αν αυτή βρίσκει πολιτική αναγνώριση χωρίς να ακυρώνεται. Όσο η οργή μετατρέπεται σε διαχειρίσιμο συμβάν και η κοινωνική εμπειρία αποσπάται από τις δομικές της αιτίες, η συλλογική δράση θα παραμένει ευάλωτη στη φθορά και στην αφομοίωση. Η πολιτική της συγκίνησης, όταν αποσυνδέεται από τη δυνατότητα ρήξης, παράγει συμμετοχή χωρίς μετασχηματισμό και μνήμη χωρίς συνέπειες. 

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι κοινωνίες εξακολουθούν να συγκινούνται. Είναι τι συμβαίνει όταν δεν αναγνωρίζουν πια καμία διαθέσιμη μορφή πολιτικής έκφρασης ως δική τους. Πού κατευθύνεται η οργή όταν δεν βρίσκει λόγο, χώρο και χρόνο για να αρθρωθεί πολιτικά; Και τι μορφές μπορεί να λάβει όταν η συλλογική εμπειρία επιμένει, αλλά η πολιτική αναγνώριση αποσύρεται;

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»