Στο Νταβός έγινε ρήγμα στους G7;

[χρόνος ανάγνωσης 5 λεπτά και 19 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Στην αυγή του 2026, ο διεθνής πολιτικός χάρτης δεν χαρακτηρίζεται απλώς από ρευστότητα, αλλά από μια βαθύτερη αποσύνθεση των βεβαιοτήτων που συγκρότησαν τη μεταπολεμική διεθνή τάξη. Οι κανόνες που άλλοτε λειτουργούσαν ως μηχανισμοί σταθερότητας και προβλεψιμότητας έχουν χάσει την καθολικότητά τους, όχι λόγω μιας μεγάλης, ορατής ρήξης, αλλά εξαιτίας της σταδιακής φθοράς των θεσμών, της επιλεκτικής εφαρμογής του διεθνούς δικαίου και της αυξανόμενης αδυναμίας των υπερδυνάμεων να προσφέρουν συλλογικά ωφέλη. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική και οικονομική δύναμη, όμως η ικανότητά τους να επιβάλλουν ατζέντες χωρίς κόστος ή αμφισβήτηση έχει περιοριστεί. Η Κίνα διεκδικεί ρόλο διαμορφωτή κανόνων, η Ρωσία αξιοποιεί ενεργειακά και στρατιωτικά εργαλεία, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το μέγεθός της, συνεχίζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στη ρητορική της στρατηγικής αυτονομίας και την ιστορική εξάρτηση από την Ουάσινγκτον. Σε αυτό το περιβάλλον, οι μεσαίες δυνάμεις δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια της παθητικής προσαρμογής·η επιβίωσή τους ως πολιτικά υποκείμενα εξαρτάται από την ικανότητά τους να δημιουργούν συλλογικούς μοχλούς ισχύος.  

Αυτό ακριβώς το σημείο ανέδειξε ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, στην ομιλία του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Η παρέμβασή του ξεπέρασε την τεχνοκρατική ανάλυση των αγορών και των οικονομικών κινδύνων και εξελίχθηκε σε μια στρατηγική διακήρυξη αμφισβήτησης της «διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες». Κατά τον Κάρνεϊ, οι κανόνες αυτοί δεν εγγυώνται πλέον ίση μεταχείριση, δεν εξασφαλίζουν αμοιβαία οφέλη και, κυρίως, δεν λειτουργούν ως ασπίδα για τις μεσαίες δυνάμεις. Αντιθέτως, μετατρέπονται σε εργαλεία επιβολής για όσους έχουν τη δύναμη να τους παρακάμπτουν ή να τους εφαρμόζουν επιλεκτικά.   

Η διάγνωση αυτή είναι ακριβής. Εκεί όμως όπου η ομιλία αποκτά πολιτικό βάθος, αποκαλύπτει ταυτόχρονα και τα όριά της. Ο Κάρνεϊ περιγράφει με σαφήνεια τη φθορά της παλιάς τάξης, αλλά αποφεύγει να χαρτογραφήσει με την ίδια ακρίβεια το κόστος της νέας. Η ρήξη παρουσιάζεται ως αναγκαιότητα, όχι όμως ως διαδικασία με σαφείς οικονομικές, θεσμικές και γεωπολιτικές συνέπειες.   

Από την ομιλία του αναδύεται η ιδέα ενός άτυπου mini-BRICS εντός του G7: ενός μπλοκ μεσαίων δυνάμεων —Καναδάς, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία και ενδεχομένως άλλοι— που θα λειτουργούν συλλογικά ως αντιστάθμισμα στη μονοδιάστατη αμερικανική επιρροή. Κάθε χώρα, κατά τη μεταφορά του Κάρνεϊ, αποτελεί “another brick in the wall” μιας νέας συλλογικής αυτονομίας. Ο τοίχος αυτός δεν χτίζεται για σύγκρουση, αλλά για διαπραγμάτευση όχι για ρήξη με τις ΗΠΑ, αλλά για τη δημιουργία μοχλών πίεσης που περιορίζουν τη μονομερή άσκηση ισχύος.  

Η έννοια της ρήξης που εισάγει ο Κάρνεϊ δεν ταυτίζεται με την κλασική εικόνα της γεωπολιτικής ανατροπής μέσω σύγκρουσης. Πρόκειται για ρήξη χαμηλής ορατότητας αλλά υψηλής στρατηγικής σημασίας: μια σταδιακή απώλεια νομιμοποίησης των κανόνων χωρίς την ταυτόχρονη αντικατάστασή τους από ένα νέο, καθολικά αποδεκτό πλαίσιο. Σε αντίθεση με τη «μετάβαση», η οποία προϋποθέτει θεσμική συνέχεια και προβλεψιμότητα, η ρήξη δημιουργεί ένα ενδιάμεσο πεδίο αβεβαιότητας, όπου η ισχύς ασκείται αποσπασματικά και οι συμμαχίες αποκτούν προσωρινό χαρακτήρα.  

Ο Κάρνεϊ αναγνωρίζει ορθά αυτή την κατάσταση, αλλά την αντιμετωπίζει περισσότερο ως πολιτικό δεδομένο παρά ως ιστορική καμπή που απαιτεί βαθιές ανακατανομές κόστους, ρόλων και ευθυνών. Η ρήξη, ωστόσο, δεν είναι ουδέτερη: ευνοεί όσους έχουν αντοχή, θεσμικό βάθος και εσωτερική συνοχή — και τιμωρεί όσους βασίζονται στη ρητορική χωρίς υλική στήριξη.   

Ωστόσο, εδώ ακριβώς αναδύεται η κεντρική αντίφαση της πρότασης. Το mini-BRICS λειτουργεί περισσότερο ως στρατηγικό σήμα παρά ως συγκροτημένο σχέδιο. Δεν συνοδεύεται από μηχανισμούς δέσμευσης, κατανομής κόστους ή πολιτικής πειθαρχίας. Οι χώρες που καλούνται να αποτελέσουν τα «τούβλα» του τοίχου δεν είναι ομοιογενείς: έχουν διαφορετικά στρατηγικά βάθη, διαφορετικά επίπεδα εξάρτησης από τις ΗΠΑ και διαφορετική ανοχή στο ρίσκο. Χωρίς κοινές κόκκινες γραμμές, ο τοίχος κινδυνεύει να αποδειχθεί εύθραυστος στην πρώτη σοβαρή κρίση. 

Η πρόταση του Κάρνεϊ επαναπροσδιορίζει σωστά την έννοια της ισχύος ως συντονισμένη δράση και συλλογική διαπραγμάτευση. Παραλείπει όμως το πιο δύσκολο ερώτημα: ποιος πληρώνει το τίμημα της αυτονομίας; Η στρατηγική ανεξαρτησία δεν είναι μόνο πολιτική βούληση·απαιτεί επενδύσεις στην άμυνα, στην τεχνολογία, στην ενέργεια και στις αλυσίδες εφοδιασμού, καθώς και αντοχή σε πιθανές αμερικανικές αντιδράσεις ή εμπορικά αντίποινα. Η απουσία αυτής της διάστασης καθιστά την πρόταση πολιτικά ελκυστική, αλλά στρατηγικά ατελή.  

Ο ρόλος του Καναδά σε αυτή τη στρατηγική είναι ενδεικτικός. Με τον Κάρνεϊ επικεφαλής, ο Καναδάς εμφανίζεται ως ηγετικός καταλύτης αλλαγής, αξιοποιώντας το τεχνοκρατικό του κύρος και την εικόνα του αξιόπιστου διαμεσολαβητή. Ταυτόχρονα όμως, η κριτική προς τις ΗΠΑ διατυπώνεται με τρόπο που δεν απαιτεί άμεσες ρήξεις σε κρίσιμους τομείς όπως η ασφάλεια ή η τεχνολογία.  

Ο Καναδάς λειτουργεί έτσι ως «ασφαλής επαναστάτης»: προτείνει αναδιάταξη ισχύος, αλλά από θέση ελάχιστου ρίσκου, μεταφέροντας το βάρος της επιλογής —και του κόστους— στους άλλους.  

Ένα ακόμη δομικό όριο της πρότασης Κάρνεϊ είναι η σχεδόν πλήρης απουσία του Παγκόσμιου Νότου από το στρατηγικό του αφήγημα. Ενώ η ρητορική της ρήξης υποτίθεται ότι απαντά στη φθορά της δυτικής ηγεμονίας, το mini-BRICS παραμένει ένα αυστηρά βορειοατλαντικό εγχείρημα. Σε έναν κόσμο όπου τα πραγματικά BRICS διεκδικούν ρόλο εναλλακτικού κέντρου ισχύος, η απουσία γέφυρας προς τον Νότο περιορίζει τη διεθνή νομιμοποίηση της πρότασης.  

Χωρίς μια πειστική αφήγηση που να απευθύνεται πέρα από τη Δύση, η συλλογική αυτονομία των μεσαίων δυνάμεων κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως νέα αρχιτεκτονική, αλλά ως αναδιάταξη της παλιάς τάξης με διαφορετικούς διαχειριστές.   

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της εξίσωσης. Από τη μία, το mini-BRICS θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός αναβάθμισης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, επιτρέποντας συντονισμό σε τομείς όπως η ενέργεια, η τεχνολογία και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.     

Από την άλλη, η ομιλία Κάρνεϊ αντιμετωπίζει την Ευρώπη περισσότερο ως δεξαμενή ισχύος παρά ως σύνθετο πολιτικό οργανισμό με εσωτερικές αντιφάσεις. Η ευρωπαϊκή αδυναμία δεν είναι τεχνική, αλλά πολιτική και αυτή η διάσταση παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός της καναδικής στρατηγικής αφήγησης.  

Στην πράξη, η πρόταση του Κάρνεϊ υπονοεί μια άτυπη μετάβαση της G7 από σχήμα ισότιμης συνεννόησης σε αρχιτεκτονική G1+6. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο αναντικατάστατος πόλος ισχύος, όμως η συλλογική δράση των υπολοίπων έξι θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να περιορίσει τη δυνατότητα μονομερών αποφάσεων. Η διαφορά είναι κρίσιμη: δεν πρόκειται για εξισορρόπηση της αμερικανικής ισχύος, αλλά για θεσμική περικύκλωσή της μέσω συντονισμένης βούλησης.  

Το ερώτημα είναι αν αυτή η βούληση μπορεί να διατηρηθεί όταν τα συμφέροντα αποκλίνουν. Η ιστορία της G7 δείχνει ότι η συνοχή της ομάδας λειτουργεί κυρίως σε περιόδους κρίσης και λιγότερο σε περιόδους στρατηγικής αναδιάταξης. Ο Κάρνεϊ φαίνεται να ποντάρει στο πρώτο, χωρίς να έχει εξασφαλίσει το δεύτερο.   

Η κριτική διάσταση της ομιλίας αφορά τελικά και τις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Κάρνεϊ υποδεικνύει ότι η μονομερής άσκηση ισχύος υπονομεύει τη νομιμοποίηση της αμερικανικής ηγεμονίας. Όμως δεν εξετάζει επαρκώς τη δυνατότητα της υπερδύναμης να αντιδράσει: να διασπάσει τις μεσαίες δυνάμεις, να ενσωματώσει επιλεκτικά την πρωτοβουλία ή να την αποδυναμώσει μέσω οικονομικών και τεχνολογικών εργαλείων. Σε έναν δυναμικό κόσμο ισχύος, η στατική ανάγνωση είναι από μόνη της αδυναμία.  

Το “another brick in the wall” αποκτά έτσι διπλό νόημα. Από τη μία, αποτυπώνει την ανάγκη συλλογικής αυτονομίας των μεσαίων δυνάμεων. Από την άλλη, αποκαλύπτει τον κίνδυνο ενός τοίχου που χτίζεται περισσότερο ως αφήγημα παρά ως θεσμική κατασκευή. Η ομιλία Κάρνεϊ δεν είναι σχέδιο· είναι σήμα. Δεν συγκροτεί ακόμη μια νέα αρχιτεκτονική διεθνών σχέσεων, αλλά ανοίγει τον χώρο για τη συζήτησή της.   

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ιανουάριος του 2026 εμφανίζεται ως κομβική στιγμή σε αυτή τη συζήτηση. Πρόκειται για χρονικό σημείο όπου συμπίπτουν η κόπωση της μεταπολεμικής θεσμικής αρχιτεκτονικής, οι εσωτερικές πολιτικές εντάσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και η αδυναμία της Ευρώπης να μετατρέψει τη ρητορική αυτονομίας σε επιχειρησιακή στρατηγική. Ο Κάρνεϊ αξιοποιεί αυτή τη συγκυρία για να στείλει πολιτικό σήμα·όμως η ιστορία δείχνει ότι τα σήματα, αν δεν ακολουθηθούν από αποφάσεις, χάνουν γρήγορα τη σημασία τους.   

Το αν αυτό το σήμα θα μετατραπεί σε πραγματική ισχύ δεν θα κριθεί από τον ίδιο τον Κάρνεϊ, αλλά από το αν οι μεσαίες δυνάμεις —και ιδίως η Ευρώπη— είναι διατεθειμένες να πληρώσουν το κόστος της αυτονομίας που εκείνος περιγράφει. Σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες έχουν καταρρεύσει, η ισχύς δεν χαρίζεται ούτε υπονοείται·οικοδομείται, δοκιμάζεται και, συχνά, αμφισβητείται.     

Το παιχνίδι έχει ξεκινήσει. Και το ερώτημα δεν είναι ποιος μίλησε πρώτος, αλλά ποιος είναι διατεθειμένος να πληρώσει όταν το παιχνίδι φύγει από το Νταβός και μεταφερθεί στο τραπέζι της ισχύος.   

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η διάγνωση είναι σωστή, αλλά αν μπορεί να επιβιώσει έξω από το ασφαλές περιβάλλον του Νταβός. Εκεί όπου η κριτική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχει κόστος, όπου η αμφισβήτηση της «τάξης βασισμένης σε κανόνες» επιβραβεύεται με χειροκρότημα και όχι με αντίποινα.  

Μια Σύνοδος της G7, με τις ΗΠΑ παρούσες, δεν είναι φόρουμ ιδεών αλλά πεδίο ισχύος. Εκεί, η συλλογική αυτονομία δεν μετριέται σε ρητορικούς τόνους, αλλά σε συγκεκριμένες αποφάσεις: μπλοκάρισμα πρωτοβουλιών, διαφοροποίηση τεχνολογικών αλυσίδων, κοινές κόκκινες γραμμές. Αν αυτά δεν ειπωθούν και δεν υποστηριχθούν θεσμικά, τότε το mini-BRICS δεν είναι εργαλείο πίεσης, αλλά αφήγημα χαμηλού ρίσκου. 

Οι ρήξεις που δεν επαναλαμβάνονται στο τραπέζι της ισχύος δεν είναι ρήξεις.  

Είναι keynote speeches! Οπότε  

Mind the wall Mark!  

Υ.Γ.: 
Παρακαλείται η καναδική πρεσβεία όπως διαβιβάσει το παραπάνω κείμενο στον κ. Κάρνεϊ

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»