Στρατηγική και πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική Από τον Μονρόε στον Τραμπ

Του Σωκράτη Αργύρη

[χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά και 26 δευτ.]

Η Λατινική Αμερική υπήρξε διαχρονικά ένας από τους πιο κρίσιμους γεωπολιτικούς χώρους για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το Δόγμα Μονρόε του 19ου αιώνα έως τις σύγχρονες στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές παρεμβάσεις, η περιοχή αντιμετωπίστηκε όχι απλώς ως γειτονική ζώνη, αλλά ως ζωτικός χώρος ασφάλειας, επιρροής και προβολής ισχύος. Τα γεγονότα που —σύμφωνα με τις σημερινές αναφορές— εκτυλίχθηκαν στο Καράκας με τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο μετά από αμερικανικό βομβαρδισμό, ανακαλούν μνήμες από προηγούμενες επεμβάσεις, όπως εκείνη στον Παναμά το 1989 με τη σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγκα, αλλά και την εισβολή στη Γρανάδα το 1983. 

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα επεισόδια, αλλά για κρίκους μιας μακράς αλυσίδας στρατηγικής σκέψης και πρακτικής.  

Το Δόγμα Μονρόε, όπως διατυπώθηκε το 1823, είχε αρχικά αμυντικό χαρακτήρα. Στόχος του ήταν η αποτροπή νέων ευρωπαϊκών αποικιακών ή στρατιωτικών παρεμβάσεων στην αμερικανική ήπειρο, σε μια περίοδο κατά την οποία τα νεοσύστατα κράτη της Λατινικής Αμερικής παρέμεναν ευάλωτα σε προσπάθειες παλινόρθωσης της ευρωπαϊκής επιρροής. Στο αρχικό του πλαίσιο, το δόγμα δεν προέβλεπε άμεση αμερικανική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών της περιοχής, αλλά λειτουργούσε ως δήλωση γεωπολιτικού αποκλεισμού εξωηπειρωτικών δυνάμεων.   

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η ερμηνεία και εφαρμογή του Δόγματος Μονρόε μεταβλήθηκαν ουσιωδώς. Από εργαλείο συλλογικής ασφάλειας μετατράπηκε σταδιακά σε ιδεολογικό πλαίσιο που νομιμοποίησε την αυξημένη αμερικανική επιρροή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άμεσες παρεμβάσεις στην περιοχή. Η μετάβαση αυτή δεν ήταν στιγμιαία, αλλά αποτέλεσμα της ανόδου των Ηνωμένων Πολιτειών σε περιφερειακή και στη συνέχεια παγκόσμια δύναμη, καθώς και της αντίληψης ότι η σταθερότητα της ηπείρου συνδέεται άμεσα με τα στρατηγικά τους συμφέροντα.  

Η περίπτωση της Γρανάδας είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Το 1979, η επανάσταση του Μορίς Μπίσοπ και του New Jewel Movement ανέτρεψε ένα αυταρχικό καθεστώς και υποσχέθηκε κοινωνική δικαιοσύνη, εκπαίδευση και ανάπτυξη σε ένα μικρό νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής. Για την Ουάσινγκτον της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, όμως, ακόμη και ένα τόσο μικρό κράτος μπορούσε να αποτελέσει «κακό παράδειγμα»: μια επιτυχημένη αριστερή κυβέρνηση, με διεθνείς σχέσεις εκτός της αμερικανικής σφαίρας επιρροής, θεωρούνταν απειλή δυσανάλογη του μεγέθους της.    

Στις 19 Οκτωβρίου 1983, ο Μπίσοπ και επτά άλλα άτομα, συμπεριλαμβανομένης της συντρόφου του και της Υπουργού Παιδείας Ζακλίν Κρεφτ, εκτελέστηκαν από τη στρατιωτική πτέρυγα του καθεστώτος που προέκυψε από την εσωτερική ανατροπή υπό τον Μπέρναρντ Κορντ, αναπληρωτή του Μπίσοπ, μια πράξη που έδωσε το έναυσμα για εισβολή από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο νησί της Καραϊβικής.  

Όπως έχουν επισημάνει πολλοί αναλυτές, οι ΗΠΑ δεν δημιούργησαν την κρίση, αλλά έσπευσαν να εκμεταλλευτούν ένα ήδη τραυματισμένο πολιτικό σώμα. 

Η λογική αυτή —της παρέμβασης στο όνομα της «σταθερότητας», της «δημοκρατίας» ή της «καταπολέμησης της απειλής»— επαναλαμβάνεται με παραλλαγές.  

Η κυβέρνηση Ρόναλντ Ρίγκαν έδωσε ιδεολογικό βάθος σε αυτή τη στρατηγική. Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ένωση, η Κεντρική και Λατινική Αμερική αντιμετωπίστηκε ως πεδίο μάχης «χαμηλής έντασης», όπου κάθε κοινωνική μεταρρύθμιση με αριστερό πρόσημο κινδύνευε να χαρακτηριστεί κομμουνιστική απειλή. Από τη Νικαράγουα και τους Κόντρας έως τη Γρανάδα, η Ουάσινγκτον προώθησε είτε άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις είτε έμμεσες παρεμβάσεις μέσω χρηματοδότησης, εκπαίδευσης και πολιτικής στήριξης φιλικών καθεστώτων. Το τίμημα το πλήρωσαν συχνά οι κοινωνίες: χιλιάδες νεκροί, εξαφανισμένοι, θεσμοί αποδυναμωμένοι και μια βαθιά καχυποψία απέναντι στην έννοια της «δημοκρατικής βοήθειας».   

Η Γρανάδα, ακριβώς λόγω του μικρού της μεγέθους, αποκαλύπτει με ενάργεια αυτή τη δυσανάλογη σχέση ισχύος. Η εισβολή του 1983 παρουσιάστηκε ως επιχείρηση προστασίας Αμερικανών πολιτών και αποκατάστασης της τάξης. Στην πράξη, όμως, λειτούργησε ως επίδειξη δύναμης: μια υπενθύμιση προς όλη την περιοχή ότι η απόκλιση από το επιθυμητό πολιτικό μοντέλο μπορεί να έχει άμεσες και βίαιες συνέπειες. Σαράντα χρόνια αργότερα, η ίδια η Γρανάδα παλεύει ακόμη με τη μνήμη εκείνων των γεγονότων, προσπαθώντας να τιμήσει τους νεκρούς της χωρίς να αναπαράγει απλουστευτικές αφηγήσεις.   

Στον Παναμά, ο Μανουέλ Νοριέγκα υπήρξε επί χρόνια συνεργάτης και χρήσιμος σύμμαχος των ΗΠΑ, μέχρι τη στιγμή που κρίθηκε ανεξέλεγκτος και πολιτικά επιζήμιος. Οι κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών, πραγματικές ή διογκωμένες, λειτούργησαν ως νομιμοποιητικό πλαίσιο για μια ευθεία στρατιωτική επέμβαση και τη σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους. Το μήνυμα ήταν σαφές: η κυριαρχία των κρατών της περιοχής είναι υπό αίρεση, όταν έρχεται σε σύγκρουση με τα στρατηγικά συμφέροντα της υπερδύναμης.  

Η σύγκριση με τη σημερινή Βενεζουέλα, όσο διαφορετικά κι αν είναι τα ιστορικά συμφραζόμενα, αναδεικνύει σταθερά μοτίβα. Η επίκληση της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της διαφθοράς ή του εμπορίου ναρκωτικών λειτουργεί συχνά ως ηθικό πλαίσιο για πολιτικές που έχουν σαφές γεωστρατηγικό υπόβαθρο: ενεργειακοί πόροι, περιφερειακή επιρροή, αποτροπή ανταγωνιστικών δυνάμεων. Όπως και στην περίπτωση Νοριέγκα, η προσωποποίηση της σύγκρουσης σε έναν «κακό ηγέτη» απλουστεύει μια πολύ πιο σύνθετη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.   

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα καθεστώτα που βρέθηκαν στο στόχαστρο των ΗΠΑ υπήρξαν άμοιρα ευθυνών. Η αυταρχικότητα, η διαφθορά και η καταστολή υπήρξαν πραγματικότητες σε πολλές χώρες της περιοχής. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: ποιος έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει, με ποια μέσα και με ποιο τελικό αποτέλεσμα; Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής δείχνει ότι οι εξωτερικές στρατιωτικές παρεμβάσεις σπάνια οδηγούν σε βιώσιμη δημοκρατία. Συχνότερα αφήνουν πίσω τους θεσμικά κενά, κοινωνικές πληγές και μια διαρκή εξάρτηση.   

Η αμερικανική στρατηγική, από τη Γρανάδα έως τον Παναμά και —σύμφωνα με τις σημερινές εξελίξεις— τη Βενεζουέλα, κινείται ανάμεσα σε δύο αντιφατικές αφηγήσεις: από τη μία, την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της διεθνούς τάξης· από την άλλη, την ωμή άσκηση ισχύος σε μια περιοχή που θεωρείται «πίσω αυλή». Αυτή η αντίφαση υπονομεύει συχνά την ίδια τη νομιμοποίηση των ΗΠΑ στα μάτια των λαών της Λατινικής Αμερικής και τροφοδοτεί κύματα αντι-αμερικανισμού, ανεξαρτήτως των σφαλμάτων των τοπικών ηγεσιών.   

Η πρόσφατη απόφαση της Γρανάδας να θεσπίσει δημόσια αργία μνήμης για την 19η Οκτωβρίου δείχνει έναν διαφορετικό δρόμο: την ανάγκη αντιμετώπισης του παρελθόντος χωρίς ωραιοποιήσεις. Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο δίδαγμα για ολόκληρη την περιοχή. Η κατανόηση της ιστορίας, με τις εσωτερικές ευθύνες αλλά και τις εξωτερικές παρεμβάσεις, είναι προϋπόθεση για να μην επαναληφθούν τα ίδια μοτίβα βίας και εξάρτησης.   

Στον δημόσιο λόγο, οι διεθνείς παρεμβάσεις συχνά ερμηνεύονται μέσα από το πρόσωπο του εκάστοτε ηγέτη. Ωστόσο, μια πιο ψύχραιμη ανάλυση δείχνει ότι οι στρατηγικές αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων δεν καθορίζονται πρωτίστως από πρόσωπα, αλλά από συνδυασμούς δομικών παραγόντων: το επίπεδο διεθνούς απομόνωσης ενός κράτους, τη συνοχή των θεσμών του, τη δυνατότητα άσκησης αποτρεπτικής ισχύος, τη γεωοικονομική του σημασία και τον βαθμό εσωτερικής κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης.  

Σε αυτό το πλαίσιο, η εστίαση στο «ποιος θα ακολουθήσει» αποπροσανατολίζει από το ουσιώδες.    

Οι παρεμβάσεις τείνουν να εκδηλώνονται εκεί όπου συνυπάρχουν αδυναμία διαπραγμάτευσης, περιορισμένο διεθνές κόστος και η δυνατότητα παρουσίασης της επέμβασης ως αναγκαίας για την αποκατάσταση της τάξης ή της νομιμότητας. Η προσωποποίηση της σύγκρουσης λειτουργεί έτσι ως αφηγηματικό εργαλείο που απλουστεύει σύνθετες κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες.  

Η ιστορική εμπειρία της Λατινικής Αμερικής υποδεικνύει ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιο πολιτικό πρόσωπο βρίσκεται στο στόχαστρο, αλλά ποιες συνθήκες καθιστούν μια κοινωνία ευάλωτη σε εξωτερικές παρεμβάσεις. Όσο αυτές οι συνθήκες παραμένουν, ο κίνδυνος επανάληψης των ίδιων μοτίβων ισχύος παραμένει ενεργός, ανεξαρτήτως αλλαγών προσώπων ή ρητορικής.  

Σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική αντιπαράθεση εντείνεται ξανά, η Λατινική Αμερική κινδυνεύει να βρεθεί, όπως τόσες φορές στο παρελθόν, στο επίκεντρο ανταγωνισμών που υπερβαίνουν τις κοινωνικές της ανάγκες.  

Η ιστορία της Γρανάδας, του Παναμά και τώρα της Βενεζουέλας υπενθυμίζει ότι η στρατηγική των μεγάλων δυνάμεων έχει πάντα ανθρώπινο κόστος. Και ότι χωρίς σεβασμό στην αυτοδιάθεση και στη συλλογική μνήμη των λαών, καμία επέμβαση —όσο «αναγκαία» κι αν παρουσιάζεται— δεν μπορεί να φέρει πραγματική σταθερότητα ή δικαιοσύνη.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»