[χρόνος ανάγνωσης 10 λεπτά και 12 δευτ.]
Του Σωκράτη Αργύρη
Αν ρωτήσεις έναν ψαρά στο Αιγαίο τη νύχτα, θα σου πει πως η Γοργόνα ακόμα σχίζει τα κύματα ρωτώντας για τη ζωή του αδελφού της.
Ίσως γι’ αυτό ο μύθος του Αλέξανδρου δεν έπαψε ποτέ να γεννά νέες ιστορίες.
Όταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος ανέβαινε το 1980 στη σκηνή του 37ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας για να παραλάβει το Χρυσό Λιοντάρι για τον «Μεγαλέξανδρο», δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί ότι χρόνια αργότερα ένας Άγγλος ερευνητής θα διατύπωνε μια θεωρία εξίσου κινηματογραφική. Όχι για τον μύθο του στρατηλάτη, αλλά για το ίδιο του το σώμα. Για την πιθανότητα ότι ο Μέγας Αλέξανδρος δεν χάθηκε ποτέ στην Αλεξάνδρεια, αλλά εξακολουθεί να αναπαύεται στη Βενετία, κρυμμένος επί αιώνες κάτω από το όνομα ενός Αγίου.
Αν όμως ρωτήσεις την ίδια την Ιστορία, θα συνειδητοποιήσεις ότι ο Μέγας Αλέξανδρος κατάφερε το μεγαλύτερο στρατηγικό του κατόρθωμα όχι όσο ζούσε, αλλά αφού πέθανε.
Κατάφερε να γίνει ένας ζωντανός μύθος, δραπετεύοντας από τη φθορά του τάφου του και παίζοντας κρυφτό με την ανθρωπότητα για περισσότερους από εικοσιένα αιώνες. Το ερώτημα δεν είναι απλώς αν ζει στη συλλογική μας μνήμη –αυτό είναι αυτονόητο– αλλά αν το ίδιο του το σώμα, η χειροπιαστή του σάρκα που συγκλόνισε τον αρχαίο κόσμο, κατάφερε να επιβιώσει από τις φλόγες του φανατισμού, τα τσουνάμι της Μεσογείου και τις κλοπές των εμπόρων, βρίσκοντας καταφύγιο στο πιο αναπάντεχο μέρος του σύγχρονου κόσμου.
Όλα ξεκίνησαν με μια ειρωνεία της τύχης στη Βαβυλώνα, τον Ιούνιο του 323 π.Χ.. Ο άνθρωπος που είχε αναδιαμορφώσει τον χάρτη του γνωστού κόσμου και είχε ορίσει τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων, βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με έναν αόρατο εχθρό. Ένας μυστηριώδης, καλπάζων πυρετός τον καθήλωσε, αφαιρώντας του σταδιακά τη φωνή και την κίνηση, την ώρα που το πνεύμα του παρέμενε ακόμα διαυγές. Πριν καν παραδώσει την τελευταία του πνοή, η μάχη για το σώμα του είχε ήδη αρχίσει.
Στη μακεδονική παράδοση, ο νεκρός βασιλιάς έπρεπε να καεί στην πυρά, και τα λευκά του οστά, πλυμένα με κρασί και λάδι, να τοποθετηθούν σε μια χρυσή λάρνακα στην ιερή γη των Αιγών, δίπλα στον πατέρα του, τον Φίλιππο Β’. Όμως ο Αλέξανδρος δεν ανήκε πια μόνο στη Μακεδονία. Είχε γίνει Φαραώ της Αιγύπτου, Βασιλιάς των Βασιλέων στην Περσία, ζωντανός θεός. Οι Αιγύπτιοι και οι Χαλδαίοι ταριχευτές που ανέλαβαν τη σώμα του δεν χρησιμοποίησαν φωτιά. Εφάρμοσαν τις μυστικές τέχνες των αιώνων, μουμιοποιώντας το σώμα του και βυθίζοντάς το μέσα σε χρυσό φέρετρο γεμάτο μέλι για να αντέξει το μακρύ ταξίδι της επιστροφής. Αυτή η απόφαση άλλαξε την πορεία της ιστορίας. Ο Αλέξανδρος δεν έγινε στάχτη· παρέμεινε μια ακέραιη, απτή παρουσία. Το ταξίδι της νεκρικής πομπής προς τη Μακεδονία ήταν το πιο μεγαλειώδες θέαμα της αρχαιότητας, αλλά και μια γεωπολιτική βόμβα. Όποιος είχε στην κατοχή του το σώμα του Αλεξάνδρου, είχε και τη νομιμοποίηση να διοικήσει την αυτοκρατορία του.
Ο Πτολεμαίος, ο έξυπνος στρατηγός που είχε αναλάβει τη διοίκηση της Αιγύπτου, κατάλαβε αμέσως την αξία αυτού του τροπαίου. Σε μια επική επιχείρηση στρατιωτικής πειρατείας, ο Πτολεμαίος έκλεψε τη νεκροφόρα άμαξα στη Συρία και κατεύθυνε τη σορό προς τον Νείλο. Ο Αλέξανδρος δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά τα βουνά της πατρίδας του. Τάφηκε αρχικά στη Μέμφιδα, και εκεί η μοίρα του περιπλέχθηκε με μια άλλη σπουδαία μορφή της Αιγύπτου.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, ο Νεκτανεβώ Β’, ο τελευταίος γηγενής Φαραώ της Αιγύπτου, βλέποντας τους Πέρσες εισβολείς να πλησιάζουν, είχε διατάξει την κατασκευή μιας εντυπωσιακής σαρκοφάγου για τον εαυτό του. Επέλεξε έναν σπάνιο, εξαιρετικά σκληρό και πανάκριβο λίθο, τον σκοτεινό κροκαλοπαγή λίθο, και διέταξε να καλυφθεί εξολοκλήρου με ιερά ιερογλυφικά από το «Βιβλίο των Πυλών» για να εξασφαλίσει το ταξίδι του στη μεταθανάτια ζωή. Όμως ο Νεκτανεβώ ηττήθηκε, διέφυγε στην Αιθιοπία και η μεγαλοπρεπής σαρκοφάγος του έμεινε άδεια στα εργαστήρια της Μέμφιδας.
Όταν ο Πτολεμαίος έφτασε με το κλεμμένο σώμα του Αλεξάνδρου, βρέθηκε προ ενός τεράστιου διλήμματος: έπρεπε να θάψει άμεσα τον ηγέτη του, αλλά δεν είχε χρόνο να χτίσει ένα νέο μαυσωλείο. Βρήκε την έτοιμη σαρκοφάγο του Φαραώ και τοποθέτησε τον Αλέξανδρο εκεί. Ήταν η απόλυτη πολιτική κίνηση σκοπιμότητας, καθώς νομιμοποιούσε τον Μακεδόνα στρατηλάτη στα μάτια των Αιγυπτίων ως τον φυσικό διάδοχο της εγχώριας βασιλείας. Αυτή η σαρκοφάγος μεταφέρθηκε αργότερα στην Αλεξάνδρεια, όταν χτίστηκε το «Σήμα» ονομαζόμενο και «Σώμα», το μνημειώδες μαυσωλείο που έγινε το κέντρο του αρχαίου κόσμου. Εκεί, η ανθρωπότητα προσκυνούσε τον θνητό θεό της για αιώνες.
Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες έφταναν σαν ταπεινοί προσκυνητές, γεμάτοι δέος και θαυμασμό για το μέγεθος του ανδρός. Ο Ιούλιος Καίσαρας στάθηκε δακρυσμένος μπροστά στη μούμια, σκεπτόμενος ότι στην ηλικία του ο Αλέξανδρος είχε κατακτήσει τον κόσμο. Ο Οκταβιανός Αύγουστος ζήτησε να βγάλουν τη σορό από το γυάλινο φέρετρο –καθώς το αρχικό χρυσό είχε λιώσει από έναν μεταγενέστερο Πτολεμαίο για να πληρωθούν οι μισθοί του στρατού– και με απόλυτο σεβασμό εναπόθεσε πάνω της ένα χρυσό στεφάνι, προσκυνώντας τον ηγεμόνα που άλλαξε την παγκόσμια ιστορία. Ακόμη και ο Καλιγούλας, γοητευμένος από τον μύθο του στρατηλάτη, ζήτησε να πάρει τον θώρακα του Αλεξάνδρου ως το απόλυτο σύμβολο στρατιωτικής ισχύος, ενώ αργότερα ο Καρακάλλας απέθεσε πάνω στον τάφο τα προσωπικά του πολύτιμα αντικείμενα, όπως το δαχτυλίδι και τον μανδύα του.
Όμως, ο χρόνος και η ανθρώπινη ιστορία είναι αμείλικτοι. Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., ο κόσμος άλλαξε πρόσωπο. Ο Χριστιανισμός μετατράπηκε από μια διωκόμενη πίστη στην επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το 391 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ εξέδωσε τα περίφημα διατάγματά του, διατάσσοντας το κλείσιμο και την καταστροφή όλων των παγανιστικών ναών και μνημείων. Για τους φανατικούς της εποχής, ο τάφος του Αλεξάνδρου δεν ήταν πια ένα πολιτιστικό θαύμα, αλλά το απόλυτο σύμβολο της ειδωλολατρίας. Λίγους μήνες, όμως, πριν ξεσπάσει αυτή η θύελλα, ένας άνθρωπος φρόντισε να μας αφήσει το τελευταίο, πολύτιμο ίχνος.
Ήταν ο Λιβάνιος, ένας από τους τελευταίους μεγάλους εθνικούς ρήτορες και σοφιστές της Αντιόχειας. Σθεναρός υποστηρικτής της αρχαίας θρησκείας, ο Λιβάνιος εκφώνησε γύρω στο 388–390 μ.Χ. έναν λόγο προς τον Θεοδόσιο, με τίτλο «Προς τον Βασιλέα, περί των ιερών». Προσπαθώντας απεγνωσμένα να σώσει τα αρχαία μνημεία, διακήρυξε πως «οι ναοί είναι η ψυχή του τόπου» και ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στην Αλεξάνδρεια οι άνθρωποι συνεχίζουν να τιμούν και να βλέπουν τη σορό του Αλεξάνδρου, γράφοντας: «Τον Αλέξανδρο τον δείχνουν… και τον κρατούν ως σύμβολο της πόλης τους». Αυτή η φράση είναι το απόλυτο ορόσημο. Αποδεικνύει ότι η μούμια βρισκόταν στη θέση της και ήταν δημόσια ορατή ελάχιστο χρόνο πριν από τη μεγάλη καταστροφή.
Όταν όμως η Αλεξάνδρεια φλεγόταν πια από τις θρησκευτικές ταραχές και η περίφημη Σεραπείον βιβλιοθήκη καταστρεφόταν, συνέβη το αδιανόητο. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο πιο διάσημος τάφος του πλανήτη εξαφανίστηκε εντελώς από τις ιστορικές αναφορές. Το 400 μ.Χ., ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, απευθυνόμενος στους παγανιστές, ρωτούσε θριαμβευτικά και ειρωνικά: «Πού είναι το σήμα του Αλεξάνδρου; Δείξτε μου το!». Κανείς δεν ήξερε πια να απαντήσει. Πώς είναι δυνατόν ένα ολόκληρο μνημειακό συγκρότημα να εξαφανιστεί;
Η επίσημη επιστήμη προτείνει μια γεωλογική εξήγηση: το 365 μ.Χ. η Αλεξάνδρεια χτυπήθηκε από ένα γιγαντιαίο τσουνάμι που ισοπέδωσε την ακτογραμμή της. Το φαινόμενο προκλήθηκε από έναν εξαιρετικά ισχυρό σεισμό στο ελληνικό τόξο, νοτιοδυτικά της Κρήτης, όπως μαρτυρούν τόσο οι αρχαίες πηγές όσο και η σύγχρονη γεωλογική έρευνα.
Η βασιλική συνοικία υπέστη καθίζηση και σταδιακά βυθίστηκε κάτω από τα νερά της Μεσογείου ή θάφτηκε βαθιά κάτω από τους τόνους λάσπης της σύγχρονης πόλης. Για τους περισσότερους αρχαιολόγους, ο Αλέξανδρος βρίσκεται ακόμα εκεί, κάπου κάτω από τους πολύβουους δρόμους της σημερινής Αλεξάνδρειας.
Υπάρχει όμως και η υπόθεση του Andrew Chugg, που στρέφει το βλέμμα μας προς τις λιμνοθάλασσες της Αδριατικής. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας, βλέποντας τον χριστιανικό όχλο να πλησιάζει το 391 μ.Χ., αποφάσισαν να παίξουν το χαρτί της απόλυτης μεταμφίεσης: άλλαξαν την ταμπέλα στον τάφο.
Μόλις δύο χρόνια μετά την αναφορά του Λιβάνιου, το 392 μ.Χ., εμφανίζεται για πρώτη φορά στις πηγές ο «Τάφος του Αγίου Μάρκου του Ευαγγελιστή» στο ίδιο ακριβώς σημείο της πόλης. Η σύμπτωση είναι συγκλονιστική, αν αναλογιστεί κανείς ότι όλες οι παλαιότερες χριστιανικές πηγές συμφωνούσαν ότι το σώμα του Αγίου Μάρκου είχε καεί ολοσχερώς από τους ειδωλολάτρες το 68 μ.Χ. Για να σωθεί ο Μακεδόνας στρατηλάτης, «εκχριστιανίστηκε» βιαστικά και φόρεσε τον μανδύα του Ευαγγελιστή.
Η μεταφορά του σκηνώματος του Ευαγγελιστή Μάρκου από την Αλεξάνδρεια στη Βενετία το 828 μ.Χ. αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της μεσαιωνικής ιστορίας της Μεσογείου. Πρόκειται για μια πράξη που συνδύασε το θρησκευτικό δέος, την πολιτική σκοπιμότητα και το οικονομικό ρίσκο, επανακαθορίζοντας τη γεωπολιτική και πνευματική ταυτότητα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.
Κατά τις αρχές του 9ου αιώνα, η Βενετία βρισκόταν σε τροχιά ραγδαίας οικονομικής και ναυτικής ανάπτυξης. Ωστόσο, παρέμενε πνευματικά και πολιτικά εξαρτημένη: από τη μία πλευρά βρισκόταν υπό την ονομαστική κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και από την άλλη υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Ακυληίας (Aquileia). Για να εδραιώσει την ανεξαρτησία της και να αποκτήσει το απαραίτητο κύρος απέναντι στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη, η πόλη χρειαζόταν έναν προστάτη Άγιο παγκόσμιου βεληνεκούς, κατά προτίμηση έναν από τους τέσσερις Ευαγγελιστές.
Η ευκαιρία παρουσιάστηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η οποία τελούσε υπό τη διοίκηση του Χαλιφάτου των Αββασιδών. Οι χριστιανικοί ναοί της πόλης αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο λεηλασίας ή μετατροπής τους σε τζαμιά από τους μουσουλμάνους κυβερνήτες, γεγονός που παρείχε το ιδανικό ηθικό πρόσχημα για την απόσπαση του κειμηλίου.
Το 828 μ.Χ., δύο Βενετοί έμποροι, ο Buono da Malamocco και ο Rustico da Torcello, οι οποίοι βρίσκονταν στην Αλεξάνδρεια παραβιάζοντας τη βυζαντινή απαγόρευση εμπορίου με τους μουσουλμάνους, επισκέφθηκαν τον ναό όπου φυλασσόταν το λείψανο. Συνεννοήθηκαν με τον φύλακα του ναού, τον ιερέα Θεόδωρο, και τον μοναχό Στάτιο, πείθοντάς τους ότι το σκήνωμα κινδύνευε.
Οι έμποροι απέσπασαν ολόκληρο το ταριχευμένο σώμα, το οποίο ήταν τυλιγμένο σε λινά σάβανα. Για να καθυστερήσουν την ανακάλυψη της κλοπής, τοποθέτησαν στη θέση του τη σορό της Αγίας Κλαυδίας. Προκειμένου να περάσουν το λείψανο από τους τελωνειακούς ελέγχους του λιμανιού, εφάρμοσαν ένα ευφυές τέχνασμα: τοποθέτησαν το σώμα σε ένα μεγάλο καλάθι και το κάλυψαν με στρώματα από λάχανα και χοιρινό κρέας. Λόγω της ισλαμικής θρησκευτικής απαγόρευσης και της αποστροφής των φρουρών προς το χοιρινό, οι ελεγκτές αρνήθηκαν να ψάξουν το φορτίο, επιτρέποντας στο πλοίο να αποπλεύσει. Κατά την ανακομιδή όμως, οι έμποροι μετέφεραν και μαρμάρινα ανάγλυφα. Ένα εξ αυτών, που βρέθηκε εντοιχισμένο στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, απεικονίζει μια ασπίδα με το αστέρι της Βεργίνας και ένα μακεδονικό ξίφος, σύμβολα που δεν σχετίζονται με την πρωτοχριστιανική εικονογραφία αλλά με τη μακεδονική δυναστεία.
Το πλοίο κατέπλευσε στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας στις 31 Ιανουαρίου 828. Η υποδοχή του σκηνώματος από τον Δόγη Giustiniano Participazio και τον κλήρο έγινε με τις μέγιστες τιμές. Το γεγονός νομιμοποίησε τη Βενετία ως θεοφύλακτη πόλη.
Ο Άγιος Μάρκος αντικατέστησε αμέσως τον βυζαντινό Άγιο Θεόδωρο ως ο μοναδικός πολιούχος της πόλης. Το φτερωτό λιοντάρι, το παραδοσιακό σύμβολο του Ευαγγελιστή, υιοθετήθηκε ως το επίσημο έμβλημα του κράτους. Για τη στέγαση του ιερού κειμηλίου, ο Δόγης διέταξε την άμεση ανέγερση της πρώτης Βασιλικής του Αγίου Μάρκου, η οποία λειτούργησε ως το κρατικό παρεκκλήσιο του Δόγη και σύμβολο της βενετικής ισχύος.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων, η ακριβής τοποθεσία του τάφου εντός της Βασιλικής κρατήθηκε μυστική για τον φόβο νέας κλοπής, με αποτέλεσμα να λησμονηθεί. Το 1094, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων της νέας, ανακατασκευασμένης Βασιλικής, το σώμα «φανερώθηκε» ξανά όταν, σύμφωνα με την παράδοση, κατέρρευσε μέρος ενός στύλου αποκαλύπτοντας το χέρι του Αγίου. Έκτοτε, η σορός τοποθετήθηκε σε κρύπτη και σήμερα φυλάσσεται σε μαρμάρινη σαρκοφάγο κάτω από την Αγία Τράπεζα του ναού.
Η ιστορία της μεταφοράς αποτυπώθηκε με εξαιρετική λεπτομέρεια στα περίφημα βυζαντινά ψηφιδωτά του 13ου αιώνα που κοσμούν τις πύλες της Βασιλικής (με πιο χαρακτηριστικό το ψηφιδωτό της Πύλης του Sant’Alipio), λειτουργώντας ως οπτικό τεκμήριο και κρατική προπαγάνδα της εποχής. Το 1968, σε μια κίνηση οικουμενικής συμφιλίωσης, το Βατικανό επέστρεψε ένα μικρό τμήμα των οστών στην Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στον Καθεδρικό Ναό του Καΐρου.
Στη σύγχρονη ιστοριογραφία, ορισμένοι ερευνητές, με κυριότερο τον Βρετανό ιστορικό Andrew Chugg, έχουν διατυπώσει μια ρηξικέλευθη εναλλακτική θεωρία. Σύμφωνα με αυτήν, το σώμα που έκλεψαν οι Βενετοί δεν ανήκε στον Άγιο Μάρκο, αλλά στον Μέγα Αλέξανδρο.
Τα επιχειρήματα της θεωρίας αυτής βασίζονται σε μια σειρά ιστορικών συμπτώσεων:
Η σύμπτωση των χρονολογιών: Ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου (το περίφημο «Σήμα») εξαφανίζεται από τις ιστορικές πηγές της Αλεξάνδρειας στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., ακριβώς την ίδια περίοδο που εμφανίζεται για πρώτη φορά η αναφορά ότι στην πόλη φυλάσσεται το σώμα του Αγίου Μάρκου (ο οποίος παλαιότερα θεωρούνταν ότι είχε καεί μετά τον μαρτυρικό του θάνατο).Η μέθοδος διατήρησης: Το γεγονός ότι οι Βενετοί βρήκαν ένα ολόκληρο, μουμιοποιημένο σώμα τυλιγμένο σε λινά σάβανα παραπέμπει άμεσα στις πρακτικές βασιλικής ταρίχευσης της πτολεμαϊκής Αιγύπτου, τις οποίες είχε υποστεί η σορός του Μακεδόνα στρατηλάτη.Τα αρχαιολογικά ευρήματα: Κατά την ανακομιδή, οι έμποροι μετέφεραν και μαρμάρινα ανάγλυφα. Ένα εξ αυτών, που βρέθηκε εντοιχισμένο στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, απεικονίζει μια ασπίδα με το αστέρι της Βεργίνας και ένα μακεδονικό ξίφος, σύμβολα που δεν σχετίζονται με την πρωτοχριστιανική εικονογραφία αλλά με τη μακεδονική δυναστεία.
Όσο απίθανη κι αν ακούγεται η ιστορία, τα ίχνη που έχουν έρθει στο φως τις τελευταίες δεκαετίες αρνούνται να την αφήσουν να περάσει στη σφαίρα του μύθου.
Το 1960, κατά τη διάρκεια εργασιών στα θεμέλια της Βασιλικής, βρέθηκε το σπασμένο ανάγλυφο πέτρινο θραύσμα, διακοσμημένο με μια μακεδονική ασπίδα που έφερε το αστέρι της Βεργίνας και μια μακεδονική σάρισα. Ο Chugg απέδειξε με ακριβείς μετρήσεις ότι αυτό το κομμάτι ταιριάζει απόλυτα, σαν κομμάτι παζλ, ως η εξωτερική διακοσμητική επένδυση της σαρκοφάγου του Νεκτανεβώ Β’. Φαίνεται ότι οι Βενετοί, μαζί με τη μούμια, άρπαξαν και κομμάτια από τον ίδιο τον τάφο.
Αυτή η ανακάλυψη προκάλεσε μια σιωπηλή αλλά ιστορική ανατροπή σε ένα από τα μεγαλύτερα ιδρύματα του κόσμου. Η σαρκοφάγος του Νεκτανεβώ Β΄ είχε καταλήξει στο Βρετανικό Μουσείο μέσα από την ταραγμένη ιστορία της εκστρατείας του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο. Αρχικά περιήλθε στους Γάλλους, οι οποίοι συγκέντρωσαν πλήθος αρχαιοτήτων κατά την κατοχή της χώρας. Μετά την ήττα τους από τους Βρετανούς το 1801, πολλά από αυτά τα ευρήματα πέρασαν στα χέρια των Άγγλων και μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο.
Όταν οι επιστήμονες διάβασαν τα ιερογλυφικά, απέρριψαν την τοπική παράδοση της Αλεξάνδρειας ότι εκεί ήταν ο Αλέξανδρος. Για δύο αιώνες, η επίσημη καρτέλα του μουσείου έγραφε υποτιμητικά: «Αυτό το αντικείμενο λανθασμένα θεωρούνταν ότι σχετιζόταν με τον Μέγα Αλέξανδρο».
Αντίθετα όμως με τα γεωμετρικά δεδομένα του Chugg και το εύρημα της Βενετίας, το Βρετανικό Μουσείο άλλαξε πρόσφατα την ταμπέλα του. Αφαίρεσε τη λέξη «λανθασμένα», αναγνωρίζοντας πλέον επίσημα ότι η σαρκοφάγος του τελευταίου Φαραώ υπήρξε όντως η πρώτη κατοικία της μούμιας του στρατηλάτη.
Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία από τη μοναδική ανατομική εξέταση που έγινε στα οστά της Βενετίας τον Μάιο του 1811. Όταν οι αρχές άνοιξαν την κρυφή λάρνακα κάτω από την Αγία Τράπεζα, δεν βρήκαν απλά σκόρπια οστά. Βρήκαν έναν σχεδόν πλήρη σκελετό που ήταν ακόμα τυλιγμένος σε λινές κορδέλες και ποτισμένος με πανάκριβες ρητίνες και αρωματικά βάλσαμα. Ήταν τα υπολείμματα μιας αυθεντικής αιγυπτιακής μούμιας. Επιπλέον, μέσα στο κιβώτιο βρέθηκαν ελάχιστα «ξένα» οστά, γεγονός που επιβεβαιώνει τα μεσαιωνικά χρονικά που έλεγαν ότι οι έμποροι, μέσα στη βιασύνη και το σκοτάδι της κλοπής, μπέρδεψαν μερικά οστά καθώς άλλαζαν τη σορό του Αγίου με εκείνη της Αγίας Κλαυδίας για να μην γίνει αντιληπτή η κλοπή. Σήμερα, η επίσημη αρχαιολογία παρακολουθεί με σκεπτικισμό.
Το Βατικανό, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επίσημες τοποθετήσεις, δεν έχει επιτρέψει μέχρι σήμερα μια σύγχρονη εξέταση DNA ή ραδιοχρονολόγηση άνθρακα στα οστά που αναπαύονται στη Βενετία, θεωρώντας επαρκείς τις παλαιότερες μελέτες. Το ζήτημα παραμένει αντικείμενο συζήτησης και διαφορετικών ερμηνειών, όπως συμβαίνει συχνά με λείψανα που συνδέονται με την πρώιμη χριστιανική παράδοση. Έτσι, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την επιστημονική επιβεβαίωση, αλλά και τα όρια ανάμεσα στην πίστη, την ιστορική μνήμη και την ταυτότητα των ιερών κειμηλίων.
Σε αυτά τα γεγονότα όμως και στις αφηγήσεις που τα περιβάλλουν συμπυκνώνεται ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορικής μνήμης και του τρόπου με τον οποίο η Δύση διαχειρίστηκε την αρχαιότητα, τη θρησκεία και τον μύθο.
Απέναντι σε όλα αυτά, η φωνή της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οποία μέχρι το τέλος της ζωής της επέμενε ότι ο Αλέξανδρος βρίσκεται στον Τάφο ΙΙ της Βεργίνας, έρχεται να μας θυμίσει ότι η επιθυμία για την επιστροφή στην πατρίδα είναι μια δύναμη εξίσου ισχυρή με την ιστορική πραγματικότητα.
Η Αρβελέρ έβλεπε στο κυνήγι του λιονταριού στη ζωφόρο της Βεργίνας την ασιατική αύρα της εκστρατείας του Αλεξάνδρου και στα ελεφαντοστέινα ομοιώματα το ίδιο το πρόσωπο του γιου της Ολυμπιάδας, υποστηρίζοντας ότι η Αλεξάνδρεια φιλοξενούσε απλώς ένα άδειο πολιτικό κενοτάφιο.
Όμως, το μυστήριο φαίνεται πως μετακινείται πλέον από το πεδίο της θεωρίας σε εκείνο της εκκλησιαστικής διπλωματίας. Στους σύγχρονους εκκλησιαστικούς κύκλους, πρέπει να αρχίσει να συζητείται όλο και πιο έντονα η πιθανότητα ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξάνδρειας να θέσει επίσημα προς το Βατικανό το αίτημα της οριστικής επιστροφής αυτών των λειψάνων στην ιστορική τους έδρα, την Αλεξάνδρεια. Μια τέτοια κίνηση δεν στερείται προηγουμένου· το 2004, το Βατικανό ικανοποίησε το αίτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και επέστρεψε με τιμές στην Κωνσταντινούπολη τα ιερά λείψανα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τα οποία είχαν αρπαχθεί κατά τις Σταυροφορίες. Αν η ιστορία επαναληφθεί και το Βατικανό συναινέσει σε μια ανάλογη χειρονομία συμφιλίωσης για τα λείψανα της Βενετίας, η επιστροφή τους στην Αίγυπτο θα άνοιγε τον δρόμο για τη χρήση των σύγχρονων επιστημονικών μεθόδων που θα έλυναν το μυστήριο μια για πάντα.
Αν κάτι τέτοιο γινόταν πραγματικότητα, το ερώτημα θα περνούσε οριστικά από τη διπλωματία στη σφαίρα της επιστημονικής αναζήτησης.
Είτε βρίσκεται θαμμένος κάτω από τη σύγχρονη Αλεξάνδρεια, είτε χαμένος στα μνημεία της Βενετίας, είτε επιστρέφοντας στη γη της Μακεδονίας, το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Ο τάφος του Αλεξάνδρου δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός στόχος, αλλά ένα ιστορικό αίνιγμα που συνεχίζει να τροφοδοτεί τη φαντασία του κόσμου.
Όσο η ανθρωπότητα ψάχνει, ανασκάπτει, διαφωνεί και ονειρεύεται τη στιγμή που θα αντικρίσει ξανά το πρόσωπό του, ο Αλέξανδρος δεν θα έχει πεθάνει ποτέ. Συνεχίζει την εκστρατεία του στο μυαλό και τη φαντασία μας, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές, το να χαθείς στην ιστορία είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσεις για πάντα. Από εκείνον τον μακρινό Ιούνιο του 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα έχουν περάσει πλέον 2.348 ολόκληρα χρόνια, κι όμως, ο κόσμος ακόμα κρατά την ανάσα του μπροστά στο μυστικό του

