H αναζήτηση της προβλεψιμότητας  στο μεταπολεμικό Ιράν

[χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά και 46 δευτ.]

Του Γιώργου Ατσαλάκη

Το πρόσφατο μνημόνιο κατανόησης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών είναι σχεδιασμένο για να αποτύχει. Πρόκειται περισσότερο για μια συμφωνία που προβλέπει την έναρξη συζητήσεων σχετικά με το ενδεχόμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων. Με άλλα λόγια, συμφωνήθηκε να συζητηθεί ένα πλαίσιο διαπραγμάτευσης, το οποίο ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί, με διαδικασίες που επίσης δεν έχουν καθοριστεί.

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι δύσκολο να αναμένει κανείς ότι το Ιράν θα εγκαταλείψει τα βασικά διαπραγματευτικά του πλεονεκτήματα στο πυρηνικό ζήτημα. Το πυρηνικό του πρόγραμμα αποτελεί το ισχυρότερο διαπραγματευτικό του χαρτί και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι προτίθεται να το αποποιηθεί χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα.

Αντίστοιχα, οι προσδοκίες για άμεση εισροή ξένων επενδύσεων εμφανίζονται υπερβολικά αισιόδοξες. Δεν υπάρχουν δεσμευμένα επενδυτικά κεφάλαια, ούτε κάποιο διεθνές ταμείο, ούτε τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια που κατά καιρούς αναφέρονται στον δημόσιο διάλογο. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς ποιος μεγάλος διεθνής επενδυτής θα αναλάμβανε σήμερα το ρίσκο να χρηματοδοτήσει έργα υποδομών σε μια χώρα που εξακολουθεί να διοικείται από το ίδιο πολιτικό καθεστώς και παραμένει αντιμέτωπη με σημαντικές γεωπολιτικές αβεβαιότητες και κυρώσεις.

Άλλωστε, μια επένδυση μεγάλης κλίμακας σε υποδομές δημιουργεί μακροχρόνια εξάρτηση από την κυβέρνηση της χώρας υποδοχής, τόσο σε επίπεδο αδειοδοτήσεων όσο και σε επίπεδο θεσμικής και πολιτικής σταθερότητας. Για πολλούς επενδυτές, αυτό αυξάνει σημαντικά τον πολιτικό και επενδυτικό κίνδυνο.  

Κατά συνέπεια, οι αναφορές σε μελλοντικές επενδύσεις φαίνεται να λειτουργούν περισσότερο ως πολιτικό και επικοινωνιακό μήνυμα παρά ως άμεσα υλοποιήσιμο οικονομικό σχέδιο. Εξυπηρετούν την ανάγκη της ιρανικής ηγεσίας να παρουσιάσει στο εσωτερικό της χώρας μια εικόνα διπλωματικής επιτυχίας και προοπτικής οικονομικής ανάκαμψης.  

Υπό αυτή την οπτική, το συγκεκριμένο μνημόνιο κατανόησης είναι μια ανάπαυλα για τις δυο πλευρές μέχρι να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους για μια μελλοντική «μάχη».

Σε έναν κόσμο όπου οι θαλάσσιες οδοί, τα υποθαλάσσια καλώδια, οι αλυσίδες εφοδιασμού, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ενεργειακές ροές και οι χρηματοπιστωτικές υποδομές καθορίζουν τη νέα γεωοικονομία, η προβλεψιμότητα μετατρέπεται ίσως στη σημαντικότερη μορφή ισχύος. Η χώρα που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα προσελκύει κεφάλαια. Η χώρα που μπορεί να προστατεύσει τους εμπορικούς διαδρόμους γίνεται αναγκαίος εταίρος. Η χώρα που μπορεί να λειτουργεί μέσα σε κανόνες αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογία, χρηματοδότηση και διεθνείς αγορές. Αντίθετα, η χώρα που προκαλεί διαρκή αβεβαιότητα μπορεί να φοβίζει, αλλά δύσκολα μπορεί να ευημερεί.

Ο πόλεμος γύρω από το Ιράν δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά αλυσίδα κρίσεων της Μέσης Ανατολής. Αποτελεί σημείο καμπής σε μια ευρύτερη γεωοικονομική μετάβαση. Ο κόσμος εισέρχεται σε μια εποχή όπου η ισχύς δεν θα μετριέται μόνο με στρατούς, πυραύλους, ενεργειακά αποθέματα ή γεωγραφικό βάθος. Θα μετριέται όλο και περισσότερο με την ικανότητα ενός κράτους να θεωρείται προβλέψιμο, αξιόπιστο και ενταγμένο σε δίκτυα εμπορίου, ενέργειας, τεχνολογίας και δεδομένων.  

Το Ιράν μετά τον πόλεμο βρίσκεται ακριβώς μπροστά σε αυτό το δίλημμα. Θα συνεχίσει να αναζητά ασφάλεια μέσω της αντιπαράθεσης και της αποτροπής ή θα επιχειρήσει να μετατρέψει τη γεωγραφική του θέση από εργαλείο πίεσης σε πηγή οικονομικής ενσωμάτωσης; Θα παραμείνει μια δύναμη που οι άλλοι φοβούνται ή θα γίνει μια δύναμη με την οποία οι άλλοι θέλουν να συνεργαστούν;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον της Τεχεράνης, αλλά και τη σταθερότητα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, των ενεργειακών αγορών και της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.  

Η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες δεν είναι μια αφηρημένη δυτική κατασκευή. Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στην παγκόσμια οικονομία να λειτουργεί με μειωμένη αβεβαιότητα. Οι επιχειρήσεις επενδύουν επειδή πιστεύουν ότι τα συμβόλαια θα τηρηθούν. Οι τράπεζες χρηματοδοτούν επειδή υπάρχουν θεσμοί και κανόνες. Οι ναυτιλιακές εταιρείες μεταφέρουν προϊόντα επειδή θεωρούν ότι οι θαλάσσιοι δρόμοι θα παραμείνουν ανοικτοί. Οι ασφαλιστικές εταιρείες κοστολογούν τον κίνδυνο επειδή υπάρχει ένα ελάχιστο επίπεδο διεθνούς προβλεψιμότητας.

Όταν οι κανόνες αποδυναμώνονται, δεν καταρρέει απλώς η διπλωματία. Αυξάνεται το κόστος του εμπορίου, μειώνονται οι επενδύσεις, ενισχύεται η αβεβαιότητα και οι αγορές αντιδρούν με μεγαλύτερη μεταβλητότητα. Η γεωοικονομία μετατρέπεται σε γεωπολιτική σύγκρουση. Οι θαλάσσιες οδοί από δρόμοι εμπορίου γίνονται εργαλεία πίεσης. Η ενέργεια από παράγοντας ανάπτυξης γίνεται όπλο. Τα δεδομένα από υποδομή καινοτομίας γίνονται πεδίο ανταγωνισμού.  

Το Ιράν βρίσκεται στο κέντρο αυτής της εξίσωσης. Δεν είναι μια οποιαδήποτε περιφερειακή δύναμη. Κατέχει μία από τις πιο κρίσιμες γεωγραφικές θέσεις στον πλανήτη. Τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα. Είναι ένας κόμβος παγκόσμιας ενέργειας, ναυτιλιακού κινδύνου, πληθωριστικών πιέσεων και στρατηγικής αποτροπής. Κάθε ένταση στην περιοχή επηρεάζει τις τιμές του πετρελαίου, το κόστος μεταφορών, τα ασφάλιστρα των πλοίων, τις αγορές ενέργειας και τελικά το διαθέσιμο εισόδημα εκατομμυρίων πολιτών σε όλο τον κόσμο.

Αυτή η γεωγραφία είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και παγίδα. Είναι πλεονέκτημα γιατί δίνει στο Ιράν στρατηγική βαρύτητα. Είναι όμως παγίδα γιατί όσο περισσότερο η Τεχεράνη χρησιμοποιεί τη γεωγραφία της ως εργαλείο εκβιασμού, τόσο περισσότερο ενισχύει τη διεθνή αντίληψη ότι αποτελεί πηγή συστημικού κινδύνου. Μπορεί να προκαλεί κόστος στους αντιπάλους της, αλλά δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτό το κόστος σε διαρκή ευημερία για τον ιρανικό λαό.  

Αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα του Ιράν μετά τον πόλεμο. Η δύναμη της διατάραξης δεν είναι ίδια με τη δύναμη της ανάπτυξης. Ένα κράτος μπορεί να απειλήσει θαλάσσιες οδούς, να αυξήσει την τιμή του πετρελαίου, να επιβάλει φόβο στις αγορές και να δημιουργήσει στρατηγικό κόστος στους αντιπάλους του. Όμως η μακροπρόθεσμη ισχύς δεν προκύπτει από την ικανότητα πρόκλησης ζημιάς. Προκύπτει από την ικανότητα συμμετοχής σε δίκτυα παραγωγής, τεχνολογίας, εμπορίου, χρηματοδότησης και καινοτομίας.  

Στον 20ό αιώνα, η ισχύς συνδεόταν κυρίως με το έδαφος, τον στρατό και τον έλεγχο των πρώτων υλών. Στον 21ο αιώνα, η ισχύς συνδέεται όλο και περισσότερο με την πρόσβαση. Πρόσβαση σε θαλάσσιες οδούς. Πρόσβαση σε αγορές. Πρόσβαση σε κεφάλαια. Πρόσβαση σε τεχνολογία. Πρόσβαση σε δεδομένα. Πρόσβαση σε δίκτυα τεχνητής νοημοσύνης και αλυσίδες εφοδιασμού. Το κράτος που αποκόπτεται από αυτά τα δίκτυα μπορεί να παραμένει στρατιωτικά επικίνδυνο, αλλά οικονομικά αποδυναμώνεται.  

Το Ιράν διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Έχει ενεργειακούς πόρους, μεγάλο πληθυσμό, μορφωμένο ανθρώπινο δυναμικό, ιστορική ταυτότητα, βιομηχανική βάση και γεωγραφική θέση που συνδέει την Κεντρική Ασία, τον Περσικό Κόλπο, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κόμβο μεταφορών, ενέργειας, logistics, αγροτικών προϊόντων, τεχνολογικών υποδομών και εμπορίου.  

Αντί γι’ αυτό, κινδυνεύει να παραμείνει εγκλωβισμένο σε έναν ρόλο κράτους-φρουρίου. Σε αυτό το μοντέλο, η εξωτερική πολιτική δεν υπηρετεί τη μακροχρόνια εθνική ανάπτυξη, αλλά τη διατήρηση ενός μηχανισμού αποτροπής και ελέγχου. Η κυριαρχία ταυτίζεται με τη στρατιωτική αυτάρκεια. Η ασφάλεια ταυτίζεται με την περιχαράκωση. Η διεθνής συνεργασία αντιμετωπίζεται ως απειλή και όχι ως ευκαιρία.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της ιρανικής στρατηγικής. Η Τεχεράνη διεκδικεί κυριαρχία, αλλά η υπερβολική στρατιωτικοποίηση της κυριαρχίας περιορίζει την οικονομική της αυτονομία. Διεκδικεί ασφάλεια, αλλά η διαρκής αντιπαράθεση αυξάνει την ανασφάλεια. Θέλει να αναγνωριστεί ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη, αλλά η απομόνωση περιορίζει τη δυνατότητά της να μετατρέψει τη γεωγραφική της σημασία σε ευημερία.  

Η μεταπολεμική περίοδος θα φέρει στο προσκήνιο τρεις μεγάλες προκλήσεις.  

Η πρώτη είναι οικονομική. Το Ιράν θα χρειαστεί επενδύσεις, τεχνολογία, κεφάλαια και πρόσβαση σε αγορές. Καμία οικονομία δεν μπορεί να ανασυγκροτηθεί μακροπρόθεσμα μόνο με αποθέματα ενέργειας. Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μπορούν να χρηματοδοτήσουν ένα κράτος, αλλά δεν αρκούν για να δημιουργήσουν μια σύγχρονη, διαφοροποιημένη και ανταγωνιστική οικονομία. Η νέα γεωοικονομία απαιτεί τεχνολογία, παραγωγικότητα, ψηφιακές υποδομές και θεσμική αξιοπιστία.

Η δεύτερη πρόκληση είναι θεσμική. Η ανασυγκρότηση μετά από έναν πόλεμο δεν είναι μόνο ζήτημα υλικών ζημιών. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης. Χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχουν μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Χωρίς αξιόπιστους κανόνες δεν υπάρχει σταθερή επιχειρηματική δραστηριότητα. Χωρίς θεσμική προβλεψιμότητα δεν υπάρχει σοβαρή χρηματοδότηση. Το Ιράν μπορεί να διαθέτει πλούσιους πόρους, αλλά χωρίς εμπιστοσύνη οι πόροι αυτοί δεν μετατρέπονται εύκολα σε ανάπτυξη.  

Η τρίτη πρόκληση είναι στρατηγική. Το Ιράν πρέπει να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ηπειρωτική δύναμη αποτροπής ή αν θα επιδιώξει να μετασχηματιστεί σε γεωοικονομικό κόμβο. Η ηπειρωτική λογική βλέπει την ασφάλεια ως έλεγχο συνόρων, βάθος άμυνας, στρατιωτικά δίκτυα και περιφερειακές συμμαχίες. Η θαλάσσια και γεωοικονομική λογική βλέπει την ασφάλεια ως πρόσβαση, εμπόριο, δίκτυα, κανόνες και προβλεψιμότητα.  

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί ή πρέπει να εγκαταλείψει τις ανάγκες ασφαλείας του. Καμία χώρα δεν το κάνει αυτό. Σημαίνει όμως ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι μόνο στρατιωτική. Η πραγματική ασφάλεια στον 21ο αιώνα είναι πολυδιάστατη. Περιλαμβάνει ενεργειακή ασφάλεια, διατροφική ασφάλεια, τεχνολογική ασφάλεια, ασφάλεια δεδομένων, χρηματοπιστωτική σταθερότητα και κοινωνική συνοχή. Ένα κράτος που έχει ισχυρούς πυραύλους αλλά αδύναμη οικονομία δεν είναι πραγματικά ασφαλές. Ένα κράτος που μπορεί να προκαλεί φόβο αλλά δεν μπορεί να δημιουργεί εμπιστοσύνη δεν είναι μακροπρόθεσμα ισχυρό.  

Η σχέση του Ιράν με τη Ρωσία και την Κίνα εντάσσεται σε αυτή τη συζήτηση. Η Μόσχα και το Πεκίνο προσφέρουν στην Τεχεράνη διπλωματικό βάθος, εναλλακτικές διαδρομές, οικονομικές ανάσες και μια αφήγηση πολυπολικότητας. Ωστόσο, αυτή η σχέση δεν είναι χωρίς κινδύνους. Το Ιράν μπορεί να απεξαρτηθεί μερικώς από τη Δύση, αλλά να βρεθεί σε νέα εξάρτηση από δυνάμεις που το αντιμετωπίζουν περισσότερο ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης παρά ως ισότιμο εταίρο.  

Η Κίνα χρειάζεται σταθερές ενεργειακές ροές και ασφαλείς θαλάσσιες οδούς. Η Ρωσία χρειάζεται εστίες αντιπερισπασμού που αποδυναμώνουν τη Δύση. Το Ιράν, όμως, χρειάζεται κάτι διαφορετικό: χρειάζεται ανασυγκρότηση, επενδύσεις, κοινωνική σταθερότητα και πρόσβαση σε τεχνολογία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το Ιράν θα έχει συμμάχους. Θα έχει. Το ερώτημα είναι αν οι συμμαχίες του θα το βοηθήσουν να αναπτυχθεί ή αν απλώς θα το διατηρήσουν στον ρόλο μιας χρήσιμης δύναμης διατάραξης.

Η κοινωνική διάσταση είναι εξίσου καθοριστική. Μετά τον πόλεμο, το ιρανικό κράτος θα πρέπει να απαντήσει σε ένα εσωτερικό ερώτημα: ποιο κοινωνικό συμβόλαιο προσφέρει στους πολίτες του; Θα ζητήσει νέες θυσίες στο όνομα της αντίστασης ή θα προσφέρει προοπτική οικονομικής κανονικότητας; Θα επενδύσει περισσότερο στη στρατιωτική περιχαράκωση ή στην παραγωγική ανασυγκρότηση; Θα επιτρέψει μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας ή θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τους μηχανισμούς ελέγχου;  

Η μεταπολεμική σταθερότητα δεν μπορεί να βασιστεί επ’ αόριστον στην καταστολή ή στην εθνική συσπείρωση. Αυτά μπορεί να λειτουργούν προσωρινά, αλλά δεν παράγουν μακροχρόνια νομιμοποίηση. Οι κοινωνίες χρειάζονται εισόδημα, απασχόληση, αξιοπρέπεια, τεχνολογική πρόσβαση, ευκαιρίες για τους νέους και αίσθηση ότι το μέλλον δεν είναι διαρκώς υποθηκευμένο σε νέες κρίσεις. Ένα Ιράν με μορφωμένη νεολαία και μεγάλη πολιτισμική παράδοση δεν μπορεί να λειτουργεί επ’ άπειρον ως οικονομία έκτακτης ανάγκης.  

Η μεταπολεμική περίοδος θα επηρεάσει και την ευρύτερη περιοχή. Οι χώρες του Κόλπου θα επιδιώξουν μεγαλύτερη ασφάλεια στους θαλάσσιους διαδρόμους. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Ομάν έχουν κάθε λόγο να αποφύγουν μια μόνιμη κατάσταση αστάθειας που πλήττει τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και τα σχέδια οικονομικής διαφοροποίησης. Η Ευρώπη θα αναζητήσει ενεργειακή σταθερότητα και μείωση των πληθωριστικών κινδύνων. Η Ασία, που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές του Κόλπου, θα πιέσει για προβλεψιμότητα.  

Αυτό περιορίζει τα περιθώρια του Ιράν. Όσο κι αν η Τεχεράνη θεωρεί τα Στενά του Ορμούζ εργαλείο πίεσης, οι μεγάλες οικονομίες της Ασίας, της Ευρώπης και του Κόλπου δεν έχουν συμφέρον από μια μόνιμη κρίση. Ακόμη και οι δυνάμεις που δεν ταυτίζονται με τη Δύση χρειάζονται κανόνες. Χρειάζονται ασφαλή ναυσιπλοΐα, σταθερές τιμές, ασφαλιστική προβλεψιμότητα, ενεργειακή συνέχεια και εμπιστοσύνη στις αγορές. Αυτό αποδεικνύει ότι η τάξη κανόνων δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Δύσης. Είναι λειτουργική ανάγκη της παγκόσμιας οικονομίας.  

Το Ιράν μετά τον πόλεμο έχει μπροστά του τρία πιθανά μονοπάτια.   

Το πρώτο είναι η σκληρή περιχαράκωση. Σε αυτό το σενάριο, η Τεχεράνη ερμηνεύει τον πόλεμο ως απόδειξη ότι μόνο η στρατιωτική αποτροπή εγγυάται την επιβίωση. Ενισχύει τους μηχανισμούς ασφαλείας, επιταχύνει τα πυραυλικά και πυρηνικά της προγράμματα, βαθαίνει τη σχέση με τη Ρωσία και την Κίνα και περιορίζει ακόμη περισσότερο την εσωτερική οικονομική και πολιτική ελευθερία. Το αποτέλεσμα θα είναι περισσότερη αποτροπή, αλλά λιγότερη ανάπτυξη. Περισσότερη ασφάλεια για το καθεστώς, αλλά λιγότερη ασφάλεια για την κοινωνία.

Το δεύτερο είναι η ελεγχόμενη προσαρμογή. Σε αυτό το σενάριο, το Ιράν δεν αλλάζει πλήρως στρατηγική, αλλά αναγνωρίζει ότι η οικονομική ασφυξία απειλεί και την ίδια την κρατική ισχύ. Αναζητά περιορισμένες συμφωνίες, τεχνικές διευθετήσεις, μερική αποκλιμάκωση, ενεργειακές συνεννοήσεις και σταδιακή μείωση ορισμένων κυρώσεων. Αυτό το σενάριο είναι πιθανό, γιατί δεν απαιτεί πλήρη μεταμόρφωση του πολιτικού συστήματος, αλλά προσφέρει οικονομικές ανάσες.  

Το τρίτο είναι η στρατηγική επανένταξη. Σε αυτό το σενάριο, το Ιράν αποφασίζει ότι η μακροχρόνια ασφάλεια δεν μπορεί να προκύψει από την απομόνωση. Επιδιώκει συνολική συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα, εγγυήσεις για τη ναυσιπλοΐα, σταδιακή επιστροφή στις αγορές, περιφερειακή συνεννόηση με τους γείτονες και μετατροπή της γεωγραφίας του σε εμπορικό πλεονέκτημα. Αυτό είναι το πιο ωφέλιμο σενάριο για τον ιρανικό λαό, αλλά και το πιο δύσκολο πολιτικά, γιατί απαιτεί αλλαγή στρατηγικής νοοτροπίας.  

Η στάση της Δύσης θα είναι επίσης καθοριστική. Η τάξη κανόνων δεν μπορεί να ζητά συμμόρφωση από τους άλλους όταν οι ίδιοι οι θεματοφύλακές της εφαρμόζουν τους κανόνες επιλεκτικά. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη θέλουν ένα Ιράν λιγότερο επιθετικό, πρέπει να προσφέρουν έναν δρόμο επιστροφής που να είναι δύσκολος αλλά όχι αδύνατος. Οι κυρώσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλείο πίεσης, αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να αποτελέσουν στρατηγική. Χρειάζεται συνδυασμός αποτροπής, διπλωματίας, οικονομικών κινήτρων και περιφερειακών εγγυήσεων.   

Το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστεί η ισχύς από τη διεθνή πολιτική. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Το ζητούμενο είναι να ενταχθεί η ισχύς σε κανόνες. Η διαφορά ανάμεσα στην τάξη και στο χάος δεν είναι ότι στην πρώτη δεν υπάρχουν συγκρούσεις. Είναι ότι υπάρχουν μηχανισμοί που περιορίζουν την κλιμάκωση, θεσμοί που επιτρέπουν τη διαπραγμάτευση και κανόνες που καθιστούν τη συνεργασία πιο συμφέρουσα από τη σύγκρουση.

Το Ιράν μετά τον πόλεμο θα αποτελέσει δοκιμασία για ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Αν οδηγηθεί σε βαθύτερη απομόνωση, η Μέση Ανατολή θα παραμείνει μόνιμη πηγή ενεργειακών σοκ, ναυτιλιακής αστάθειας και πληθωριστικών πιέσεων. Αν, αντίθετα, υπάρξει έστω μερική επανένταξη σε μια τάξη κανόνων, τότε η περιοχή μπορεί να αρχίσει να μετακινείται από τη λογική της διαρκούς αποτροπής προς τη λογική της αμοιβαίας ωφέλειας.  

Το μέλλον του Ιράν δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών ούτε μόνο στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Θα κριθεί στο αν η χώρα θα μπορέσει να απαντήσει σε ένα βαθύτερο ερώτημα: θέλει να είναι δύναμη που προκαλεί φόβο ή δύναμη που παράγει εμπιστοσύνη;  

Η πρώτη επιλογή προσφέρει βραχυπρόθεσμη επιβίωση. Η δεύτερη προσφέρει μακροπρόθεσμη ισχύ.  

Μετά τον πόλεμο, το Ιράν έχει την ευκαιρία να ξανασκεφτεί τη θέση του στον κόσμο. Μπορεί να συνεχίσει να βλέπει τη διεθνή τάξη ως παγίδα που περιορίζει την κυριαρχία του. Ή μπορεί να αντιληφθεί ότι οι κανόνες, όταν εφαρμόζονται δίκαια, δεν περιορίζουν μόνο τους αδύναμους· περιορίζουν και τους ισχυρούς. Αυτή είναι η ουσία της τάξης κανόνων. Δεν καταργεί την ισχύ. Την καθιστά προβλέψιμη.  

Και σε έναν κόσμο όπου οι θαλάσσιες οδοί, τα δεδομένα, η ενέργεια, η τεχνητή νοημοσύνη και οι αλυσίδες εφοδιασμού καθορίζουν τη νέα γεωοικονομία, η προβλεψιμότητα είναι ίσως η σημαντικότερη μορφή ισχύος.

Ο Γιώργος Ατσαλάκης είναι Οικονομολόγος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»