Από την Πολιτική της Υπόσχεσης στην Πολιτική της Προσαρμογής: η κρίση αξιοπιστίας των κομμάτων

[χρόνος ανάγνωσης 4 λεπτά και 52 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Η Ελλάδα του 2026 δεν μοιάζει με χώρα σε κρίση, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που η έννοια της κρίσης έγινε κατανοητή την προηγούμενη δεκαετία. Οι εκλογές διεξάγονται κανονικά, οι κυβερνήσεις ολοκληρώνουν τις θητείες τους, οι θεσμοί λειτουργούν χωρίς να αμφισβητείται η συνταγματική τους συνέχεια και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας δεν αποτελεί πλέον το κεντρικό διακύβευμα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Αν κάποιος περιοριζόταν στους θεσμικούς δείκτες, θα κατέληγε εύκολα στο συμπέρασμα ότι η χώρα έχει εισέλθει σε μια περίοδο κανονικότητας. Κι όμως, κάτω από αυτή την επιφάνεια σταθερότητας διαμορφώνεται μια διαφορετική εμπειρία του πολιτικού χρόνου, λιγότερο ορατή αλλά πιο καθοριστική: η αίσθηση ότι η πολιτική δεν οργανώνει πλέον το μέλλον, αλλά κυρίως διαχειρίζεται το παρόν.

Το χαρακτηριστικό αυτής της συνθήκης δεν είναι η κατάρρευση της εμπιστοσύνης, αλλά η μετατόπιση του τρόπου με τον οποίο αυτή συγκροτείται. Η δυσπιστία δεν παίρνει τη μορφή μιας ενεργού αμφισβήτησης του συστήματος ούτε εκφράζεται ως προσδοκία ρήξης. Εκδηλώνεται περισσότερο ως σιωπηρή παραδοχή ότι οι κυβερνήσεις μπορούν να ρυθμίζουν τις συνέπειες των εξελίξεων, όχι όμως να καθορίζουν τη βασική τους κατεύθυνση. Η πολιτική εξακολουθεί να παράγει αποφάσεις, αλλά ολοένα και λιγότερο παράγει την αίσθηση ιστορικής δυνατότητας.

Αυτό μεταβάλλει τον πυρήνα της δημοκρατικής υπόσχεσης. Για μεγάλο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου και ακόμη περισσότερο για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, η εκλογική διαδικασία δεν αφορούσε μόνο την εναλλαγή κυβερνήσεων. Συνδεόταν με την ιδέα ότι η κοινωνία μπορούσε, μέσω της πολιτικής επιλογής, να αναδιαμορφώσει την πορεία της. Σήμερα, αυτή η σχέση έχει αποδυναμωθεί. Η εκλογή μιας κυβέρνησης μοιάζει ολοένα και περισσότερο με επιλογή τρόπου διαχείρισης ενός δεδομένου πλαισίου παρά με απόφαση για μια διαφορετική ιστορική κατεύθυνση.

Η μεταβολή αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνική. Η Ελλάδα λειτουργεί περισσότερο ως συμπύκνωση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής συνθήκης. Οι βασικοί όροι μέσα στους οποίους ασκείται η πολιτική έχουν μετατοπιστεί σε ένα πλέγμα πολλαπλών κέντρων ισχύος. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές, οι ενεργειακές εξαρτήσεις, οι ψηφιακές υποδομές, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι γεωπολιτικές ισορροπίες συγκροτούν ένα περιβάλλον στο οποίο το εθνικό κράτος παραμένει κρίσιμο, χωρίς όμως να αποτελεί πλέον το μοναδικό κέντρο λήψης αποφάσεων.

Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να αποφασίζουν, αλλά η αποτελεσματικότητα των επιλογών τους εξαρτάται ολοένα περισσότερο από παράγοντες που υπερβαίνουν τον άμεσο έλεγχό τους. Η πολιτική δεν έχει χάσει τη σημασία της· έχει χάσει την αποκλειστικότητα της στρατηγικής. Αυτό δεν σημαίνει ότι έπαψε να παράγει πολιτική, αλλά ότι ο ρόλος της μετατοπίζεται από τη διαμόρφωση των κανόνων στη διαχείριση ενός πλαισίου που διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο έξω από αυτήν.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ενίσχυσε αυτή τη μετατόπιση. Η ενοποίηση οικονομικών και νομισματικών εργαλείων χωρίς αντίστοιχη πολιτική ενοποίηση δημιούργησε ένα μόνιμο κενό ανάμεσα στη λήψη αποφάσεων και στη δημοκρατική λογοδοσία. Οι συνέπειες των πολιτικών επιλογών επιστρέφουν στα εθνικά πολιτικά συστήματα, ενώ σημαντικό μέρος των αποφάσεων λαμβάνεται σε επίπεδα όπου η άμεση πολιτική συμμετοχή είναι περιορισμένη.

Αυτή η ασυμμετρία δεν εκδηλώνεται ως δραματική κρίση, αλλά ως σταδιακή αποστασιοποίηση. Οι πολίτες δεν εγκαταλείπουν τη δημοκρατία, αλλά την αντιμετωπίζουν με αυξανόμενο πραγματισμό. Η πολιτική γίνεται ένας από τους παράγοντες του περιβάλλοντος και όχι το κέντρο του συλλογικού σχεδιασμού.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα δεν εντοπίζεται τόσο στις ιδεολογικές διαφορές όσο στη συλλογική μνήμη της προηγούμενης δεκαπενταετίας. Η εμπειρία των μνημονίων λειτούργησε ως σημείο καμπής: δημοσιονομική κρίση, θεσμικές πιέσεις, κοινωνικές ανακατατάξεις και παρατεταμένη αβεβαιότητα διαμόρφωσαν μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με τα όρια της πολιτικής. Η σταθερότητα δεν εκλαμβάνεται πλέον ως φυσική κατάσταση, αλλά ως εύθραυστη ισορροπία μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Υπό αυτές τις συνθήκες, μεταβάλλεται και η φύση της πολιτικής αντιπαράθεσης. Τα κόμματα εξακολουθούν να ανταγωνίζονται, όμως ο ανταγωνισμός τους αφορά όλο και λιγότερο διαφορετικά σχέδια κοινωνικού μετασχηματισμού και όλο και περισσότερο διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης των ίδιων περιορισμών. Η πολιτική της υπόσχεσης υποχωρεί και στη θέση της αναδύεται η πολιτική της προσαρμογής.

Η κεντροδεξιά αντλεί νομιμοποίηση από την υπόσχεση σταθερότητας και διοικητικής επάρκειας μέσα σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Η κεντροαριστερά επιχειρεί να επαναφέρει το ζήτημα της κοινωνικής προστασίας και της αναδιανομής, εντός όμως των υπαρχόντων ευρωπαϊκών και οικονομικών πλαισίων. Ριζοσπαστικά ρεύματα επιμένουν στην κριτική των κυρίαρχων επιλογών, συχνά όμως χωρίς να μπορούν να υπερβούν το δομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές οι επιλογές παράγονται. Παράλληλα, σχηματισμοί που επενδύουν στην ταυτότητα εκφράζουν μορφές κοινωνικής ανασφάλειας που δεν είναι πλέον αποκλειστικά οικονομικές, αλλά σχετίζονται με την αίσθηση απώλειας ελέγχου πάνω στο συλλογικό πλαίσιο.

Στο μεταβαλλόμενο πολιτικό τοπίο, η εμφάνιση νέων πολιτικών εγχειρημάτων δεν σηματοδοτεί απλώς την είσοδο διαφοροποιημένων πολιτικών δυνάμεων, αλλά τη συγκρότηση εναλλακτικών μορφών πολιτικής νομιμοποίησης.

Στην περίπτωση ενός σχηματισμού που συνδέεται με τον Αλέξη Τσίπρα, διακρίνεται η προσπάθεια επαναφοράς της γλώσσας του πολιτικού μετασχηματισμού, σε ένα περιβάλλον όπου η εμπειρία της διακυβέρνησης και οι ευρωπαϊκοί περιορισμοί έχουν περιορίσει την πειστικότητα τέτοιων υποσχέσεων. Η δυναμική δεν προκύπτει τόσο από νέο ιδεολογικό περιεχόμενο, όσο από την επιμονή ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να παράγει ιστορική κατεύθυνση.

Αντίθετα, άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες που συγκροτούνται γύρω από γεγονότα έντονης κοινωνικής και θεσμικής ευαισθησίας εκφράζουν μια διαφορετική μορφή πολιτικοποίησης, όπου το κέντρο βάρους μετακινείται από το πρόγραμμα στην εμπειρία και από την ιδεολογία στο αίτημα λογοδοσίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η πολιτική δεν εμφανίζεται ως σχέδιο για το μέλλον, αλλά ως απαίτηση αναδιάταξης της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και τους θεσμούς.

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των μετατοπίσεων δεν είναι η εξαφάνιση των ιδεολογιών, αλλά η συρρίκνωση του εύρους των υποσχέσεων που μπορούν να διατυπωθούν με πειθώ. Σχεδόν καμία πολιτική δύναμη δεν ισχυρίζεται πλέον ότι μπορεί να μετασχηματίσει συνολικά την κοινωνική πραγματικότητα. Οι εξαγγελίες εντάσσονται εξαρχής σε ένα πλέγμα περιορισμών, όπου ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, δημοσιονομικοί κανόνες και διεθνείς εξαρτήσεις λειτουργούν ως σταθερές παράμετροι.

Έτσι, η εκλογική αντιπαράθεση μετατοπίζεται. Δεν οργανώνεται κυρίως γύρω από το ερώτημα ποιο μέλλον επιθυμεί μια κοινωνία, αλλά γύρω από το ποιος μπορεί να διαχειριστεί με μεγαλύτερη αξιοπιστία ένα μέλλον που διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό έξω από το πεδίο της εθνικής πολιτικής. Η πολιτική νομιμοποίηση αντλείται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα αποτροπής του χειρότερου παρά από την υπόσχεση του καλύτερου.

Η εμπειρία των διαδοχικών κρίσεων έχει καθοριστική συμβολή σε αυτή τη μεταβολή. Δημοσιονομικές πιέσεις, πανδημία, ενεργειακή αστάθεια και γεωπολιτικές εντάσεις έχουν διαμορφώσει μια κοινωνία που αξιολογεί την πολιτική όχι μόνο με βάση το τι επιτυγχάνει, αλλά και με βάση το τι αποτρέπει. Η επιτυχία συνδέεται συχνά με τη διατήρηση μιας εύθραυστης ισορροπίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση των πολιτών με την πολιτική δεν έχει διαρραγεί, αλλά έχει μετασχηματιστεί. Η συμμετοχή δεν συνεπάγεται πλέον απαραίτητα προσδοκία μετασχηματισμού. Η πολιτική γίνεται αντιληπτή περισσότερο ως μηχανισμός διαχείρισης κινδύνου και λιγότερο ως εργαλείο συλλογικής υπέρβασης των υπαρχόντων ορίων.

Παράλληλα, μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνονται οι ατομικές διαδρομές. Η εκπαίδευση, οι δεξιότητες, η επαγγελματική κινητικότητα και η δυνατότητα ένταξης σε διεθνή δίκτυα αποκτούν αυξανόμενη σημασία ως εργαλεία προσωπικής ασφάλειας. Η ατομική στρατηγική δεν αντιπαρατίθεται στην πολιτική, αλλά αναπτύσσεται παράλληλα με αυτήν, συχνά ανεξάρτητα από αυτήν.

Η αισιοδοξία, σε αυτό το περιβάλλον, δεν εξαφανίζεται. Ιδιωτικοποιείται. Από συλλογική υπόθεση γίνεται ατομική στρατηγική. Από κοινωνικό αφήγημα μετατρέπεται σε προσωπικό σχέδιο διαχείρισης αβεβαιότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία βρίσκεται σε διαδικασία κατάρρευσης. Σημαίνει όμως ότι μεταβάλλεται ο ρόλος της μέσα στον χρόνο. Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, η πολιτική δεν ήταν μόνο μηχανισμός λήψης αποφάσεων, αλλά και χώρος παραγωγής του συλλογικού μέλλοντος. Σήμερα, αυτή η λειτουργία έχει αποδυναμωθεί. Το μέλλον διαμορφώνεται πλέον μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα οικονομικών, τεχνολογικών και γεωπολιτικών εξελίξεων, ενώ η πολιτική καλείται κυρίως να διαχειριστεί τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά επομένως τη θεσμική επιβίωση της δημοκρατίας. Αφορά τη δυνατότητά της να ανακτήσει μια πιο ενεργή σχέση με τον χρόνο. Δηλαδή να συνδέσει εκ νέου την ατομική εμπειρία με έναν κοινό ορίζοντα προσδοκιών.

Χωρίς αυτή τη σύνδεση, η πολιτική δεν παύει να λειτουργεί. Συνεχίζει να οργανώνει αποφάσεις, να διαχειρίζεται κρίσεις και να παράγει κυβερνησιμότητα. Αυτό που χάνει όμως σταδιακά είναι κάτι λιγότερο ορατό αλλά πιο θεμελιώδες: την ικανότητα να συγκροτεί την αίσθηση ότι το μέλλον δεν είναι απλώς άθροισμα ατομικών στρατηγικών, αλλά κοινός ιστορικός χώρος.

Ίσως εκεί να βρίσκεται και η πιο αθόρυβη μεταβολή της εποχής: όχι στο τέλος της πολιτικής, αλλά στη σταδιακή αποσύνδεσή της από την υπόσχεση του κοινού μέλλοντος.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»