Νεοαντίδραση: Η κρίση της αμερικανικής δημοκρατίας

[χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά και 48 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Ο 21ος αιώνας δεν είναι μόνο εποχή τεχνολογικής εξέλιξης· είναι επίσης πεδίο μάχης των ιδεών. Η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν περιορίζεται σε θεσμικές ανεπάρκειες ή πολιτική αβεβαιότητα· αντικατοπτρίζει μια βαθύτερη σύγκρουση για το νόημα και τη νομιμοποίηση της εξουσίας. Σε αυτή τη μάχη, οι παραδοσιακές αρχές της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας και της διαφάνειας δεν θεωρούνται αυτονόητες· συχνά αντιμετωπίζουν έντονη κριτική και παρουσιάζονται ως εμπόδιο στην αποτελεσματικότητα, την τάξη ή την τεχνοκρατική επάρκεια.

Η κρίση αυτή δεν είναι απλώς θεωρητική· έχει φορείς, δίκτυα, διανοούμενους, χρηματοδότες και τεχνολογικά περιβάλλοντα που της προσδίδουν υλική υπόσταση. Αν ο 20ός αιώνας γνώρισε τον αντιδιαφωτισμό μέσα από τα μαζικά κόμματα και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ο 21ος τον ανακαλύπτει σε φόρουμ προγραμματιστών, σε επενδυτικά ταμεία της Σίλικον Βάλεϊ και σε κλειστούς κύκλους πολιτικής στρατηγικής. Η μορφή του Curtis Yarvin συμπυκνώνει αυτή τη μετάβαση: ένας αυτοδίδακτος στοχαστής της ψηφιακής εποχής, ο οποίος, χωρίς να κατέχει δημόσιο αξίωμα, κατάφερε να διαμορφώσει ένα συνεκτικό ιδεολογικό αφήγημα  που άσκησε επιρροή σε τμήματα της αμερικανικής ελίτ και εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική φαντασία της δεξιάς — και η ανάλυση του λόγου του, καθώς και των διανοητικών, τεχνολογικών και επενδυτικών δικτύων μέσα στα οποία αυτός αναπτύχθηκε και διαδόθηκε, αποκαλύπτει πώς ιδέες που γεννιούνται στα περιθώρια της δημόσιας σφαίρας μπορούν να αποκτήσουν πολιτική και θεσμική επιρροή.

Ο Yarvin εμφανίστηκε στη δημόσια σφαίρα μέσω του ιστολογίου του «Unqualified Reservations», υπογράφοντας ως Mencius Moldbug. Εκεί διατύπωσε μια συστηματική κριτική της αμερικανικής δημοκρατίας, την οποία θεωρεί ένα συγκαλυμμένο καθεστώς ολιγαρχικής διακυβέρνησης.

Στο στόχαστρό του βρίσκεται αυτό που ονομάζει «Καθεδρικό» (the Cathedral) — ένα δίκτυο πανεπιστημίων, μέσων ενημέρωσης και γραφειοκρατίας που, κατά την άποψή του, παράγει και αναπαράγει μια προοδευτική ιδεολογία αδιαπέραστη από δημοκρατικό έλεγχο.  Ο όρος παραπέμπει μεταφορικά στον καθεδρικό ναό ως κέντρο παραγωγής και νομιμοποίησης της κυρίαρχης κοσμοθεωρίας: όπως άλλοτε η Εκκλησία διαμόρφωνε το κυρίαρχο πλαίσιο ερμηνείας της πραγματικότητας, έτσι σήμερα το «Καθεδρικό» λειτουργεί, κατά τον Yarvin, ως μηχανισμός ιδεολογικής ηγεμονίας που καθορίζει τα όρια του πολιτικά και κοινωνικά νομιμοποιημένου λόγου.

Σύμφωνα με τον Yarvin, η πραγματική εξουσία ασκείται από μη εκλεγμένους θεσμούς, οι οποίοι διαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου κινούνται οι πολιτικοί. Η δημοκρατία, υποστηρίζει, δεν είναι παρά μύθος νομιμοποίησης.

Η διάγνωση αυτή δεν είναι πρωτότυπη. Η δυσπιστία προς τις ελίτ διατρέχει την αμερικανική ιστορία. Εκείνο που διαφοροποιεί τον Yarvin είναι η θεραπεία που προτείνει: όχι περισσότερη συμμετοχή, όχι εμβάθυνση της δημοκρατίας, αλλά κατάργησή της. Στη θέση της εισηγείται ένα καθεστώς εταιρικού τύπου, όπου το κράτος θα διοικείται ως επιχείρηση, με έναν διευθύνοντα σύμβουλο-μονάρχη που θα έχει την πλήρη ευθύνη και εξουσία. Η λογική του είναι ωμά λειτουργική: η δημοκρατία παράγει ασυνέχεια και αναποτελεσματικότητα· η συγκεντρωτική εξουσία επιτρέπει ταχεία λήψη αποφάσεων.

Πρόκειται για μια σύγχρονη εκδοχή της αντιδιαφωτιστικής ιδέας ότι η ελευθερία υπονομεύει την τάξη.

Η συγγένεια με την παράδοση που ανέλυσε ο Ζεέβ Στερνχέλ στο έργο του  Ο Αντιδιαφωτισμός είναι εμφανής. Ο Στερνχέλ έδειξε ότι ο αντιδιαφωτισμός συγκροτείται γύρω από τρεις άξονες: απόρριψη του οικουμενισμού, προτεραιότητα της οργανικής κοινότητας έναντι του ατόμου και δυσπιστία προς τη λογική ως θεμέλιο της πολιτικής. Ο Yarvin μεταφράζει αυτούς τους άξονες στη γλώσσα της πληροφορικής και της εταιρικής διακυβέρνησης. Η ισότητα δεν είναι για αυτόν ηθική αρχή αλλά ένα «μπαγκ» (bug) του συστήματος. Η λαϊκή κυριαρχία είναι αυταπάτη. Το κράτος δεν είναι κοινότητα πολιτών αλλά πλατφόρμα που πρέπει να βελτιστοποιηθεί.

Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το περιεχόμενο των ιδεών του, αλλά το οικοσύστημα που τις καθιστά επιδραστικές. Ο Yarvin δεν δρα εν κενώ. Συνδέεται με το ρεύμα της λεγόμενης Νέας Αντίδρασης (Neoreaction/NRx), που αντλεί έμπνευση από στοχαστές όπως ο Thomas Carlyle, ο οποίος ήδη από τον 19ο αιώνα υπερασπιζόταν την ανάγκη ηρωικής ηγεσίας απέναντι στη χυδαιότητα της μάζας.

Σημαντική μορφή του ίδιου ρεύματος είναι και ο Βρετανός φιλόσοφος Nick Land, ο οποίος συνέδεσε τη νεοαντιδραστική κριτική της δημοκρατίας με μια θεωρία τεχνολογικής και καπιταλιστικής επιτάχυνσης, ασκώντας σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της ιδεολογικής φυσιογνωμίας του χώρου. Παράλληλα, η σκέψη του Yarvin  διασταυρώνεται με κύκλους της τεχνολογικής ελίτ που βλέπουν το κράτος ως ξεπερασμένο λειτουργικό σύστημα. Η ιδέα των ιδιωτικών πόλεων (startup cities), όπου η δημοκρατική λογοδοσία περιορίζεται στο ελάχιστο, δεν είναι άσχετη με το όραμα ενός κράτους-εταιρείας.

Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο συναντά κανείς και τον Peter Thiel, ο οποίος στο δοκίμιό του «The Education of a Libertarian» (2009) εξέφρασε ανοιχτά την αμφιβολία του για τη συμβατότητα ελευθερίας και δημοκρατίας. Αν και ο Thiel δεν ταυτίζεται πλήρως με τον Yarvin, η κοινή τους δυσπιστία προς τη λαϊκή κυριαρχία και η έμφαση στην τεχνολογική πρωτοπορία ως φορέα ιστορικής αλλαγής δημιουργούν έναν ιδεολογικό συγχρονισμό. Η πολιτική δεν νοείται πλέον ως πεδίο συλλογικής διαβούλευσης αλλά ως πρόβλημα μηχανικής: αν οι θεσμοί δεν αποδίδουν, αντικαθίστανται.

Οι υποστηρικτές αυτών των σχημάτων συχνά εργαλειοποιούν υπαρκτά δομικά προβλήματα για να προσδώσουν ρεαλιστική βάση στις θέσεις τους: την παράλυση της παραδοσιακής γραφειοκρατίας, την έντονη πολιτική πόλωση και τη μειωμένη αποτελεσματικότητα του σύγχρονου δυτικού κράτους. Παρουσιάζουν, έτσι, τη ριζική ιεραρχία και τη συγκεντρωτική ισχύ όχι ως δογματική επιλογή, αλλά ως τη μόνη ορθολογική απάντηση απέναντι στην παρακμή των θεσμών. Αν οι Yarvin και Land διατυπώνουν το ιδεολογικό πλαίσιο, η υλοποίηση αυτών των ιδεών στις Ηνωμένες Πολιτείες περνά μέσα από συγκεκριμένα δίκτυα επενδυτών και τεχνολογικών επιχειρήσεων.

Σε αυτή τη μάχη των ιδεών, η επιρροή των τεχνολογικών επενδυτών δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγή θεωρίας· μετασχηματίζεται σε πολιτικό και θεσμικό κεφάλαιο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σχέση μεταξύ J.D. Vance και Peter Thiel: ο Thiel δεν υπήρξε απλώς χρηματοδότης, αλλά και καθοδηγητής του Vance από τα πρώτα βήματα της καριέρας του, συμπεριλαμβανομένης της χρηματοδότησης της προεκλογικής του εκστρατείας στη Γερουσία με περίπου 15 εκατομμύρια δολάρια — μια σχέση που ενσωματώνει την επιχειρηματική και τεχνολογική λογική στην πολιτική σκηνή και αντανακλάται στις ιδεολογικές του στάσεις περί τεχνολογίας και θεσμών.

Ταυτόχρονα, η Palantir Technologies —μία από τις εταιρείες δεδομένων και ανάλυσης, η οποία έλαβε στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής της επένδυση από την In-Q-Tel, τον επενδυτικό βραχίονα της CIA για τη χρηματοδότηση τεχνολογιών στρατηγικού ενδιαφέροντος — αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της αυξανόμενης διαπλοκής τεχνολογικών εταιρειών, κρατικών υπηρεσιών και επενδυτικών δικτύων στον χώρο της ασφάλειας και της ανάλυσης δεδομένων.

Η Palantir ανέπτυξε λογισμικό για την ενσωμάτωση και ανάλυση μεγάλων όγκων δεδομένων (big data), το οποίο χρησιμοποιείται από υπηρεσίες πληροφοριών, στρατιωτικά επιτελεία και οργανισμούς επιβολής του νόμου, προσφέροντας δυνατότητες αναγνώρισης μοτίβων, πρόβλεψης κινδύνων και υποστήριξης στρατηγικών αποφάσεων. Ωστόσο, πέρα από τον ρόλο της ως αναδόχου κρατικών συμβάσεων, η Palantir αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση του τρόπου με τον οποίο η τεχνολογία, η κρατική ασφάλεια και τα ιδιωτικά επενδυτικά δίκτυα αλληλεπιδρούν στο σύγχρονο περιβάλλον άσκησης ισχύος. Με αυτόν τον τρόπο, ενσαρκώνει την τάση του 21ου αιώνα όπου η γνώση και η εξουσία συνδέονται στενά με την τεχνολογία, συγκεντρώνονται σε δίκτυα και υπερβαίνουν τα παραδοσιακά όρια του κράτους και της δημόσιας πολιτικής.

Η ανάδυση του τραμπισμού δημιούργησε ένα πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ιδέες αυτού του τύπου βρήκαν μεγαλύτερη απήχηση. Αν και ο Donald Trump δεν υιοθέτησε ρητά τη νεοαντιδραστική θεωρία, η έμφαση στην εκτελεστική ισχύ, η απαξίωση της γραφειοκρατίας και η εχθρότητα προς τα μέσα ενημέρωσης συντονίζονται με τη ρητορική του Yarvin περί «Καθεδρικού». Η διαδρομή από το κίνημα του Tea Party στο Make America Great Again (MAGA), και από εκεί στους κύκλους της Νέας Αντίδρασης, αποκαλύπτει ένα ιδεολογικό συνεχές.

Η πορεία αυτή δεν υπήρξε γραμμική, ωστόσο η δυσπιστία προς το ομοσπονδιακό κράτος και τις ελίτ δημιούργησε το έδαφος πάνω στο οποίο μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη απήχηση πιο ριζικές αντιλήψεις περί εκτελεστικής εξουσίας. Εκείνο που ξεκίνησε ως καταγγελία του υπερτροφικού κράτους, παρείχε, μέσω της ανάγκης για «αποτελεσματικότητα», ένα θεωρητικό λεξιλόγιο για μια πιο ριζική αμφισβήτηση του φιλελεύθερου συνταγματισμού.

Η σημασία του Yarvin και των συν αυτώ, ωστόσο, δεν έγκειται στο ότι αποτελούν τους κρυφούς αρχιτέκτονες μιας ενιαίας στρατηγικής. Η επιρροή τους είναι άνιση και συχνά έμμεση. Εκείνο που τους καθιστά ενδεικτικούς της εποχής είναι ότι προσφέρουν ένα συνεκτικό αφήγημα σε μια ήδη υπάρχουσα δυσπιστία προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία, η οποία τροφοδοτείται από την αποβιομηχάνιση, την αύξηση των ανισοτήτων και την αίσθηση θεσμικής παράλυσης.

Δεν πρόκειται για μια απομονωμένη ιδιορρυθμία της ψηφιακής εποχής, αλλά για τη δυτική εκδοχή ενός διεθνούς ρεύματος που επανερμηνεύει τον αντιδιαφωτισμό με όρους τεχνολογικούς.

Το ιδεολογικό υπόβαθρο των Curtis Yarvin, Nick Land και Peter Thiel μπορεί να αναγνωσθεί πρωτίστως ως μια εναλλακτική θεωρία κυριαρχίας. Στον πυρήνα της βρίσκεται η απόρριψη της φιλελεύθερης διάκρισης μεταξύ εξουσίας και νομιμοποίησης: η νομιμοποίηση δεν απορρέει από τη λαϊκή βούληση αλλά από την ικανότητα αποτελεσματικής απόφασης. Ο Yarvin, επαναδιατυπώνοντας μοτίβα που ανάγονται στον Thomas Hobbes, αντιμετωπίζει την κυριαρχία ως ενιαία, αδιαίρετη και προσωποποιημένη αρχή· η διαίρεση των εξουσιών παράγει, κατά την άποψή του, δομική ανευθυνότητα. Η σκέψη του παρουσιάζει ορισμένες αναλογίες με εκείνη του Carl Schmitt ως προς τον ορισμό του κυρίαρχου ως εκείνου που αποφασίζει σε κατάσταση εξαίρεσης, αν και ο Yarvin μεταφράζει αυτή τη θεολογικο-πολιτική ένταση σε εταιρικούς όρους: ο κυρίαρχος είναι ο διευθύνων σύμβουλος του κράτους. Ο Land, αντίθετα, μετατοπίζει την κυριαρχία σε απρόσωπες διαδικασίες επιτάχυνσης μέσω της «Σκοτεινής Διαφώτισης» (Dark Enlightenment), όπου η εξουσία εγγράφεται στις ροές του κεφαλαίου και της τεχνολογίας, παρακάμπτοντας τη δημοκρατική διαμεσολάβηση. Ο Thiel προσεγγίζει μια αντίληψη της κυριαρχίας συγγενή προς εκείνη του Thomas Hobbes, η οποία αποδίδει προτεραιότητα στην τάξη έναντι της συμμετοχής, ενώ παράλληλα προκρίνει μορφές ιδιωτικοποίησης της κυριαρχίας μέσω τεχνολογικών θυλάκων (enclaves), όπως οι startup cities ή άλλες ειδικές ζώνες διακυβέρνησης. Σε αυτές, η πολιτική εξουσία αποσυνδέεται εν μέρει από την εδαφική, δημοκρατική κοινότητα και αναδιοργανώνεται με βάση συμβατικές σχέσεις, τεχνοκρατικά κριτήρια και εταιρικά πρότυπα διοίκησης.

Κοινός άξονας των τριών προσεγγίσεων είναι η αναθεώρηση της πολιτικής κυριαρχίας: από τη συλλογική αυτοκυβέρνηση σε μια συγκεντρωμένη ικανότητα απόφασης, όπου η αποτελεσματικότητα υπερισχύει της αντιπροσώπευσης και η διοικητική επάρκεια υποκαθιστά τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Η μετατόπιση αυτή συνεπάγεται ότι η πολιτική δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής βούλησης, αλλά ως πρόβλημα βέλτιστης διακυβέρνησης, το οποίο μπορεί να επιλυθεί από μια περιορισμένη τεχνολογική ή οικονομική ελίτ.

Σε έναν κόσμο όπου η δημόσια σφαίρα διαμεσολαβείται από πλατφόρμες και δίκτυα, η απόσταση ανάμεσα στον περιθωριακό στοχαστή και στον σύμβουλο στρατηγικής αποδεικνύεται μικρότερη από ποτέ. Έτσι, η αντιδιαφωτιστική παράδοση, την οποία ανέλυσε με ιστορική επιμονή ο Ζεέβ Στερνχέλ, δεν επιβιώνει ως μουσειακό απολίθωμα αλλά ως ενεργό ρεύμα που διεκδικεί ρόλο στη διαμόρφωση της κρατικής αρχιτεκτονικής.

Εάν ο Διαφωτισμός θεμελίωσε την ιδέα ότι η εξουσία αντλεί τη νομιμοποίησή της από την ισότητα και την καθολικότητα των δικαιωμάτων, ο σύγχρονος αντιδιαφωτισμός επιχειρεί να μετατοπίσει το κριτήριο νομιμοποίησης στην αποτελεσματικότητα, την τάξη και την τεχνοκρατική επάρκεια.

Η μετάβαση αυτή δεν πραγματοποιείται με πραξικοπήματα αλλά με λόγο, με δεξαμενές σκέψης, με επενδυτικές στρατηγικές και με λευκές βίβλους στρατηγικής που επιδιώκουν συστηματικά να καταστήσουν τη δημοκρατία διαπραγματεύσιμη.

Η ανάδυση αυτών των ιδεών δεν σημαίνει ότι ο φιλελεύθερος συνταγματισμός έχει ήδη αντικατασταθεί. Υποδηλώνει όμως ότι η αυτονόητη ιδεολογική του ηγεμονία έχει αρχίσει να διαβρώνεται, εισάγοντας την πολιτική πραγματικότητα σε μια φάση μετα-φιλελεύθερης ιδεολογικής ανασύνθεσης, όπου ανταγωνίζονται διαφορετικά μοντέλα κυριαρχίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Σε αυτή τη συγκυρία, η υπεράσπιση της δημοκρατίας δεν αρκεί να είναι διαδικαστική· οφείλει να είναι βαθιά διανοητική και να ανακτήσει το ηθικό και πολιτικό της κύρος. Όταν η λαϊκή κυριαρχία παρουσιάζεται ως τεχνικό σφάλμα και η ισότητα ως εμπόδιο στην αποδοτικότητα, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η δημοκρατία διαβρώνεται όταν παύει να πιστεύει στον εαυτό της. Η συλλογική αυτοκυβέρνηση δεν αποτελεί τεχνική δυσλειτουργία προς υπέρβαση, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατικής νομιμοποίησης.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»