Ουκρανία: Η στρατηγική παγίδα της επιβίωσης

[χρόνος ανάγνωσης 5 λεπτά και 43 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Στις στρατιωτικές ακαδημίες, η μελέτη πραγματικών συγκρούσεων συχνά ξεκινά με μια απλή άσκηση: αφαιρούνται από τον φάκελο τα ονόματα των κρατών, οι σημαίες και τα πολιτικά συνθήματα. Αυτό που απομένει δεν είναι μια σύγκρουση ταυτοτήτων, αλλά ένα πρόβλημα στρατηγικής. Υπάρχει ένα είδος στρατηγικής αποτυχίας που δεν μοιάζει με ήττα. Δεν συνοδεύεται από άμεση κατάρρευση, από μια αποφασιστική μάχη που τερματίζει τη σύγκρουση ή από μια στιγμή κατά την οποία ο ηττημένος αναγκάζεται να παραδοθεί. Είναι μια πιο αργή και δυσδιάκριτη διαδικασία.  

Εμφανίζεται όταν ένα κράτος συνεχίζει να αμύνεται αποτελεσματικά, τα συμμαχικά κράτη συνεχίζουν να παρέχουν πόρους, ο αντίπαλος αποτυγχάνει να επιτύχει τους αρχικούς του αντικειμενικούς σκοπούς, αλλά παράλληλα προκύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Μπορεί ένα κράτος να κερδίζει τις απαραίτητες τακτικές μάχες για να αποφύγει την ήττα και, ταυτόχρονα, να απομακρύνεται από την επιθυμητή τελική κατάσταση (end state) για την οποία επέλεξε να πολεμήσει;

Ένας αναλυτής που θα εξέταζε έναν τέτοιο φάκελο χωρίς ονόματα και πολιτικές ταυτότητες δεν θα ξεκινούσε από το ζήτημα της ηθικής δικαίωσης. Θα αναζητούσε τη στρατηγική λογική που συνδέει τα μέσα με τον πολιτικό σκοπό. Η εικόνα θα ήταν αρχικά σαφής: ένα κράτος δέχθηκε εισβολή από έναν ισχυρότερο γείτονα, απέφυγε την κατάρρευση, ενεργοποίησε έναν διεθνή συνασπισμό υποστήριξης και απομάκρυνε την αρχική υπαρξιακή απειλή. Σε αυτό το επίπεδο ανάλυσης, πρόκειται για σημαντική στρατηγική επιτυχία. Όμως η στρατηγική αξιολόγηση δεν τελειώνει εκεί. Οι πόλεμοι σπάνια κρίνονται μόνο από την ικανότητα μιας χώρας να επιβιώσει στην πρώτη φάση. Κρίνονται από το αν η επιβίωση μπορεί να μετατραπεί σε ένα βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα μέσω μιας συνεκτικής αλυσίδας στρατηγικών αιτίων και αποτελεσμάτων.

Πριν εξεταστεί οποιοδήποτε επιχειρησιακό σχέδιο, η άσκηση υποχρεώνει τους σπουδαστές να ορίσουν τη λέξη «νίκη». Η έννοια δεν μπορεί να παραμένει αφηρημένη. Εάν ο πολιτικός στόχος είναι η πλήρης αποκατάσταση της εδαφικής κυριαρχίας, τότε η στρατηγική ανάλυση οφείλει να εξηγήσει τον επιχειρησιακό μηχανισμό μέσω του οποίου ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί. Η διακήρυξη του σκοπού δεν αποτελεί σχέδιο. Το σχέδιο απαιτεί μια αξιόπιστη διαδρομή από την παρούσα κατάσταση προς το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά, αλλά επαναφέρει σταθερά το ίδιο στρατηγικό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν οι πολιτικοί στόχοι παραμένουν σταθεροί, ενώ τα διαθέσιμα μέσα και το διεθνές περιβάλλον μεταβάλλονται;

Οι Αψβούργοι, κατά την περίοδο των Ναπολεόντειων Πολέμων, δεν αγνοούσαν ότι το ευρωπαϊκό σύστημα ισχύος μεταβαλλόταν. Το πρόβλημα ήταν ότι η πολιτική και στρατηγική τους σκέψη παρέμενε προσαρμοσμένη σε έναν κόσμο που σταδιακά εξαφανιζόταν. Μετά τις ήττες από τη Γαλλία του Ναπολέοντα, η παλαιά λογική των δυναστικών ισορροπιών και των περιορισμένων πολέμων βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νέο μοντέλο μαζικής κινητοποίησης, εθνικών στρατών και συνολικής πολιτικής-στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Τον Αύγουστο του 1806, η διάλυση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πριν από 220 χρόνια, δεν αποτέλεσε απλώς το τέλος ενός θεσμού που είχε επιβιώσει για αιώνες. Αποτέλεσε την επίσημη αναγνώριση μιας στρατηγικής πραγματικότητας που είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα από τους Ναπολεόντειους Πολέμους: ένας θεσμός που στηριζόταν σε παλαιές ισορροπίες ισχύος βρέθηκε παγιδευμένος ανάμεσα σε έναν στόχο που παρέμενε σταθερός και σε ένα διεθνές περιβάλλον που είχε μεταβληθεί ταχύτερα από την ικανότητά του να προσαρμοστεί.

Οι Αψβούργοι δεν απέτυχαν επειδή αγνοούσαν την αλλαγή· απέτυχαν επειδή η πολιτική και στρατηγική τους προσαρμογή δεν ακολούθησε την ταχύτητα με την οποία μεταβαλλόταν η ευρωπαϊκή ισορροπία ισχύος. Το ίδιο στρατηγικό ερώτημα τίθεται και σήμερα σε κάθε παρατεταμένη σύγκρουση: ποια αλληλουχία γεγονότων οδηγεί από την υφιστάμενη πραγματικότητα στην επιδιωκόμενη τελική κατάσταση;

Ολόκληρη η στρατηγική μπορεί να συμπυκνωθεί σε τέσσερις βασικούς παράγοντες: Στόχος. Μέσα. Χρόνος. Αποτέλεσμα. Η στρατηγική αποτυγχάνει όχι μόνο όταν οι επιχειρήσεις ηττώνται στο πεδίο της μάχης, αλλά και όταν οι στρατιωτικές ενέργειες παύουν να παράγουν πολιτικά αποτελέσματα ανάλογα με τον αρχικό σκοπό. Εάν οποιοσδήποτε από αυτούς τους κρίκους σπάσει, η στρατηγική παύει να είναι σχέδιο και μετατρέπεται σε προσδοκία. Ο πόλεμος είναι πολιτική εξίσωση πριν γίνει στρατιωτική. Το πεδίο της μάχης παράγει απώλειες, φθορά και επιχειρησιακά αποτελέσματα, αλλά η σημασία τους εξαρτάται από τη σχέση τους με τον τελικό πολιτικό σκοπό. Εάν ένας επιτελής δεν μπορεί να περιγράψει πώς η σημερινή κατάσταση οδηγεί βήμα προς βήμα στην επιθυμητή τελική κατάσταση, τότε δεν διαθέτει στρατηγικό σχέδιο. Διαθέτει έναν πολιτικό στόχο χωρίς επαρκή μηχανισμό επίτευξης.

Η ασυμφωνία αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη διαχείριση των συμμαχιών. Η στρατιωτική υποστήριξη από έναν ευρύτερο συνασπισμό κρατών αυξάνει την αντοχή ενός αμυνόμενου κράτους, αλλά δεν συνεπάγεται αυτομάτως πλήρη ταύτιση στρατηγικών επιδιώξεων. Η μορφή, ο ρυθμός και οι περιορισμοί της στρατιωτικής βοήθειας μπορούν να ερμηνευθούν ως ενδείξεις ότι η προσέγγιση των υποστηρικτών δίνει προτεραιότητα στην αποτροπή μιας δυσμενούς έκβασης, στον περιορισμό του κινδύνου και στη διαχείριση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, παρά σε μια άμεση προσπάθεια ανατροπής της στρατιωτικής ισορροπίας. Εάν η ανάγνωση αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε γεννάται ένα κρίσιμο ερώτημα: συμπίπτει η στρατηγική των υποστηρικτών με τον δημόσια διακηρυγμένο πολιτικό στόχο της χώρας που διεξάγει τον πόλεμο;

Για την αμυνόμενη χώρα, η νίκη ορίζεται ως πλήρης αποκατάσταση της κυριαρχίας της. Για έναν εξωτερικό υποστηρικτή, η επιτυχία μπορεί να συνδέεται περισσότερο με τη διατήρηση της κυριαρχίας επί του πυρήνα του κράτους, την αποτροπή μιας ευρύτερης περιφερειακής αποσταθεροποίησης και τη σταδιακή φθορά των δυνατοτήτων του αντιπάλου. Όταν αυτές οι αντιλήψεις αποκλίνουν, δημιουργείται ένα χάσμα ανάμεσα στις δημόσιες διακηρύξεις και στον πραγματικό σχεδιασμό.

Το χάσμα αυτό διευρύνεται όταν ο πόλεμος εισέρχεται στη φάση της φθοράς. Οι συγκρούσεις υψηλής έντασης δεν κρίνονται μόνο από την ποιότητα των επιχειρήσεων, αλλά από τη συνολική αντοχή των κοινωνιών που τις διεξάγουν. Η τεχνολογική εξέλιξη και η ψηφιακή διαφάνεια του σύγχρονου πεδίου μάχης περιορίζουν τον στρατηγικό αιφνιδιασμό, αλλά δεν καταργούν τις θεμελιώδεις παραμέτρους ισχύος: την παραγωγική ικανότητα, το ανθρώπινο δυναμικό, την οικονομική ανθεκτικότητα και την πολιτική διάρκεια. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος διαθέτει το καλύτερο τακτικό σύστημα σήμερα. Είναι ποιος μπορεί να διατηρήσει αποτελεσματικά το σύστημά του όταν η σύγκρουση μετατραπεί από κρίση μηνών σε δοκιμασία ετών. Όταν μια στρατηγική βασίζεται κυρίως στην υπόσχεση μιας τεχνολογικής λύσης χωρίς αντίστοιχη βιομηχανική και κοινωνική κλίμακα υποστήριξης, ο χρόνος μπορεί να μετατραπεί από πλεονέκτημα σε παράγοντα πίεσης.

Στο τέλος του φακέλου εργασίας, οι σπουδαστές λαμβάνουν ένα ακόμη δεδομένο: μια εσωτερική πολιτική και στρατιωτική κρίση στο αμυνόμενο κράτος, η οποία αποκαλύπτει βαθύτερες διαφωνίες σχετικά με το μέλλον του στρατιωτικού δόγματος. Η αντιπαράθεση ανέδειξε το δίλημμα ανάμεσα στην τεχνολογική καινοτομία, στα μη επανδρωμένα συστήματα και στις αποκεντρωμένες μορφές διοίκησης από τη μία πλευρά, και στις πιο παραδοσιακές ιεραρχικές προσεγγίσεις από την άλλη. Η στρατηγική επιλογή δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο εξωτερικής αξιολόγησης μόνο, αλλά και εσωτερικής πολιτικής συζήτησης στο κράτος που διεξάγει τον πόλεμο.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο αν υπάρχει σχέδιο νίκης. Είναι αν υπάρχει κοινή αντίληψη για το τι συνιστά νίκη και ποια στρατηγική διαδρομή οδηγεί σε αυτή, καθώς σημαντικό μέρος του εσωτερικού μετώπου αντιδρά στην αντίληψη ότι το επιλεγμένο δόγμα αντιμετωπίζει τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους κυρίως ως μέσα διατήρησης μιας στατικής γραμμής.

Εάν ένας τέτοιος φάκελος δινόταν σε σπουδαστές στρατιωτικής ακαδημίας, η άσκηση θα τους υποχρέωνε να παρουσιάσουν έναν συγκεκριμένο επιχειρησιακό μηχανισμό. Στρατιωτικά, καμία πρόταση δεν θεωρείται επιχειρησιακά πλήρης αν δεν απαντά στα ακόλουθα πέντε ερωτήματα: Ποιο είναι το κέντρο βάρους του αντιπάλου; Πώς μπορεί να διαρρηχθεί; Με ποια μέσα; Σε ποιο χρονικό ορίζοντα; Ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τη φθορά σε στρατηγική κατάρρευση; Χωρίς πειστικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, το πρόβλημα δεν είναι πολιτικό αλλά στρατηγικό.

Οι απαντήσεις των σπουδαστών πιθανότατα θα συγκεντρώνονταν γύρω από τρία διαφορετικά υποδείγματα. Η πρώτη σχολή θα υποστήριζε ότι η υπάρχουσα στρατηγική απαιτεί περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη δέσμευση πόρων για να αποδώσει.

Η δεύτερη θα υποστήριζε ότι τα διαθέσιμα μέσα δεν επαρκούν για τον υφιστάμενο πολιτικό στόχο και ότι πρέπει να αναθεωρηθεί ριζικά είτε ο στόχος είτε η στρατηγική προσέγγιση, αναζητώντας τον δρόμο που οδηγεί στο τέλος του πολέμου.

Η τρίτη θα αμφισβητούσε την ίδια την αρχική υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι η αμυνόμενη χώρα και οι υποστηρικτές της ενδέχεται να μην επιδιώκουν πλέον ακριβώς το ίδιο τελικό αποτέλεσμα.

Η αξία μιας τέτοιας άσκησης δεν βρίσκεται στην επιβεβαίωση μιας πολιτικής θέσης. Βρίσκεται στην απαίτηση ότι κάθε στρατηγική πρόταση πρέπει να αποδεικνύεται μέσω δεδομένων, συσχετισμών ισχύος και μιας πειστικής αλυσίδας αποτελεσμάτων.

Η στρατηγική δεν αξιολογείται μόνο από την ορθότητα του πολιτικού σκοπού της, αλλά από την ικανότητά της να εξηγήσει τον μηχανισμό επίτευξής του. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει αποφασιστικότητα, κοινωνική αντοχή, συμμάχους και διεθνή νομιμοποίηση.

Εάν όμως δεν μπορεί να περιγράψει με ποια αλληλουχία στρατιωτικών εξελίξεων όλα αυτά μετατρέπονται σε επίτευξη του πολιτικού της στόχου, τότε το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη βούλησης. Είναι η ασυνέχεια ανάμεσα στον σκοπό, στα μέσα και στον χρόνο.

Αν αυτός ο φάκελος δινόταν σήμερα σε μια στρατιωτική ακαδημία, πιθανότατα οι περισσότεροι σπουδαστές δεν θα διαφωνούσαν για το ποιος αμύνεται και ποιος επιτίθεται. Θα διαφωνούσαν σε κάτι πολύ δυσκολότερο: αν, με τα σημερινά δεδομένα, μπορεί να περιγραφεί μια αξιόπιστη αλληλουχία στρατιωτικών εξελίξεων που να οδηγεί στον διακηρυγμένο πολιτικό στόχο. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η στρατηγική οφείλει να παρουσιαστεί με σαφήνεια. Αν όχι, τότε το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη αποφασιστικότητας, αλλά η αναντιστοιχία ανάμεσα στον σκοπό και στα μέσα.

Κάθε στρατηγική, κάποια στιγμή, υποχρεώνεται να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: εξακολουθεί να αποτελεί αξιόπιστη πορεία προς τον επιδιωκόμενο πολιτικό σκοπό ή έχει μετατραπεί σε μηχανισμό διαχείρισης της διάρκειας της σύγκρουσης; Η ιστορία δείχνει ότι οι πόλεμοι δεν κρίνονται μόνο από την αντοχή των κοινωνιών ή την απόδοση των στρατιωτικών μονάδων, αλλά από την ικανότητα των ηγεσιών να διατηρούν συνεκτική τη σχέση ανάμεσα στον σκοπό, στα μέσα και στον χρόνο. Όταν αυτή η σχέση διαρρηγνύεται, η στρατιωτική προσπάθεια μπορεί να συνεχίζεται χωρίς να παράγει το πολιτικό αποτέλεσμα για το οποίο ξεκίνησε.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»