Πνευματική Ανομία: μία κοινωνιολογική προσέγγιση της κατάθλιψης στη σύγχρονη κοινωνία

[χρόνος ανάγνωσης 5 λεπτά και 29 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη

Αντί προλόγου:

Η έννοια της πνευματικής ανομίας συνομιλεί με διαφορετικές παραδόσεις της κοινωνικής θεωρίας και της υπαρξιακής φιλοσοφίας. Αντλεί δημιουργικά από την έννοια της ανομίας του Ντυρκέμ, βρίσκεται σε διάλογο με τη θεωρία της αλλοτρίωσης και με σύγχρονες αναλύσεις της κοινωνίας της απόδοσης, χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με καμία από αυτές.

Υπάρχει μια παράξενη, βουβή στιγμή μέσα στη μέρα, όπου ο κόσμος γύρω μας συνεχίζει να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά εμείς στεκόμαστε ακίνητοι, κοιτάζοντας τις παλάμες μας ή την οθόνη του υπολογιστή, με μια πρωτόγνωρη απορία. Δεν πρόκειται για τη γνωστή, σωματική κούραση που γιατρεύεται με έναν καλό ύπνο, ούτε για εκείνη τη στιγμιαία μελαγχολία που φέρνει η αλλαγή του καιρού. Είναι ένα βαθύ, υπόκωφο ρήγμα που ανοίγει ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που η καθημερινότητα απαιτεί να δείχνουμε ότι είμαστε.

Όταν ένας άνθρωπος βυθίζεται σε αυτό που η εποχή μας βιαστικά ονομάζει κατάθλιψη, το πρώτο πράγμα που χάνει δεν είναι η ενεργητικότητά του, αλλά η ικανότητά του να καθρεφτίζεται στον κόσμο και να αναγνωρίζει το είδωλό του. Ξαφνικά, οι υποχρεώσεις, οι στόχοι, οι επιτυχίες, ακόμα και οι μικρές καθημερινές ιεροτελεστίες της εργασίας και της κοινωνικής ζωής, μοιάζουν με ρούχα ραμμένα για κάποιον άλλον. Αυτό το βίωμα, που συχνά το μεταφράζουμε ως προσωπική αποτυχία, ως μια χημική ανισορροπία στον εγκέφαλο ή ως μια νευρολογική δυσλειτουργία, κουβαλάει στην πραγματικότητα ένα πολύ μεγαλύτερο, συλλογικό μυστικό.

Για να μπορέσουμε να αγγίξουμε αυτό το μυστικό χωρίς τα ψυχιατρικά κλισέ της εποχής μας, χρειάζεται να δανειστούμε ένα παλιό εργαλείο από την κοινωνιολογία και να το μεταμορφώσουμε ριζικά. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ο Εμίλ Ντυρκέμ μίλησε για την έννοια της ανομίας, περιγράφοντας την κατάσταση εκείνη όπου οι κοινωνικοί κανόνες χαλαρώνουν, απορρυθμίζονται και χάνουν τη συνοχή τους, αφήνοντας το άτομο μετέωρο, χωρίς ξεκάθαρο οδηγό για το τι είναι σωστό και τι λάθος.

Όμως σήμερα, η δική μας δοκιμασία δεν βρίσκεται εκεί. Το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως η απουσία κανόνων, αλλά το γεγονός ότι οι κυρίαρχες μορφές κανονικότητας καθίστανται ολοένα πιο απαιτητικές, μέχρι του σημείου να γίνονται δύσκολα βιώσιμες υπαρξιακά· μας ζητούν διαρκή παραγωγικότητα, αδιάκοπη δικτύωση, μόνιμη ορατότητα και μια κατασκευασμένη αυθεντικότητα που πρέπει να πουλιέται καθημερινά στο χρηματιστήριο των κοινωνικών σχέσεων και της αγοράς εργασίας.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι οι κανόνες κατέρρευσαν, αλλά ότι εμείς δεν μπορούμε πλέον να αναπνεύσουμε μέσα τους. Εδώ ακριβώς γεννιέται μια νέα έννοια, μια άλλη διάσταση που μπορούμε να ονομάσουμε «πνευματική ανομία».

Η πνευματική ανομία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία, τον μυστικισμό ή το μεταφυσικό. Όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη πνευματική, αναφερόμαστε στην καθαρή, γυμνή υπαρξιακή γεωγραφία του ανθρώπου: στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να κατανοήσουμε τον εαυτό μας, να δώσουμε ένα χειροπιαστό νόημα στις ώρες που περνούν και να πλέξουμε ένα νήμα αληθινής σύνδεσης με την κοινότητα γύρω μας. Είναι η ανάγκη μας να νιώθουμε ότι αυτό που κάνουμε για να επιβιώσουμε έχει αξία, ότι ο χρόνος μας δεν εξαργυρώνεται απλώς σε ψηφιακά νούμερα και ότι η παρουσία μας στον κόσμο αφήνει ένα ζεστό αποτύπωμα. Όταν αυτή η ανάγκη συντρίβεται πάνω στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοινωνικοοικονομικού συστήματος, τότε το ρήγμα δεν είναι πλέον κοινωνικό, αλλά εσωτερικό.

Η πνευματική ανομία είναι η εμπειρία κατά την οποία ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στον τρόπο ζωής, στις αξίες και στους ρόλους που οι κυρίαρχοι κοινωνικοί θεσμοί απαιτούν, ώστε να θεωρείται λειτουργικός και επιτυχημένος.

Σήμερα, ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος τείνει συχνά να ερμηνεύει την κατάθλιψη πρωτίστως ως ατομική βιολογική δυσλειτουργία. Αν και η ιατρική βοήθεια είναι συχνά απαραίτητη για να κρατηθεί κανείς στην επιφάνεια, η αποκλειστική εστίαση στη διάγνωση κρύβει μια βαθιά αδικία: μετατρέπει ένα συλλογικό, πολιτισμικό αδιέξοδο σε ατομική ενοχή. Ο άνθρωπος που υποφέρει αρχίζει να πιστεύει ότι ο ίδιος είναι ελαττωματικός, ότι δεν έχει αρκετή θέληση, ότι οι αντοχές του είναι μικρές ή ότι η προσωπικότητά του παρουσιάζει μια αδυναμία να προσαρμοστεί στις προκλήσεις της ζωής.

Η έννοια της πνευματικής ανομίας δεν επιχειρεί να αντικαταστήσει την ψυχιατρική ερμηνεία της κατάθλιψης, αλλά να μετατοπίσει ριζικά το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης. Αντί να προσεγγίζει την ψυχική οδύνη αποκλειστικά ως πρόβλημα του ατόμου, τη διαβάζει ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης ρήξης στη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής ζωής.

Σε πολλές σύγχρονες μορφές εργασίας, η δουλειά τείνει να χάνει τον χαρακτήρα της ως χώρος δημιουργίας ή ως σαφής προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Για μεγάλο μέρος των ανθρώπων, μετατρέπεται σε μια σειρά από αυτοματοποιημένες διαδικασίες, γραφειοκρατικούς δείκτες απόδοσης, ατελείωτα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μια διαρκή πίεση για επίτευξη στόχων που μοιάζουν ξένοι προς την ανθρώπινη φύση. Το υποκείμενο καλείται να επενδύσει όλη του την ψυχική ενέργεια, τη δημιουργικότητα και τον χρόνο σε δομές που συχνά δεν επιστρέφουν κανένα βαθύτερο νόημα. Όταν, λοιπόν, ο εργαζόμενος, ο επιστήμονας, ο υπάλληλος ή ο καλλιτέχνης φτάνει στο σημείο να μην μπορεί να σηκωθεί το πρωί από το κρεβάτι, αυτό που συμβαίνει δεν είναι απαραίτητα μια απλή νευρική κόπωση. Είναι η άρνηση της ίδιας της ύπαρξης να συνεχίσει να αυτοπροσδιορίζεται μέσα από μια δραστηριότητα που την ακυρώνει. Καταρρέει η ίδια η εσωτερική δυνατότητα του ανθρώπου να βρει τον εαυτό του μέσα σε αυτούς τους κανόνες.

Αυτή η αίσθηση του «δεν χωράω πουθενά» επεκτείνεται και στον τρόπο που σχετιζόμαστε. Οι σύγχρονες μορφές κοινωνικής ένταξης βασίζονται συχνά σε μια διαρκή παράσταση. Πρέπει να είμαστε ορατοί, να δείχνουμε ευτυχισμένοι, να καταναλώνουμε εμπειρίες, να «δικτυωνόμαστε» αντί να συνδεόμαστε. Η μοναξιά μέσα σε ένα πλήθος ψηφιακών φίλων ή σε μια αίθουσα συσκέψεων είναι το πιο καθαρό σύμπτωμα της πνευματικής ανομίας. Ο άνθρωπος αισθάνεται ξένος ανάμεσα σε ξένους, επειδή η γλώσσα που χρησιμοποιείται γύρω του —η γλώσσα της αποτελεσματικότητας, της θετικής ενέργειας και του διαρκούς ανταγωνισμού— δεν μπορεί να εκφράσει τους πραγματικούς του φόβους, τις αγωνίες ή την ανάγκη του για τρυφερότητα και ουσιαστική αποδοχή. Όταν η κατάθλιψη επιβάλλει τη σιωπή της, αυτό συμβαίνει συχνά επειδή το άτομο έχει στερηθεί τα εργαλεία για να αρθρώσει το δικό του, προσωπικό νόημα μέσα σε ένα περιβάλλον που αναγνωρίζει μόνο το νόημα της αγοράς και της σκοπιμότητας.

Η πνευματική ανομία, επομένως, είναι μια μορφή υπαρξιακής αλλοτρίωσης, αλλά με μια πολύ συγκεκριμένη, σύγχρονη απόχρωση. Δεν είναι η γενική, αφηρημένη υπαρξιακή αγωνία που ένιωθαν οι άνθρωποι όλων των εποχών απέναντι στο μυστήριο του θανάτου ή της ζωής. Είναι μια αγωνία ιστορικά προσδιορισμένη, γεννημένη μέσα στους συγκεκριμένους θεσμούς και τις οικονομικές συνθήκες του παρόντος. Είναι η κραυγή ενός πολιτισμού που έχει αναπτύξει τρομερά μέσα για την υλική επιβίωση και την τεχνολογική εξέλιξη, αλλά έχει αφήσει την ανθρώπινη υποκειμενικότητα απροετοίμαστη απέναντι στο κενό.

Οι κυρίαρχες κοινωνικές και οικονομικές δομές τείνουν να απαιτούν από εμάς να είμαστε απόλυτα ευέλικτοι, να αλλάζουμε ταυτότητες με ταχύτητα, να μη δεσμευόμαστε βαθιά με τίποτα, ώστε να προσαρμοζόμαστε απρόσκοπτα στις μεταβολές της αγοράς. Όμως, αυτή η απαίτηση για μια «ρευστή» υποκειμενικότητα έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου για σταθερότητα, για ρίζες, για μια ταυτότητα που δεν θα εξαρτάται από το επόμενο συμβόλαιο εργασίας ή την επόμενη κοινωνική αξιολόγηση.

Όταν κοιτάζουμε έναν δικό μας άνθρωπο που παλεύει με αυτό το σκοτάδι, ή όταν οι ίδιοι βρισκόμαστε μέσα σε αυτό, η κατανόηση της πνευματικής ανομίας μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πρώτο φως. Μας επιτρέπει να αλλάξουμε το ερώτημα από το «τι φταίει σε μένα;» στο «τι συμβαίνει γύρω μου και με συνθλίβει;». Αυτή η μετατόπιση δεν αποτελεί μια προσπάθεια αποποίησης των προσωπικών μας ευθυνών, ούτε μια παθητική μοιρολατρία. Αντίθετα, είναι μια πράξη αυτογνωσίας.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ψυχική οδύνη μπορεί να λειτουργήσει και ως ένδειξη ότι κάτι θεμελιώδες στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο έχει διαρραγεί· όχι μόνο ως βιολογικό σύμπτωμα, αλλά και ως υπαρξιακό και κοινωνικό σήμα. Είναι η ύπαρξη που, βρίσκοντας κλειστές όλες τις εξόδους κινδύνου, επιλέγει να κατεβάσει τους διακόπτες, αρνούμενη να συνεχίσει να λειτουργεί ως γρανάζι σε μια μηχανή που δεν την αναγνωρίζει.

Αν δούμε την κατάθλιψη μέσα από το πρίσμα της πνευματικής ανομίας, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι η θεραπεία δεν μπορεί να είναι απλώς μια επιστροφή στην προηγούμενη «λειτουργική» μας κατάσταση. Η επιστροφή σε μια καθημερινότητα που μας αρρωσταίνει, με μοναδικό εφόδιο μια μεγαλύτερη αντοχή στην καταπίεση, δεν είναι γιατρειά· είναι παράταση της αιχμαλωσίας.

Η πραγματική διέξοδος ξεκινά από την αποδοχή αυτής της ρήξης ως αφετηρίας για την αναζήτηση νέων, αυθεντικών μορφών νοήματος.

Σημαίνει να αρχίσουμε να χτίζουμε μικρές, καθημερινές ζώνες όπου οι κανόνες της παραγωγικότητας και της λογικής της απόδοσης δεν έχουν ισχύ. Χώρους και στιγμές όπου μπορούμε να υπάρχουμε χωρίς να πρέπει να αποδείξουμε τίποτα, χωρίς να πρέπει να πουλήσουμε τίποτα, χωρίς να πρέπει να είμαστε τίποτα άλλο εκτός από άνθρωποι που αναζητούν τη σύνδεση, την ομορφιά και την ησυχία.

Η πνευματική ανομία είναι συχνά το τίμημα που πληρώνει η υποκειμενικότητά μας σε έναν κόσμο που προτίμησε τα μεγέθη από τις αξίες και την αποτελεσματικότητα από το νόημα.

Η πνευματική ανομία δεν είναι το τέλος του νοήματος, αλλά η στιγμή κατά την οποία το κληρονομημένο νόημα παύει να μας αρκεί. Η οδύνη που γεννά αυτή η ρήξη δεν αποτελεί από μόνη της λύτρωση· μπορεί όμως να γίνει το σημείο εκκίνησης για τη συγκρότηση νέων μορφών ζωής, σχέσης και κοινότητας, μέσα στις οποίες ο άνθρωπος θα μπορεί να αναγνωρίσει ξανά τον εαυτό του.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»