Του Σωκράτη Αργύρη
Η ανάδυση του φασισμού στον εικοστό αιώνα συχνά περιγράφεται ως μια ξαφνική ιστορική εκτροπή, ένας πολιτικός σεισμός που προκλήθηκε αποκλειστικά από τα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την οικονομική εξαθλίωση του Μεσοπολέμου. Αυτή η ανάγνωση, αν και καθηλωτική στην απλότητά της, παραβλέπει το γεγονός ότι οι μεγάλες ιδέες δεν γεννιούνται στα χαρακώματα ούτε στα γκρεμισμένα χρηματιστήρια· εκεί απλώς εκβάλλουν. Ο φασισμός δεν υπήρξε ένα πρόχειρο πολιτικό αυτοσχεδίασμα οργισμένων βετεράνων, αλλά το ώριμο, τοξικό τέκνο μιας μακράς, υπόγειας και εξαιρετικά εκλεπτυσμένης πνευματικής κυοφορίας που συγκλόνισε την Ευρώπη για περισσότερους από δύο αιώνες.
Για να κατανοήσει κανείς τη βαθύτερη γενεαλογία του, πρέπει να απομακρυνθεί από τα τετριμμένα ιστορικά εγχειρίδια των Μελανοχιτώνων και της Πορείας προς τη Ρώμη και να βυθιστεί στα σπλάχνα της ίδιας της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, εκεί όπου συντελέστηκε η μεγαλύτερη πνευματική ανταρσία της ιστορίας: η γιγαντιαία εκστρατεία αποδόμησης του Διαφωτισμού.
Η αφετηρία αυτής της διαδρομής βρίσκεται στον δέκατο όγδοο αιώνα, τη στιγμή ακριβώς που ο ορθός λόγος, η παγκόσμια ισότητα και τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου ανακηρύσσονταν σε νέα οικουμενική θρησκεία. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη γέννηση αυτού του φωτεινού ανθρωπιστικού οράματος,
εμφανίστηκαν και τα πρώτα σπέρματα της άρνησής του. Ο φιλόσοφος από τη Νάπολη Τζιαμπατίστα Βίκο, ορθώνοντας το ανάστημά του απέναντι στον καρτεσιανό ορθολογισμό, υπήρξε από τους πρώτους που υποστήριξαν ότι η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι μια γραμμική, φωτεινή λεωφόρος προόδου, αλλά μια κυκλική, θυελλώδης διαδικασία.
Ο Βίκο, με τη θεμελιώδη αρχή του Verum esse ipsum factum («η αλήθεια η ίδια είναι κάτι που κατασκευάζεται»), υποστήριξε ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει βαθύτερα εκείνα που ο ίδιος έχει δημιουργήσει: τη γλώσσα, τους μύθους, τους θεσμούς και την ιστορία. Για τον λόγο αυτό, οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν μπορούν να κατανοηθούν με τα πρότυπα της μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά απαιτούν την ερμηνεία των συμβόλων, των συλλογικών παραστάσεων και των ιστορικών εμπειριών που τις συγκροτούν. Η σκέψη του εισήγαγε την ιδέα ότι η κατανόηση μιας κοινωνίας δεν εξαντλείται στην αφηρημένη λογική συνέπεια, αλλά προϋποθέτει την κατανόηση των βαθύτερων συμβολικών και πολιτισμικών δυνάμεων που τη συγκροτούν.
Ο Βίκο δεν αρνείται τον λόγο· ανοίγει όμως τον δρόμο σε μια διαφορετική κατανόηση του ανθρώπινου κόσμου, η οποία αργότερα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να παραμορφωθεί από αντιδιαφωτιστικά και αντιφιλελεύθερα ρεύματα.
Το ρήγμα αυτό μετατράπηκε σε πολιτικό χαράκωμα με την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης το 1789. Η ανακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη προκάλεσε μια βίαιη πνευματική αντεπίθεση από τη μεριά των συντηρητικών στοχαστών, με προεξάρχοντα τον Έντμουντ Μπερκ. Ο Μπερκ, αναλύοντας τα γεγονότα του Παρισιού, εξαπέλυσε μια σφοδρή επίθεση εναντίον της έννοιας του «Παγκόσμιου Ανθρώπου». Στοχάστηκε με μια αφοπλιστική ωμότητα που αργότερα θα αποτελούσε τον πυρήνα κάθε ολοκληρωτικού εθνικισμού, δηλώνοντας ότι έχει γνωρίσει Γάλλους, Άγγλους και Ιταλούς, αλλά «Άνθρωπο» γενικά δεν έχει συναντήσει ποτέ στη ζωή του. Για τον Μπερκ, η ιδέα ότι ένα άτομο διαθέτει δικαιώματα απλώς και μόνο επειδή γεννήθηκε άνθρωπος ήταν μια επικίνδυνη, μεταφυσική αυταπάτη. Τα δικαιώματα, ισχυρίστηκε, δεν είναι φυσικά, αλλά ιστορικά· κληρονομούνται μέσω του αίματος, των προγόνων, των τοπικών προνομίων και των εθνικών παραδόσεων. Με τον τρόπο αυτό, ο Μπερκ αφαίρεσε το ηθικό θεμέλιο της οικουμενικής αλληλεγγύης και το αντικατέστησε με τον απόλυτο σχετικισμό της καταγωγής.
Την ίδια ακριβώς περίοδο στη Γερμανία, ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ έδινε σε αυτή την πολιτική θεωρία το απαραίτητο πολιτισμικό και φιλοσοφικό της ένδυμα, εισάγοντας την έννοια του Volksgeist, του «Πνεύματος του Λαού». Ο Χέρντερ υποστήριξε ότι οι ανθρώπινες κοινότητες δεν είναι τεχνητά αθροίσματα ατόμων που ενώνονται μέσω ενός κοινωνικού συμβολαίου, όπως πίστευαν ο Ρουσσώ και ο Λοκ, αλλά ζωντανοί, οργανικοί πολιτισμικοί οργανισμοί. Κάθε έθνος διαθέτει τη δική του μοναδική, ασύμβατη ψυχή, η οποία καθορίζεται από τη γλώσσα, τη γη και την ιστορική του μοίρα. Αν και ο ίδιος ο Χέρντερ εμφορούνταν από έναν ρομαντικό πλουραλισμό, η ιδέα του ότι το άτομο δεν είναι τίποτα έξω από το εθνικό του καλούπι λειτούργησε ως μια βραδύφλεκτη βόμβα. Στα χέρια των μεταγενέστερων επιγόνων του, το «Πνεύμα του Λαού» απογυμνώθηκε από τον ρομαντισμό του και μεταλλάχθηκε σε μια επιθετική θεωρία αποκλεισμού: αν η ταυτότητά σου ορίζεται αποκλειστικά από το έθνος σου, τότε ο ξένος, ο διαφορετικός, ο κοσμοπολίτης δεν είναι απλώς ένας άλλος άνθρωπος, αλλά ένα ξένο σώμα, ένα παράσιτο που απειλεί την καθαρότητα του δικού σου οργανισμού.
Καθώς ο δέκατος ένατος αιώνας προχωρούσε, η εκβιομηχάνιση και η άνοδος του καπιταλισμού άρχισαν να μεταμορφώνουν ριζικά το ευρωπαϊκό τοπίο, δημιουργώντας μια νέα, τρομακτική υπαρξιακή αγωνία. Οι παραδοσιακές κοινότητες διαλύθηκαν, οι θρησκευτικές βεβαιότητες κατέρρευσαν και εκατομμύρια άνθρωποι μετατράπηκαν σε ανώνυμα, αποξενωμένα γρανάζια των εργοστασίων και των μεγαλουπόλεων. Μέσα σε αυτό το κενό νοήματος, η ευρωπαϊκή διανόηση δεν αναζήτησε τη λύση σε περισσότερη δημοκρατία, αλλά σε μια νέα μορφή επιστημονικοφανούς βαρβαρότητας.
Αυτή ήταν η στιγμή που εμφανίστηκε ο Χέρμπερτ Σπένσερ, ο οποίος, παραμορφώνοντας τη βιολογική θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, εισηγήθηκε τον Κοινωνικό Δαρβινισμό. Ο Σπένσερ καθιέρωσε τον όρο «επιβίωση του ισχυρότερου», υποστηρίζοντας ότι η ανθρώπινη κοινωνία διέπεται από τους ίδιους αμείλικτους νόμους με τη ζούγκλα. Η φτώχεια, η εξαθλίωση και η αποτυχία των αδυνάμων δεν θεωρούνταν πλέον κοινωνικές αδικίες που έπρεπε να διορθωθούν, αλλά αναγκαίες βιολογικές διεργασίες για την αυτοκάθαρση του είδους. Ο Σπένσερ, αν και ο ίδιος ήταν φανατικός οπαδός της ελεύθερης αγοράς, προσέφερε στη μελλοντική φασιστική ιδεολογία το πιο κρίσιμο στοιχείο της: τη φυσικοποίηση της ανισότητας και την πλήρη ποινικοποίηση της συμπόνιας. Η βία του ισχυρού πάνω στον αδύναμο έπαψε να είναι έγκλημα και ανακηρύχθηκε σε υπέρτατο νόμο της προόδου.
Η καθοριστική όμως στροφή, η στιγμή που όλα αυτά τα διάσπαρτα σπέρματα άρχισαν να συμπυκνώνονται σε μια ενιαία πολιτική κουλτούρα, συντελέστηκε στη Γαλλία στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα, κατά τη διάρκεια της Υπόθεσης Ντρέιφους. Όπως έχει αποδείξει με τη ρηξικέλευθη έρευνά του ο ιστορικός Ζέεβ Στερνχέλ, η Γαλλία —και όχι η Ιταλία ή η Γερμανία— υπήρξε το πραγματικό εργαστήριο του φασισμού.
Εκεί γεννήθηκε ο «ολοκληρωτικός εθνικισμός» μέσα από το έργο στοχαστών όπως ο Σαρλ Μοράς και ο Μορίς Μπαρές. Ο Μπαρές, με τη θεωρία του για το «Αίμα και το Χώμα», υποστήριξε ότι η ατομική συνείδηση δεν υπάρχει· ο άνθρωπος είναι απλώς ένας κρίκος σε μια αλυσίδα νεκρών προγόνων, και η σκέψη του καθορίζεται απόλυτα από τη γεωγραφία και τη φυλή του. Ο Μοράς, ιδρύοντας την Action Française, μετέτρεψε αυτόν τον μυστικισμό σε μια επιθετική, παραστρατιωτική πολιτική δράση. Για πρώτη φορά, ο εθνικισμός έπαψε να είναι μια συντηρητική άμυνα των παλαιών ελίτ και έγινε ένα επαναστατικό, λαϊκιστικό κίνημα του δρόμου, που χρησιμοποιούσε νεαρούς τραμπούκους για να τρομοκρατεί τους αντιπάλους του και να λοιδορεί το κοινοβούλιο.
Το τελικό, εκρηκτικό στοιχείο σε αυτή τη γενεαλογία προστέθηκε όταν αυτός ο οργανικός, δεξιός εθνικισμός συνάντησε και συγχωνεύτηκε με την κρίση του μαρξισμού. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, πολλοί αριστεροί ριζοσπάστες άρχισαν να απογοητεύονται από την καθυστέρηση της προλεταριακής επανάστασης και την ενσωμάτωση των σοσιαλιστικών κομμάτων στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Ο Γάλλος θεωρητικός Ζορζ Σορέλ, ηγέτης του επαναστατικού συνδικαλισμού, διαδραμάτισε έναν σκοτεινό αλλά καταλυτικό ρόλο σε αυτή τη μετάλλαξη. Ο Σορέλ απέρριψε τον οικονομικό ντετερμινισμό του Μαρξ και τον αντικατέστησε με τη λατρεία της καθαρής δράσης, της βίας και του «κοινωνικού μύθου».
Υποστήριξε ότι οι μάζες δεν κινητοποιούνται από ορθολογικά προγράμματα, αλλά από πανίσχυρες, συγκινησιακές εικόνες που διεγείρουν το ένστικτό τους. Όταν οι ιδέες του Σορέλ πέρασαν τις Άλπεις και συναντήθηκαν με τους Ιταλούς εθνικιστές, συντελέστηκε η ιστορική επιφοίτηση: η ταξική πάλη αντικαταστάθηκε από την εθνική πάλη. Το προλεταριάτο δεν ήταν πια μια κοινωνική τάξη, αλλά το «προλεταριακό έθνος» της Ιταλίας που έπρεπε να εξεγερθεί βίαια ενάντια στις πλουτοκρατικές, παρακμασμένες δυτικές δημοκρατίες. Αυτή η πρωτοφανής σύνθεση αριστερής επαναστατικής μεθοδολογίας και δεξιάς εθνικιστικής ιδεολογίας ήταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης του φασισμού.
Αυτή η πνευματική συμμαχία δεν θα είχε αποκτήσει τη μαζική, υπνωτιστική της ισχύ χωρίς την παράλληλη αισθητική επανάσταση που συντελέστηκε στους κόλπους της ευρωπαϊκής αβάν-γκαρντ. Ο Φιλίππο Τομάζο Μαρινέτι και το κίνημα του Φουτουρισμού προσέφεραν στον φασισμό κάτι πολύ πιο πολύτιμο από ένα πολιτικό πρόγραμμα: του προσέφεραν μια νέα αισθητική. Οι φουτουριστές λάτρευαν την ταχύτητα, τη μηχανή, τον θόρυβο, τη βιομηχανική τεχνολογία και, πάνω απ’ όλα, τον πόλεμο, τον οποίο αποκαλούσαν «τη μόνη υγιεινή του κόσμου». Ο Φουτουρισμός αισθητικοποίησε τη βία, μετατρέποντας το χτύπημα του ροπάλου και την έκρηξη της βόμβας σε έργα τέχνης. Αυτό ήταν το μεγάλο ναρκωτικό που γοήτευσε τους μεγάλους διανοούμενους της εποχής. Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, εγκλωβισμένοι σε μια αστική καθημερινότητα που τη θεωρούσαν υποκριτική, πεζή, υλιστική και γερασμένη, είδαν στον φασισμό μια υπόσχεση ρομαντικής φυγής. Δεν τους ενδιέφεραν οι συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές του Μουσολίνι· τους ενθουσίαζε η ιδέα ότι συμμετείχαν σε ένα νεανικό, επικό δράμα, σε μια κοσμογονική εξέγερση ενάντια στον ορθολογισμό, όπου το άτομο μπορούσε επιτέλους να λιώσει μέσα στην έκσταση μιας ανώτερης, ιερής συλλογικότητας.
Όταν λοιπόν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε το 1914, το πνευματικό έδαφος της Ευρώπης ήταν ήδη απόλυτα ναρκοθετημένο. Τα χαρακώματα δεν δημιούργησαν τις ιδέες του φασισμού· απλώς τις εφάρμοσαν σε βιομηχανική κλίμακα. Η εμπειρία του μετώπου μετέτρεψε τις φιλοσοφικές θεωρίες για τον Κοινωνικό Δαρβινισμό, το «Πνεύμα του Λαού» και τη λατρεία της βίας σε καθημερινή πραγματικότητα για εκατομμύρια άνδρες. Ο πόλεμος στρατιωτικοποίησε την κοινωνία, εκμηδένισε την αξία της ανθρώπινης ζωής και εκπαίδευσε μια ολόκληρη γενιά στην απόλυτη πειθαρχία και την τυφλή υποταγή στον αρχηγό. Όταν οι στρατιώτες επέστρεψαν στις πατρίδες τους, κουβαλούσαν μαζί τους το ψυχολογικό κλίμα του μετώπου.
Ο Μουσολίνι δεν χρειάστηκε να εφεύρει τίποτα· πήρε αυτή την έτοιμη, στρατιωτικοποιημένη ανθρώπινη μάζα, της φόρεσε μαύρα πουκάμισα και χρησιμοποίησε τα τελετουργικά και τις θεατρικές ιαχές που είχε ήδη δοκιμάσει ο ποιητής Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο στο πείραμα του Φιούμε, της τότε αμφισβητούμενης πόλης της Αδριατικής (σημερινή Ριέκα της Κροατίας). Το καθεστώς που εγκαθίδρυσε εκεί ο Ντ’ Ανούντσιο λειτούργησε ως πρόπλασμα πολλών συμβολικών και τελετουργικών μορφών που υιοθέτησε αργότερα ο ιταλικός φασισμός, από τη σκηνοθεσία των μαζικών συγκεντρώσεων έως τη λατρεία του χαρισματικού ηγέτη. Στη συνέχεια, ο Μουσολίνι έστρεψε αυτή τη μαζική κινητοποίηση εναντίον των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Η ιστορία όμως δεν τελειώνει με την ήττα των ολοκληρωτικών καθεστώτων το 1945. Οι ιδεολογίες σπάνια εξαφανίζονται· συχνότερα μετασχηματίζονται. Οι βασικοί μηχανισμοί του αντιδιαφωτισμού —η υποτίμηση του ορθού λόγου, η λατρεία της ισχύος, η φυσικοποίηση της ανισότητας και η υπεροχή της συλλογικής ταυτότητας έναντι του προσώπου— επιβίωσαν, ενσωματώθηκαν σε νέες μορφές οικονομικής, πολιτισμικής και τεχνολογικής εξουσίας και επανεμφανίζονται σήμερα με διαφορετικό λεξιλόγιο αλλά με αξιοσημείωτη δομική συγγένεια.
Η διαπίστωση του Βάλτερ Μπένγιαμιν ότι ο φασισμός εισήγαγε την «αισθητικοποίηση της πολιτικής» –δηλαδή την αντικατάσταση της πολιτικής ουσίας και των κοινωνικών διεκδικήσεων από το θέαμα, το τελετουργικό και την εικόνα– αποτελεί το κλειδί για την κατανόηση της μετα-νεωτερικής δημόσιας σφαίρας. Ο φασισμός αντιλήφθηκε νωρίς ότι οι μάζες δεν κινητοποιούνται από περίπλοκες ιδεολογικές αναλύσεις, αλλά από ισχυρά οπτικά ερεθίσματα και συλλογικές εμπειρίες έκστασης. Στον 21ο αιώνα, η στρατηγική αυτή έχει αποσυνδεθεί από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και έχει ενσωματωθεί πλήρως στον πυρήνα της σύγχρονης επικοινωνίας, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του πολιτικού μάρκετινγκ.
Στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, η έλλειψη ουσιαστικών δομικών διαφορών στα οικονομικά προγράμματα των κομμάτων συχνά καλύπτεται από μια διαρκή παραγωγή θεάματος. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε «πολιτισμικό πόλεμο» (culture war), όπου το διακύβευμα δεν είναι πλέον η αναδιανομή του πλούτου ή η μεταρρύθμιση του κράτους πρόνοιας, αλλά η διαχείριση συμβόλων, ταυτοτήτων και συναισθημάτων. Οι πολιτικοί ηγέτες λειτουργούν ως influencers, δίνοντας έμφαση στο personal branding, στο lifestyle και στην αυθεντικότητα της performance τους, παρά στο περιεχόμενο των θέσεών τους.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (TikTok, Instagram) αποτελούν το κατεξοχήν εργαλείο αυτής της νέας αισθητικοποίησης. Η ανάγκη για γρήγορη, οπτικά ελκυστική και συναισθηματικά φορτισμένη κατανάλωση πληροφορίας ευνοεί τον λαϊκισμό και την απλούστευση. Η πολιτική δράση μετατρέπεται σε «ακτιβισμό του κλικ» και η συμμετοχή στα κοινά ταυτίζεται με την υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης αισθητικής ταυτότητας. Ο κίνδυνος, όπως τον είχε διαγνώσει ο Μπένγιαμιν, παραμένει ο ίδιος: όταν η πολιτική γίνεται θέαμα, οι πολίτες παύουν να διεκδικούν τα υλικά τους δικαιώματα και αρκούνται στην ψευδαίσθηση της συμμετοχής, αφήνοντας τις δομές της εξουσίας ανέπαφες.
Η ιστορική μετάλλαξη των αριστερών ριζοσπαστών (όπως οι οπαδοί του Ζορζ Σορέλ) και η συγχώνευσή τους με τον οργανικό εθνικισμό για τη γέννηση του φασισμού αναδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια: η απόρριψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας μπορεί να δημιουργήσει απρόσμενες πολιτικές επιμειξίες.
Αυτή η σύγκλιση περιγράφεται από ορισμένους πολιτικούς επιστήμονες μέσω της λεγόμενης «θεωρίας του πετάλου» (horseshoe theory), σύμφωνα με την οποία τα δύο πολιτικά άκρα, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές τους αφετηρίες, τείνουν να συγκλίνουν σε ορισμένες πολιτικές και ψυχολογικές στάσεις. Η κοινή δυσπιστία απέναντι στους φιλελεύθερους θεσμούς, η απόρριψη του κοινοβουλευτικού συμβιβασμού, η έμφαση στη βούληση έναντι του ορθού λόγου και η αναζήτηση μιας ενιαίας, αδιαμεσολάβητης έκφρασης του «λαού» δημιουργούν δομικές ομοιότητες που υπερβαίνουν τη συμβατική διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς.
Αν όμως η πολιτική αισθητικοποίηση και η ιδεολογική σύγκλιση των άκρων αποτελούν το πολιτισμικό σκέλος αυτής της μετάλλαξης, η Τεχνητή Νοημοσύνη εισάγει μια ακόμη βαθύτερη τομή. Για πρώτη φορά στην ιστορία, μηχανισμοί κοινωνικής επιλογής, αξιολόγησης και αποκλεισμού μπορούν να εμφανίζονται όχι ως πολιτικές αποφάσεις ή ιδεολογικές επιλογές, αλλά ως ουδέτερα τεχνικά αποτελέσματα αλγοριθμικών διαδικασιών. Η εξουσία μετατοπίζεται σταδιακά από τον δημόσιο πολιτικό διάλογο προς συστήματα που διεκδικούν το κύρος της αντικειμενικότητας, αποκρύπτοντας ότι κάθε αλγόριθμος ενσωματώνει ανθρώπινες αξίες, προτεραιότητες και σχέσεις ισχύος. Έτσι, ο αντιδιαφωτισμός δεν εγκαταλείπει την ιστορία· αποκτά μια νέα, ψηφιακή γλώσσα.
Στη σύγχρονη εποχή, η κοινή μήτρα των δύο άκρων εντοπίζεται στον απόλυτο αντι-συστημισμό και στην απόρριψη των θεσμών της παγκοσμιοποίησης, των τεχνοκρατικών ελίτ και του διεθνούς φιλελευθερισμού. Παρατηρούμε μια ιδεολογική ώσμωση όπου στοιχεία που παραδοσιακά ανήκαν στην Αριστερά (όπως η κριτική στο μεγάλο κεφάλαιο, η υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και ο αντι-ιμπεριαλισμός) υιοθετούνται από τη σύγχρονη ριζοσπαστική Δεξιά, η οποία τα επενδύει με εθνοκεντρικό και προστατευτικό μανδύα.
Αυτή η σύγκλιση έγινε εμφανής σε μορφές δυτικού οικονομικού εθνικισμού και στη ρητορική πολιτικών σχηματισμών που απευθύνονται σε τμήματα της αποβιομηχανισμένης εργατικής τάξης. Η παραδοσιακή εργατική βάση, η οποία ένιωσε αποξενωμένη από την κοσμοπολίτικη κεντροαριστερά, βρήκε στη νέα Δεξιά έναν λόγο που συνδυάζει την κοινωνική προστασία με την εθνική περιχαράκωση.
Η απόρριψη του ορθολογικού διαλόγου, η καχυποψία απέναντι στην επιστημονική κοινότητα και η ροπή προς τις θεωρίες συνωμοσίας αποτελούν τη νέα «κοινή γλώσσα» αυτών των άκρων, αποδεικνύοντας ότι το αντι-διαφωτιστικό πνεύμα παραμένει ζωντανό και ικανό να γεφυρώσει φαινομενικά ασύμβατες ιδεολογίες.
Ο Κοινωνικός Δαρβινισμός του Χέρμπερτ Σπένσερ δεν εξαφανίστηκε με την ήττα του φασισμού· αντίθετα, μεταλλάχθηκε και ενσωματώθηκε σε σύγχρονες οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές θεωρίες, αποκτώντας ένα επιστημονικοφανές και ορθολογικό προσωπείο. Η βασική του παραδοχή –ότι η κοινωνία είναι μια αρένα όπου οι «ικανοί» πρέπει να ανταμείβονται και οι «ανίκανοι» να υφίστανται τις συνέπειες της αποτυχίας τους χωρίς κρατική παρέμβαση– αποτελεί δομικό στοιχείο της ύστερης καπιταλιστικής κουλτούρας.
Στο πεδίο της οικονομίας, ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός συχνά λειτουργεί ως ένας εκσυγχρονισμένος κοινωνικός δαρβινισμός. Η έννοια της «αξιοκρατίας», όταν απογυμνώνεται από τη μέριμνα για την ισότητα των ευκαιριών, μετατρέπεται σε εργαλείο ενοχοποίησης του αδυνάμου. Η φτώχεια και η κοινωνική περιθωριοποίηση δεν ερμηνεύονται ως συστημικές αποτυχίες, αλλά ως ατομικές επιλογές ή έλλειψη προσαρμοστικότητας. Η ρητορική του «human capital» (ανθρώπινου κεφαλαίου) αντιμετωπίζει το άτομο ως μια επιχείρηση που οφείλει να είναι διαρκώς ανταγωνιστική· όποιος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στους ρυθμούς της αγοράς, θεωρείται «περιττός».
Παράλληλα, ο κοινωνικός δαρβινισμός αναδύεται με ορμή στον χώρο της υψηλής τεχνολογίας.
Η άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) δεν αποτελεί απλώς μια τεχνολογική επανάσταση, αλλά δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάδυση μιας νέας μορφής, ψηφιακού Κοινωνικού Δαρβινισμού. Στον πυρήνα αυτής της μετάλλαξης βρίσκεται η μετατόπιση της ισχύος από τη φυσική επιλογή ή την οικονομική αγορά προς την αλγοριθμική επιλογή.
Αυτός ο σύγχρονος τεχνολογικός δαρβινισμός εκδηλώνεται μέσα από τέσσερις καθοριστικούς άξονες:
1. Η δημιουργία της τάξης των «Άχρηστων Ανθρώπων»
Στον κλασικό βιομηχανικό καπιταλισμό, οι εργάτες υφίσταντο εκμετάλλευση, αλλά παρέμεναν απαραίτητοι για την παραγωγή. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει αυτή τη δυναμική. Καθώς αυτοματοποιούνται όχι μόνο χειρωνακτικές αλλά και πολυσύνθετες πνευματικές εργασίες (νομικά, προγραμματισμός, ιατρική διάγνωση, δημιουργική γραφή), ένα τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού κινδυνεύει να χάσει την οικονομική του χρησιμότητα.
Όπως προειδοποιεί ο ιστορικός Γιουβάλ Νώε Χαράρι, η μεγαλύτερη απειλή του 21ου αιώνα δεν είναι η εκμετάλλευση, αλλά η πλήρης έλλειψη χρησιμότητας (irrelevance). Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιβίωση και η κοινωνική ανέλιξη μετατρέπονται σε μια αμείλικτη μάχη προσαρμοστικότητας: όποιος δεν μπορεί να επανακαταρτιστεί ακαριαία για να συνεργαστεί με τις μηχανές, θεωρείται «δομικά ανίκανος» να ακολουθήσει την εξέλιξη, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιείται χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας.
2. Η αλγοριθμική νομιμοποίηση των προκαταλήψεων
Ο παραδοσιακός Κοινωνικός Δαρβινισμός χρειαζόταν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες (όπως η ευγονική) για να δικαιολογήσει τις φυλετικές και κοινωνικές ανισότητες. Σήμερα, η Τεχνητή Νοημοσύνη επιτυγχάνει το ίδιο αποτέλεσμα μέσω των αλγορίθμων.
Τα συστήματα AI εκπαιδεύονται σε ιστορικά δεδομένα που ήδη περιέχουν τις ανθρώπινες προκαταλήψεις και τις ανισότητες του παρελθόντος. Όταν ένας αλγόριθμος χρησιμοποιείται για να αποφασίσει ποιος θα πάρει τραπεζικό δάνειο, ποιος θα προσληφθεί σε μια δουλειά ή ποιος θεωρείται ύποπτος για υποτροπή στο δικαστικό σύστημα, απλώς αναπαράγει και εντείνει τις υπάρχουσες αδικίες. Το επικίνδυνο είναι ότι αυτή η επιλογή παρουσιάζεται ως «αντικειμενική» και «ουδέτερη» επειδή προέρχεται από μια μηχανή. Η κοινωνική αποτυχία ή ο αποκλεισμός βαφτίζονται έτσι «μαθηματική νομοτέλεια».
3. Η μονοπώληση της «Γνωστικής Ανωτερότητας»
Η ανάπτυξη κορυφαίων μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης απαιτεί δισεκατομμύρια δολάρια, τεράστιες υπολογιστικές υποδομές και πρόσβαση σε ασύλληπτους όγκους δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι ο έλεγχος της AI συγκεντρώνεται στα χέρια μιας ελάχιστης, πανίσχυρης τεχνολογικής ολιγαρχίας (Big Tech) που εδρεύει κυρίως στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Αυτή η ελίτ αποκτά το μονοπώλιο της «γνωστικής ισχύος». Η ανισότητα μεταξύ των κρατών και των ατόμων παύει να είναι απλώς εισοδηματική και γίνεται βιολογική και πνευματική. Οι κοινωνίες και οι άνθρωποι που δεν έχουν πρόσβαση στα προηγμένα εργαλεία AI μετατρέπονται σε «ψηφιακές αποικίες», καταδικασμένες να καταναλώνουν τις υπηρεσίες των ισχυρών και να υφίστανται τις αποφάσεις τους, σε μια σύγχρονη εκδοχή της επικράτησης του τεχνολογικά ισχυρότερου.
4. Transhumanism και η βιολογική αναβάθμιση της ελίτ
Στο πιο ακραίο ιδεολογικό της επίπεδο, η Silicon Valley φλερτάρει έντονα με τον Υπερανθρωπισμό (Transhumanism). Η σύγκλιση της Τεχνητής Νοημοσύνης με τη βιοτεχνολογία και τη γενετική μηχανική υπόσχεται στο μέλλον την παράταση της ζωής, την ενίσχυση των γνωστικών ικανοτήτων και τη δημιουργία «αναβαθμισμένων» ανθρώπων. Η ιδέα ότι η τεχνολογική εξέλιξη θα επιλέξει νομοτελειακά μια νέα, ανώτερη ελίτ («crypto-aristocracy» ή ψηφιακούς υπερανθρώπους), αφήνοντας τον υπόλοιπο πληθυσμό στο περιθώριο, αποτελεί την πιο καθαρή, μετα-μοντέρνα εκδοχή της «επιβίωσης του ισχυρότερου».
Εάν αυτές οι τεχνολογίες παραμείνουν προσβάσιμες μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα, τότε για πρώτη φορά στην ιστορία, η κοινωνική ανισότητα θα μεταφραστεί σε βιολογική ανισότητα. Οι πλούσιοι δεν θα έχουν απλώς περισσότερα χρήματα, αλλά θα είναι κυριολεκτικά εξυπνότεροι, υγιέστεροι και θα ζουν περισσότερο από τους υπόλοιπους. Αυτή είναι η απόλυτη πραγμάτωση του ονείρου του Χέρμπερτ Σπένσερ, όπου η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει την ανθρωπότητα σε δύο διαφορετικά βιολογικά είδη: τους «εκ φύσεως» κυρίαρχους και τους αναλώσιμους.
Η λογική αυτή δεν περιορίζεται στην αγορά εργασίας, στις ψηφιακές πλατφόρμες ή στη διακυβέρνηση των δεδομένων. Διεισδύει πλέον και στον κατεξοχήν χώρο όπου διαμορφώνεται ο αυριανός πολίτης: το σχολείο.
Επίσης η αναβίωση της τάσης για μαζικές μετρήσεις του δείκτη νοημοσύνης (IQ) στα σχολεία αποτελεί μία από τις πιο ανησυχητικές, σύγχρονες εκφράσεις του τεχνολογικού Κοινωνικού Δαρβινισμού. Εμφανιζόμενο πίσω από ένα προπέτασμα επιστημονικής εγκυρότητας και «αντικειμενικής αξιολόγησης», το μέτρο αυτό συνιστά στην πραγματικότητα μια βαθύτατα αντιανθρωπιστική πρακτική, η οποία απειλεί να μετατρέψει το εκπαιδευτικό σύστημα σε βιομηχανία διαχωρισμού και κοινωνικής μηχανικής.
Η χρήση του IQ ως εκπαιδευτικού εργαλείου κατάταξης πάσχει στον πυρήνα της από τρία θεμελιώδη αντιανθρωπιστικά σφάλματα:
1. Η εργαλειοποίηση και ο ακρωτηριασμός της ανθρώπινης ύπαρξης
Το τεστ IQ επιχειρεί το αδύνατο: να στριμώξει το απέραντο, χαοτικό και πολυδιάστατο σύμπαν της ανθρώπινης συνείδησης σε ένα ψυχρό, μονοδιάστατο νούμερο. Μετρώντας σχεδόν αποκλειστικά τη λογικο-μαθηματική και τη γλωσσική ικανότητα, η μέθοδος αυτή αγνοεί προκλητικά και υποτιμά άλλες, εξίσου κρίσιμες μορφές ανθρώπινης ευφυΐας, όπως η συναισθηματική νοημοσύνη, η δημιουργικότητα, η καλλιτεχνική διαίσθηση, η ενσυναίσθηση και η κοινωνική προσαρμοστικότητα. Όταν το σχολείο υιοθετεί αυτή την πρακτική, εκπέμπει ένα σκληρό μήνυμα στα παιδιά: η αξία σου ως άνθρωπος δεν κρίνεται από τον χαρακτήρα, το ήθος ή τη μοναδικότητά σου, αλλά από τη χρηστική σου απόδοση ως γνωστικό εργαλείο.
2. Η επιστημονικοφανής νομιμοποίηση των ταξικών ανισοτήτων
Όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα από την κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, τα τεστ IQ δεν μετρούν μια «καθαρή», έμφυτη βιολογική ευφυΐα. Αντίθετα, είναι βαθύτατα επηρεασμένα από το πολιτισμικό και οικονομικό κεφάλαιο του περιβάλλοντος στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί. Ένα παιδί από εύπορη οικογένεια, με πρόσβαση σε ερεθίσματα, βιβλία, ταξίδια και ιδιωτική παράλληλη εκπαίδευση, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα σημειώσει υψηλότερο σκορ από ένα παιδί που μεγαλώνει σε καθεστώς υλικής ή συναισθηματικής αποστέρησης. Η μέτρηση του IQ στα σχολεία μετατρέπει, έτσι, την κοινωνική και ταξική ανισότητα σε «βιολογική ανισότητα». Προσφέρει στην άρχουσα τάξη το απόλυτο άλλοθι: η αποτυχία των φτωχότερων παιδιών δεν οφείλεται στις ελλείψεις του συστήματος, αλλά στη «φυσική» τους κατωτερότητα.
3. Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία και η καταδίκη της παιδικής ψυχής
Η πρόσκαιρη αποτύπωση ενός αριθμού στην ευαίσθητη παιδική ηλικία λειτουργεί ως μια ανεπανόρθωτη κοινωνική και ψυχολογική σφραγίδα (labeling). Το παιδί που θα χαρακτηριστεί «χαμηλής νοημοσύνης» εσωτερικεύει αυτή την ετικέτα, χάνει την αυτοεκτίμησή του και παραιτείται από κάθε προσπάθεια, καθώς πείθεται ότι η μοίρα του είναι προδιαγεγραμμένη. Ταυτόχρονα, οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, επηρεασμένοι από το «φαινόμενο του Πυγμαλίωνα», προσαρμόζουν ασυνείδητα τις προσδοκίες και την προσοχή τους ανάλογα με τον δείκτη του κάθε μαθητή. Το σχολείο παύει να είναι ο χώρος που ανακαλύπτει και καλλιεργεί τις δυνατότητες του κάθε ανθρώπου· μετατρέπεται σε ένα νεο-ευγονικό φίλτρο που αποφασίζει εκ των προτέρων ποια παιδιά δικαιούνται να ονειρεύονται και ποια είναι καταδικασμένα στο περιθώριο της ψηφιακής αγοράς εργασίας.
Η τάση αυτή αποτελεί την πλήρη συνθηκολόγηση της παιδαγωγικής απέναντι στις απαιτήσεις ενός απάνθρωπου τεχνοκρατικού συστήματος που αναζητά απλώς «ποιοτικά εξαρτήματα» για τις μηχανές του. Η επιστροφή στις αξίες του Διαφωτισμού και του Ανθρωπισμού επιτάσσει την άμεση απόρριψη αυτών των μεθόδων. Η εκπαίδευση οφείλει να αντιμετωπίζει το παιδί ως σκοπό και όχι ως μέσο, υπερασπιζόμενη το δικαίωμα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης να εξελιχθεί πέρα και έξω από αλγόριθμους, στατιστικές και βαθμονομήσεις.
Η αναβίωση της τάσης για μαζικές μετρήσεις του δείκτη νοημοσύνης στα σχολεία αποτελεί μία από τις πιο ανησυχητικές, σύγχρονες εκφράσεις του τεχνολογικού Κοινωνικού Δαρβινισμού, η οποία, πίσω από ένα προπέτασμα επιστημονικής εγκυρότητας και αντικειμενικής αξιολόγησης, εισάγει μια βαθύτατα αντιανθρωπιστική πρακτική στον πυρήνα της εκπαίδευσης. Το μέτρο αυτό επιχειρεί το φιλοσοφικά και βιολογικά αδύνατο: να στριμώξει το απέραντο, πολυδιάστατο σύμπαν της ανθρώπινης συνείδησης σε ένα ψυχρό, μονοδιάστατο νούμερο, μετρώντας σχεδόν αποκλειστικά τη λογικο-μαθηματική και τη γλωσσική ικανότητα. Με τον τρόπο αυτό, η μέθοδος υποτιμά προκλητικά άλλες, εξίσου κρίσιμες μορφές ανθρώπινης ευφυΐας, όπως η συναισθηματική νοημοσύνη, η δημιουργικότητα, η καλλιτεχνική διαίσθηση και η ενσυναίσθηση, εκπέμποντας στα παιδιά το σκληρό μήνυμα ότι η αξία τους ως οντότητες κρίνεται μόνο από τη χρηστική τους απόδοση ως γνωστικά εργαλεία.
Αυτή η πρακτική συνδέεται άμεσα με μια σκοτεινή ιστορική παράδοση, καθώς τα τεστ IQ, από τη γέννησή τους στις αρχές του εικοστού αιώνα, χρησιμοποιήθηκαν από τους υποστηρικτές της Ευγονικής για να δικαιολογήσουν φυλετικές διακρίσεις, κοινωνικούς αποκλεισμούς και στείρωση πληθυσμών που βαφτίζονταν «διανοητικά κατώτεροι». Στο σύγχρονο σχολείο, η μέτρηση αυτή λειτουργεί ως ένας επιστημονικοφανής μηχανισμός νομιμοποίησης των ταξικών ανισοτήτων, αφού τα αποτελέσματα των τεστ δεν αποτυπώνουν μια καθαρή, έμφυτη βιολογική ευφυΐα, αλλά το πολιτισμικό και οικονομικό κεφάλαιο του περιβάλλοντος του παιδιού. Ένα παιδί από εύπορη οικογένεια, με πλούσια ερεθίσματα και παράλληλη εκπαίδευση, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα σημειώσει υψηλότερο σκορ από ένα παιδί που μεγαλώνει σε καθεστώς υλικής ή συναισθηματικής αποστέρησης, επιτρέποντας στο σύστημα να βαφτίσει την κοινωνική αδικία ως «φυσική νομοτέλεια».
Η καταδίκη της παιδικής ψυχής ολοκληρώνεται μέσα από τον μηχανισμό της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, όπου η πρόσκαιρη αποτύπωση ενός αριθμού στην ευαίσθητη παιδική ηλικία μετατρέπεται σε μια ανεπανόρθωτη κοινωνική σφραγίδα. Το παιδί που χαρακτηρίζεται χαμηλής νοημοσύνης εσωτερικεύει την ετικέτα, χάνει την αυτοεκτίμησή του και παραιτείται από κάθε προσπάθεια, ενώ την ίδια στιγμή οι εκπαιδευτικοί, επηρεασμένοι από το φαινόμενο του Πυγμαλίωνα, προσαρμόζουν ασυνείδητα τις προσδοκίες τους, μειώνοντας την προσοχή που του δίνουν. Έτσι, το σχολείο παύει να είναι ο χώρος που ανακαλύπτει και καλλιεργεί τις δυνατότητες του κάθε ανθρώπου και μετατρέπεται σε ένα νεο-ευγονικό φίλτρο που αποφασίζει εκ των προτέρων ποια παιδιά δικαιούνται να ονειρεύονται και ποια είναι καταδικασμένα στο περιθώριο.
Αυτός ο εκπαιδευτικός ντετερμινισμός καταρρίπτεται πλήρως από τη σύγχρονη επιστήμη και τις ανθρωπιστικές θεωρίες. Η σύγχρονη νευροεπιστήμη, μέσα από την έννοια της νευροπλαστικότητας, ανατρέπει την αντίληψη ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη αποτελεί ένα στατικό και αμετάβλητο μέγεθος, καθώς δείχνει ότι ο εγκέφαλος παραμένει δυναμικός και ικανός να αναδιαμορφώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μέσα από την εκπαίδευση, τις εμπειρίες και την κοινωνική αλληλεπίδραση.
Παράλληλα, η θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner υπενθυμίζει ότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους εκδηλώνεται η ανθρώπινη μάθηση και οι ικανότητες και ότι το σχολείο οφείλει να προσφέρει ίσες ευκαιρίες για την ανάπτυξη των ιδιαίτερων δυνατοτήτων κάθε παιδιού. Η εμμονή στη βαθμολόγηση του IQ αποτελεί την πλήρη συνθηκολόγηση της παιδαγωγικής απέναντι στις απαιτήσεις ενός απάνθρωπου τεχνοκρατικού συστήματος που αναζητά απλώς ποιοτικά εξαρτήματα για τις μηχανές του. Η επιστροφή στις αξίες του ανθρωπισμού επιτάσσει την άμεση απόρριψη αυτών των μεθόδων και την υπεράσπιση του δικαιώματος κάθε ανθρώπινης ύπαρξης να εξελιχθεί πέρα και έξω από αλγόριθμους, στατιστικές και βιολογικές προδιαγραφές.
Η αμφισβήτηση των τυποποιημένων μετρήσεων και η ανάγκη για τη συγκρότηση ενός αυθεντικά ανθρωπιστικού σχολείου βρίσκει την πρακτική της εφαρμογή σε τρεις σύγχρονους πυλώνες που επανακαθορίζουν τη φιλοσοφία της μάθησης και της αξιολόγησης. Η εισαγωγή της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης αποτελεί το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα για την ακύρωση των αλγοριθμικών και βιολογικών διαχωρισμών στην πράξη. Η συμπεριλήψη δεν εξαντλείται στην απλή συνύπαρξη των μαθητών στην ίδια αίθουσα, αλλά απαιτεί τον ριζικό ανασχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών και των διδακτικών πρακτικών, ώστε να ανταποκρίνονται στο μοναδικό προφίλ κάθε παιδιού. Όταν το σχολείο σταματά να αντιμετωπίζει τη διαφορετικότητα ως πρόβλημα προς επίλυση ή ως «κατώτερο IQ» και την αναγνωρίζει ως πηγή πλούτου, οι τεχνητές ιεραρχίες καταρρέουν. Μέσα από τη διαφοροποιημένη διδασκαλία, οι εκπαιδευτικοί προσφέρουν πολλαπλούς τρόπους πρόσβασης στη γνώση, επιτρέποντας σε μαθητές με διαφορετικά κοινωνικά υπόβαθρα, ρυθμούς μάθησης ή είδη νοημοσύνης να συνεισφέρουν ισότιμα στη σχολική κοινότητα, αποτρέποντας την γκετοποίηση και την περιθωριοποίηση που καλλιεργεί ο ψηφιακός δαρβινισμός.
Αυτή η αλλαγή παραδείγματος προϋποθέτει την αντικατάσταση των ψυχρών, τυποποιημένων τεστ από σύγχρονες, πολυδιάστατες μεθόδους αξιολόγησης, οι οποίες δεν περιορίζονται στη στιγμιαία επίδοση, αλλά αποτυπώνουν τη συνολική μαθησιακή πορεία, την προσπάθεια, τη δημιουργικότητα, τη συνεργασία και τη σταδιακή εξέλιξη του μαθητή. Αντί να καταγράφουν τι δεν γνωρίζει ένα παιδί σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, επιδιώκουν να αναδείξουν τις δυνατότητές του, την πρόοδό του και τις ιδιαίτερες κλίσεις του. Η αξιολόγηση παύει έτσι να λειτουργεί ως μηχανισμός κατάταξης και αποκλεισμού και μετατρέπεται σε μια διαρκή παιδαγωγική διαδικασία ανατροφοδότησης, η οποία ενδυναμώνει τον μαθητή, ενισχύει την αυτογνωσία και την αυτοπεποίθησή του και τον βοηθά να θέτει τους δικούς του στόχους μάθησης. Με αυτόν τον τρόπο, η εκπαίδευση απομακρύνεται από τη λογική των μονοδιάστατων αριθμητικών δεικτών και προσεγγίζει τον άνθρωπο ως μια διαρκώς εξελισσόμενη προσωπικότητα με μοναδικές δυνατότητες.
Το επιστημονικό θεμέλιο που δικαιώνει αυτές τις ανθρωπιστικές προσεγγίσεις είναι η νευροπλαστικότητα, η οποία προσφέρει τα απαραίτητα εργαλεία για τον σχεδιασμό σχολείων ικανών να βοηθήσουν τα παιδιά να ξεπεράσουν ταξικά και κοινωνικά εμπόδια. Η συνειδητοποίηση ότι ο εγκέφαλος διαμορφώνεται φυσικά από τις εμπειρίες και το περιβάλλον σημαίνει ότι το σχολείο μπορεί να λειτουργήσει ως ένας ισχυρός αντισταθμιστικός μηχανισμός απέναντι στην κοινωνική αδικία. Ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον πλούσιο σε ερεθίσματα, που προσφέρει συναισθηματική ασφάλεια, ενθάρρυνση και ποιοτική αλληλεπίδραση, μπορεί να διεγείρει τη δημιουργία νέων νευρικών συνάψεων και να καλύψει τα γνωστικά κενά που προκαλεί η υλική ή πολιτισμική αποστέρηση. Όταν η εκπαίδευση βασίζεται στη βεβαιότητα ότι η νοημοσύνη δεν είναι ένα στατικό, κληρονομικό πεπρωμένο αλλά μια ιδιότητα που καλλιεργείται, οι προσδοκίες για κάθε μαθητή αλλάζουν ριζικά. Η νευροπλαστικότητα μετατρέπει το σχολείο από έναν παθητικό καθρέφτη των κοινωνικών ανισοτήτων σε έναν ενεργό χώρο πνευματικής και ανθρώπινης χειραφέτησης, αποδεικνύοντας ότι η πίστη στον άνθρωπο παραμένει η πιο επαναστατική και αποτελεσματική παιδαγωγική μέθοδος.
Οι λογικές που ιστορικά τροφοδότησαν τον αντιδιαφωτισμό μπορούν σήμερα να επανεμφανιστούν με νέες μορφές: ως αλγόριθμος, ως ουδέτερη αξιολόγηση, ως στατιστική κανονικότητα ή ως υπόσχεση τεχνολογικής αποτελεσματικότητας.
Το τελικό συμπέρασμα αυτής της αδυσώπητης γενεαλογίας είναι ότι ο φασισμός δεν αποτελεί μια ξένη εισβολή στο σώμα του δυτικού πολιτισμού, ούτε μια πρωτόγονη επιστροφή στη βαρβαρότητα του Μεσαίωνα. Αντίθετα, είναι μια αυθεντικά μοντέρνα ασθένεια, το σκοτεινό, εναλλακτικό πρόσωπο της ίδιας της νεωτερικότητας. Γεννήθηκε μέσα από ρεύματα σκέψης που αμφισβήτησαν τις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού, ως μια οργανωμένη πολιτισμική αντεπανάσταση απέναντι στην κληρονομιά του.
Η τραγωδία της ιστορίας έγκειται στο γεγονός ότι οι διανοούμενοι που άνοιξαν αυτό το κουτί της Πανδώρας, αναζητώντας μια ηρωική αυθεντικότητα μακριά από τη βαρετή κοινοβουλευτική πεζολογία, πίστεψαν ότι μπορούσαν να καθοδηγήσουν το τέρας. Δεν κατάλαβαν ότι όταν αποκαθηλώνεις τη λογική, την παγκόσμια ισότητα και τον σεβασμό στο άτομο, το μόνο που απομένει δεν είναι μια πνευματική αναγέννηση, αλλά η ωμή, κτηνώδης ισχύς. Ο φασισμός απέδειξε ότι η βαρβαρότητα δεν χρειάζεται να έρθει από τις στέπες· μπορεί να γεννηθεί με ψυχρή λογική συνέπεια μέσα από τις ίδιες τις φιλοσοφικές αντιφάσεις και τα υπαρξιακά αδιέξοδα του ευρωπαϊκού πνεύματος, όταν αυτό αποφασίσει να αντικαταστήσει την ηθική του ανθρώπου με την ηθική της ισχύος.

