Η διαφορά του εκλογικού σώματος και του πολιτικού σώματος: μία διαχρονική αδιέξοδη διαδρομή

[χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά και 22 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη 

Η αποσύνδεση του εκλογικού σώματος από το πολιτικό σώμα δεν αποτελεί μια ευκαιριακή δυσλειτουργία των σύγχρονων κοινοβουλευτικών θεσμών, αλλά την ολοκλήρωση μιας ιστορικής διαδρομής αιώνων, η οποία οικοδομήθηκε πάνω στη συστηματική ουδετεροποίηση της συλλογικής βούλησης. Στη σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία, το εκλογικό σώμα αντιμετωπίζεται ως ένας αριθμητικός μηχανισμός, ένα περιοδικά αθροιζόμενο σύνολο μεμονωμένων ατόμων που καλείται να επικυρώσει προκατασκευασμένες επιλογές.

Αντίθετα, το πολιτικό σώμα —ως ζωντανή, οργανωμένη και ενεργή δύναμη που συγκροτεί την ίδια την πολιτική ζωή— έχει εξοριστεί στο περιθώριο της θεσμικής πραγματικότητας. Αυτή η σταδιακή υποκατάσταση της αυθεντικής πολιτικής συγκρότησης από μια στατιστική τελετουργία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τα ίδια της τα όρια. Η κρίση που βιώνουμε δεν είναι απλώς μια γενικόλογη κρίση αντιπροσώπευσης, αλλά η κατάρρευση του υλικού συμβολαίου που συντηρούσε την κοινωνική ειρήνη: της υπόσχεσης για αέναη καταναλωτική επέκταση.

Για να κατανοήσουμε το βάθος αυτής της αδιέξοδης πορείας, είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε στη σπινοζική ανάλυση του πολιτικού σώματος, η οποία για δεκαετίες παρέμεινε εγκλωβισμένη στη σφαίρα της ακαδημαϊκής έρευνας. Στη φιλοσοφική παράδοση του Μπαρούχ Σπίνοζα, το πολιτικό σώμα δεν είναι μια αφηρημένη νομική κατασκευή που γεννιέται από ένα κοινωνικό συμβόλαιο υποταγής, ούτε ένα άμορφο σύνολο που εκχωρεί τα δικαιώματά του σε έναν κυρίαρχο Λεβιάθαν, όπως στον Χομπς.

Ενώ, στον Χομπς, το πλήθος αποκτά πολιτική υπόσταση ακριβώς μέσα από την υπέρβασή του ως πλήθους: μέσω της εξουσιοδότησης συγκροτείται σε ενιαίο λαό, ο οποίος αναγνωρίζει στον κυρίαρχο τη δύναμη να δρα στο όνομά του.

Στον Σπίνοζα, όμως, η πολιτική ισχύς δεν προϋποθέτει την κατάργηση της πολλαπλότητας ούτε την παράδοσή της σε μια υπερκείμενη κυριαρχία· γεννιέται από τη σύνθεση των επιμέρους δυνάμεων, από την ικανότητά τους να συνυπάρχουν, να επηρεάζουν και να επηρεάζονται και να συγκροτούν από κοινού μια ισχύ μεγαλύτερη από εκείνη που θα διέθετε ο καθένας χωριστά.

Το πολιτικό σώμα είναι, επομένως, η συλλογική δύναμη που γεννιέται όταν οι άνθρωποι δεν περιορίζονται να συνυπάρχουν ως μεμονωμένα άτομα, αλλά δρουν από κοινού, επηρεάζουν ο ένας τον άλλον και μπορούν να μετασχηματίζουν τους όρους της κοινής τους ζωής.

Αυτή είναι η συλλογική ισχύς (potentia) του Σπινόζα: όχι η δύναμη που κάποιος ασκεί πάνω στην κοινωνία, αλλά η δύναμη που η ίδια η κοινωνία αποκτά όταν δρα ως συλλογικό υποκείμενο.

Ωστόσο, η νεωτερική πολιτική αρχιτεκτονική επέλεξε τον δρόμο της επιβεβλημένης κυριαρχίας (potestas), η οποία απαιτεί την αποδιοργάνωση του συλλογικού σώματος και τη μετατροπή του σε άτομα-ιδιώτες. Το πολιτικό σώμα διασπάστηκε και αντικαταστάθηκε από το εκλογικό σώμα, μια αφαιρετική κατασκευή σχεδιασμένη για να διοχετεύει τη λαϊκή ενέργεια σε ασφαλείς θεσμικές τροχιές. Στην ανάγνωση που κάνει ο Τόνι Νέγκρι του Σπίνοζα, ο «λαός» (populus) παραπέμπει σε μια μορφή πολιτικής ενότητας που συγκροτείται από πάνω προς τα κάτω για να επιβληθεί τάξη, ενώ το «πλήθος» (multitudo) διατηρεί την πολλαπλότητα των ιδιομορφιών του, τη ζωντανή παραγωγική του ενέργεια και τη δυνατότητα αυτοοργάνωσής του.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν χρειάστηκε να καταστείλει βίαια αυτή τη συστατική δύναμη του πλήθους. Για μεγάλο διάστημα μπορούσε να την αδρανοποιεί μέσω της ίδιας της υλικής ευημερίας που παρήγαγε. Όπως παρατήρησε ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ στην ανάλυσή του για την «κοινωνία της αφθονίας», ο μεταπολεμικός καπιταλισμός μετατόπισε το κέντρο βάρους από την κάλυψη των βασικών αναγκών στη βιομηχανική παραγωγή επιθυμιών. Η πολιτική ιδιότητα του πολίτη υποκαταστάθηκε σταδιακά από την ιδιότητα του καταναλωτή, και η δημοκρατική συμμετοχή παραμερίστηκε χάριν μιας ατομικιστικής υπόσχεσης διαρκούς υλικής ανέλιξης.

Την αποθέωση και ταυτόχρονα την κριτική αποδόμηση αυτής της συνθήκης προσέφερε ο Ζαν Μποντριγιάρ. Στην «Κοινωνία της Κατανάλωσης», ο Γάλλος κοινωνιολόγος ανέδειξε ότι η κατανάλωση στην ύστερη νεωτερικότητα δεν αφορά απλώς την υλική χρήση των αντικειμένων, αλλά τη συμμόρφωση σε ένα καθολικό σύστημα σημείων και συμβόλων. Καταναλώνουμε σημασίες, κοινωνικό στάτους και ψευδαισθήσεις ελευθερίας. Το πολιτικό σώμα αδρανοποιήθηκε μέσα στο υπερπραγματικό περιβάλλον των εμπορευματικών ροών, όπου η λαϊκή κυριαρχία συρρικνώθηκε στην περιοδική επιλογή μεταξύ παρόμοιων τεχνοκρατικών διαχειριστών.

Όμως, το μοντέλο αυτό στηριζόταν σε μια θεμελιώδη παραδοχή που πλέον έχει καταρρεύσει. Η δομική κρίση του ύστερου καπιταλισμού, η οριοθέτηση των οικολογικών αντοχών, ο πληθωρισμός και η αποσάρκωση του κράτους πρόνοιας αποκάλυψαν τα όρια της καταναλωτικής εξαγοράς. 

Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι η κοινωνία έπαψε να παράγει πλούτο· ο παγκόσμιος καπιταλισμός συσσωρεύει τεράστιες ποσότητες αγαθών και κεφαλαίων. Αυτό που κατέρρευσε οριστικά είναι η καθολικότητα της υπόσχεσης ότι η αύξηση του πλούτου θα μεταφράζεται αυτομάτως σε κοινωνική ευημερία και προστασία.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η κεντρική τομή της εποχής μας: Το εκλογικό σώμα έχει αποσυνδεθεί από το πολιτικό σώμα ακριβώς τη στιγμή που η κοινωνία παύει να μπορεί να αποπολιτικοποιείται μέσω της υπόσχεσης της κατανάλωσης.

Όσο υπήρχε η προοπτική της υλικής επέκτασης, η αποπολιτικοποίηση μπορούσε να παρουσιάζεται ως ευημερία και ατομική προκοπή. Όταν η υπόσχεση αυτή υποχωρεί, η ίδια αποπολιτικοποίηση επιστρέφει ως τυφλή πολιτική οργή.

Αυτή η οργή δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική έννοια· αποκτά σάρκα και οστά στην καθημερινή υλική πραγματικότητα της κοινωνίας. Εμφανίζεται στον εργαζόμενο που βλέπει την αγοραστική του δύναμη να εξανεμίζεται πριν από το τέλος του μήνα, ενώ συνεχίζει να φορολογείται με μαθηματική ακρίβεια. Εμφανίζεται στον ενοικιαστή που διαθέτει πάνω από το μισό του εισόδημα απλώς για να διατηρεί μια στέγη, αποκλεισμένος οριστικά από την προοπτική της ιδιοκτησίας. Αποτυπώνεται στον νέο με τα πολλαπλά πτυχία και τις υψηλές δεξιότητες, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι θα ζήσει με ασύγκριτα μεγαλύτερη υλική αβεβαιότητα από αυτή των γονέων του. Βιώνεται από τον μικρό επιχειρηματία που χρηματοδοτεί το κράτος μέσω άμεσων και έμμεσων φόρων, αλλά αισθάνεται πλήρως ανίσχυρος απέναντι στις αποφάσεις των πολυεθνικών ομίλων και των ρυθμιστικών αρχών που καθορίζουν την επιβίωσή του.

Όλοι αυτοί οι δρώντες συνθέτουν την πραγματική υλική βάση της κοινωνίας, αλλά στο πλαίσιο του κυρίαρχου πολιτικού λόγου υφίστανται μια παράδοξη υποτίμηση. Η δημόσια συζήτηση έχει επιβάλει μια πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας: παρουσιάζει τον πολίτη πρωτίστως ως «επιβάρυνση», ως «δημοσιονομικό κόστος», ως «φορολογούμενο» που απαιτεί υπηρεσίες ή ως παθητικό «καταναλωτή» και «ψηφοφόρο». Αποκρύπτεται έτσι ότι η κοινωνία δεν είναι ο πελάτης του κράτους, αλλά η αποκλειστική πηγή της υλικής και πολιτικής του δύναμης.

Ο πολίτης δεν εμφανίζεται στη ζωή της χώρας μόνο τη στιγμή που ρίχνει την ψήφο του στην κάλπη. Είναι παρών κάθε μέρα: στην παραγωγή, στην εργασία, στη φορολογία, στις ασφαλιστικές εισφορές, στην αποταμίευση, στην αποπληρωμή του ιδιωτικού και δημοσίου χρέους, στη διαρκή χρηματοδότηση των δημόσιων εσόδων. Το κράτος, οι θεσμοί και οι κυβερνητικές πλειοψηφίες δεν διαθέτουν αυτοφυή κοινωνική και παραγωγική ισχύ· η υλική τους δυνατότητα να κυβερνούν εξαρτάται τελικά από την εργασία, τον πλούτο και την κοινωνική ενέργεια που παράγει το ίδιο το κοινωνικό σώμα.

Εδώ η πολιτική συζήτηση εγκλωβίζεται σε ένα τεχνητό δίλημμα. Το ερώτημα που τίθεται διαρκώς από τα μέσα ενημέρωσης και το κομματικό σύστημα είναι: «Ποια κυβέρνηση θα λάβει την πλειοψηφία;». Όμως το ουσιαστικό, το πραγματικά επικίνδυνο ερώτημα είναι διαφορετικό: «Ποιος παράγει την πραγματική δύναμη της κοινωνίας και γιατί αυτός ο ίδιος άνθρωπος έχει περιοριστεί στον ρόλο του περιστασιακού ψηφοφόρου;»

Η απάντηση είναι ίσως πιο απλή και πιο ενοχλητική απ’ όσο θέλει να παραδεχθεί η σύγχρονη δημοκρατία. Ο πολίτης έχει μετατραπεί σε εκλογική μηχανή: ενεργοποιείται πριν από την κάλπη, καταγράφεται την ημέρα της ψηφοφορίας και απενεργοποιείται αμέσως μετά. Η πολιτική του δύναμη συρρικνώνεται σε ένα ψηφοδέλτιο, ενώ η πραγματική του δύναμη —η εργασία του, η παραγωγή του, η φορολογία του, η κατανάλωσή του, η αποταμίευσή του, η κοινωνική του συνεργασία— συνεχίζει καθημερινά να τροφοδοτεί το ίδιο σύστημα που τον καλεί να παραδώσει τη δύναμή του μία φορά κάθε λίγα χρόνια.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η σπινοζική έννοια της συλλογικής ισχύος (potentia) αποκτά την πιο άμεση, υλική της σημασία. Η ισχύς μιας κοινωνίας δεν μετριέται από την ικανότητα μιας κυβερνητικής πλειοψηφίας να επιβάλλει νόμους μέσω της επιβεβλημένης κυριαρχίας (potestas).

Μετριέται από την ικανότητα της ίδιας της κοινωνίας να παράγει, να συνεργάζεται, να συντηρεί και να μετασχηματίζει τους όρους της κοινής της ζωής. Όταν η εξουσία αποκόπτεται από αυτή την παραγωγική βάση και περιορίζει τον πολίτη σε ρόλο παθητικού θεατή, η δημοκρατία μετατρέπεται σε κενό κέλυφος. Η αντίδραση της κοινωνίας της κατανάλωσης απέναντι στις κυβερνητικές πλειοψηφίες, τώρα που η υπόσχεση της αέναης ευημερίας έχει διαψευσθεί, προσλαμβάνει συχνά τα χαρακτηριστικά μιας τυφλής αποδιοργάνωσης. 

Ο ευνουχισμένος καταναλωτής, μαθημένος να αξιολογεί τα πάντα με όρους άμεσης ικανοποίησης, αντιμετωπίζει τη συρρίκνωση του βιοτικού του επιπέδου ως αθέτηση συμβολαίου. Επειδή όμως έχει εκπαιδευτεί να αντιδρά αποκλειστικά ως καταναλωτής και έχει απολέσει τους μηχανισμούς με τους οποίους θα μπορούσε να δράσει ως πολιτικό σώμα, μεταφράζει την απόγνωσή του σε εκλογική τιμωρία, σε αποχή ή σε υποστήριξη αντισυστημικών συνθημάτων που υπόσχονται την επιστροφή σε ένα χαμένο παρελθόν.

Οι κυβερνητικές πλειοψηφίες, από την πλευρά τους, πανηγυρίζουν για τη θεσμική τους νομιμότητα, αγνοώντας ότι διοικούν πάνω σε μια κοινωνική άμμο. Στηρίζονται σε ένα εκλογικό σώμα που προσέρχεται στις κάλπες με αυξανόμενη κυνικότητα. Οι πλειοψηφίες που προκύπτουν είναι αριθμητικές κατασκευές ενός εκλογικού μηχανισμού που μπορεί να παράγει κυβερνητική εξουσία χωρίς να αποτυπώνει κατ’ ανάγκην μια αντίστοιχα ισχυρή κοινωνική συναίνεση. 

Δημιουργείται έτσι μια βαθιά παράδοξη συνθήκη: μια κυβέρνηση μπορεί να διαθέτει πλήρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ταυτόχρονα να στερείται οποιασδήποτε ουσιαστικής κοινωνικής πλειοψηφίας, επειδή η θεσμική εξουσία και η πραγματική κοινωνική ισχύς έχουν καταστεί δύο εντελώς διαφορετικές σφαίρες. Η διακυβέρνηση μετατρέπεται σε μια διαρκή τεχνοκρατική διαχείριση της παρακμής, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα τις αγορές και τους υπερεθνικούς καταναγκασμούς, εντελώς αποκομμένες από τις ανάγκες των ανθρώπων που χρηματοδοτούν το σύστημα.

Η διαχρονική αδιέξοδη διαδρομή που μας έφερε ως εδώ μπορεί να σπάσει μόνο αν επανεξετάσουμε τη θεμελιώδη σχέση μεταξύ εξουσίας και κοινωνίας. Η έξοδος από την κρίση δεν πρόκειται να προέλθει από μια απλή εναλλαγή διαχειριστών στην κυβέρνηση, ούτε από την αναζήτηση ενός νέου πολιτικού «προϊόντος» στο ράφι του εκλογικού μάρκετινγκ. Η πραγματική πρόκληση είναι η μετάβαση από το παθητικό εκλογικό σώμα στο ενεργό πολιτικό σώμα.

Όπως υποστήριξε ο Τόνι Νέγκρι, η συγκρότηση του «πλήθους» δεν απαιτεί την εξαφάνιση των ατομικών ιδιομορφιών χάριν μιας επιβεβλημένης εθνικής ή κομματικής ενότητας. Απαιτεί τη δημιουργία νέων πεδίων συλλογικής δράσης και αυτοοργάνωσης στον χώρο της εργασίας, της γειτονιάς, της παιδείας και της υγείας. Το πολιτικό σώμα αναγεννάται όταν οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι η ισχύς τους δεν μεταβιβάζεται δια της ψήφου, αλλά ασκείται καθημερινά μέσα από τη συνδιαμόρφωση των όρων της ζωής τους.

Το πρόβλημα της σύγχρονης δημοκρατίας δεν είναι ότι το εκλογικό σώμα δεν ψηφίζει «σωστά» ή ότι λείπουν οι κατάλληλοι αντιπρόσωποι. Είναι ότι το εκλογικό σώμα έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί ως πολιτικό σώμα. Η μεγάλη κρίση δεν εντοπίζεται τελικά στο αποτέλεσμα της κάλπης, αλλά στο γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα κατάφερε να συσκοτίσει το προφανές: ότι πίσω από τους δείκτες της οικονομίας, τα φορολογικά έσοδα και τα εκλογικά ποσοστά, βρίσκεται το ζωντανό πολιτικό υποκείμενο της κοινωνίας.

Η δημοκρατία αρχίζει ξανά εκεί όπου ο ψηφοφόρος παύει να θεωρεί τον εαυτό του πελάτη της εξουσίας και αναγνωρίζει ότι είναι φορέας της ίδιας της δύναμης από την οποία η εξουσία αντλεί την ύπαρξή της. Εκεί το εκλογικό σώμα μπορεί, επιτέλους, να ξαναγίνει πολιτικό σώμα. Εκεί η συλλογική ισχύς (potentia) επιστρέφει από την αφάνεια της θεωρίας στην πραγματικότητα της πολιτικής.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»