Άνθρωπος: το χαμένο υποκείμενο της αριστεράς

[χρόνος ανάγνωσης 7 λεπτά και 43 δευτ.]

Του Σωκράτη Αργύρη 

«Πού είναι η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση; Πού είναι η γνώση που χάσαμε μέσα στις πληροφορίες;» Το ερώτημα που έθετε ο Τ. Σ. Έλιοτ το 1934, αντηχεί σήμερα ως μια σκοτεινή αναλογία για την ιστορική διαδρομή της προοδευτικής σκέψης. Αν ο συντηρητικός μοντερνισμός του Έλιοτ θρηνούσε για την απώλεια ενός μεταφυσικού κέντρου βάρους, η Αριστερά βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξίσου δραματική απώλεια: την απώλεια του ανθρώπου μέσα στον ίδιο τον σοσιαλισμό.

Για περισσότερο από ενάμιση αιώνα, η σοσιαλιστική θεωρία αναλώθηκε σε μια γιγαντιαία συζήτηση για τις δομές, τα μέσα παραγωγής, τους οικονομικούς δείκτες και τους ιστορικούς νόμους. Μετέτρεψε την κοινωνική απελευθέρωση σε μια εξίσωση ισχύος, μια άσκηση κρατικής διοίκησης ή, στην καλύτερη περίπτωση, μια διαχείριση των ελλειμμάτων του κοινωνικού κράτους. Όμως, πίσω από τις θριαμβευτικές ιαχές της εκβιομηχάνισης του περασμένου αιώνα και πίσω από τα σύγχρονα γραφειοκρατικά διαγράμματα της μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατίας, το ζητούμενο παρέμεινε ορφανό. Η Αριστερά δεν έχασε την εξουσία· έχασε το υποκείμενό της. Ψάχνει ακόμα τον άνθρωπο, όχι ως στατιστική μονάδα ή ως γρανάζι της παραγωγικής μηχανής, αλλά ως αυτόνομο δημιουργικό και ηθικό υποκείμενο.

Για να κατανοήσουμε αυτή την υπαρξιακή περιπλάνηση, πρέπει να επιστρέψουμε στη στιγμή που η σοσιαλιστική σκέψη αποφάσισε να αποκόψει τις ρίζες της από την ποιητική φαντασία για να ενδυθεί τον μανδύα της «επιστημονικής» αυστηρότητας. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η ανάγκη να απαντηθεί ο πρωτόγονος, άγριος καπιταλισμός οδήγησε στην περιθωριοποίηση στοχαστών όπως ο Βικτόρ Κονσιντεράν ή ο Σαρλ Φουριέ. Οι «ουτοπιστές» κατηγορήθηκαν ότι αναζητούσαν τη δυνατότητα μιας αρμονικής κοινωνίας παρακάμπτοντας τις πραγματικές ταξικές αντιθέσεις της εποχής τους και τις πολιτικές προϋποθέσεις του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Με τον «επιστημονικό» σοσιαλισμό, η ταξική πάλη αναδείχθηκε σε κεντρική κατηγορία της ιστορικής αλλαγής· μια αντίληψη που ο Μαρξ και ο Ένγκελς διατύπωσαν ήδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και την οποία ο Λένιν μετέτρεψε αργότερα σε συγκεκριμένη θεωρία πολιτικής οργάνωσης και πρωτοποριακού κόμματος.

Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν υπήρξε εξαρχής τόσο απόλυτη όσο θα υπέθετε η μεταγενέστερη εικόνα του «επιστημονικού» σοσιαλισμού. Ο ίδιος ο νεαρός Καρλ Μαρξ, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, βρισκόταν ακόμη σε μια διαφορετική θεωρητική αφετηρία: στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 δεν είχε ακόμη διαμορφώσει το θεωρητικό οπλοστάσιο του ώριμου ιστορικού υλισμού. Το κεντρικό του ερώτημα ήταν πρωτίστως ανθρωπολογικό: τι συμβαίνει στον άνθρωπο μέσα στη βιομηχανική κοινωνία όταν η ίδια η εργασία του μετατρέπεται σε ξένη δύναμη απέναντί του; Η έννοια της αλλοτρίωσης βρίσκεται εδώ στο επίκεντρο. Ο εργάτης αποξενώνεται από το προϊόν της εργασίας του, από την ίδια τη διαδικασία της παραγωγής και, τελικά, από την ανθρώπινη υπόστασή του. Ο Μαρξ του 1844 αναζητά, επομένως, ακόμη τον άνθρωπο πίσω από την οικονομική κατηγορία· τέσσερα χρόνια αργότερα, η ανάλυση θα μετατοπιστεί αποφασιστικά προς τη δομή των τάξεων και την ιστορική τους σύγκρουση.

Υπήρξαν, βεβαίως, προσπάθειες να αναζητηθεί ένας διαφορετικός δρόμος. Η γιουγκοσλαβική αυτοδιαχείριση του Τίτο, οι αναζητήσεις του δυτικού μαρξισμού και, μετά την Ουγγρική Επανάσταση του 1956, η απομάκρυνση πολλών διανοουμένων από τα κομμουνιστικά κόμματα, δείχνουν ότι το σοβιετικό υπόδειγμα δεν έγινε αποδεκτό ως η μοναδική δυνατή μορφή σοσιαλισμού. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές αυτές αναζητήσεις, δεν κατόρθωσε να διαμορφωθεί ένα νέο, συνεκτικό και ιστορικά κυρίαρχο υπόδειγμα σοσιαλισμού που να συνδυάζει την κοινωνική χειραφέτηση με την αυτονομία του ανθρώπινου υποκειμένου. Στη μεταγενέστερη αυτή θεωρητική αναζήτηση εντάσσεται, από διαφορετική αφετηρία, και η περίπτωση του Λουί Αλτουσέρ: παραμένοντας στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, επιχείρησε να απομακρύνει τον μαρξισμό από τον ανθρωπισμό και να τον επαναθεμελιώσει ως επιστήμη των δομών. Η παρέμβασή του ανανέωσε αποφασιστικά τη μαρξιστική θεωρία, αλλά ταυτόχρονα άφησε σε δεύτερο πλάνο ακριβώς εκείνο το υποκείμενο που εδώ αναζητούμε.

Η πραγματική «απώλεια του ανθρώπου» δεν συνέβη στο γενετικό υλικό της μαρξιστικής διάγνωσης, αλλά κατά τη μετεξέλιξη της θεωρίας σε κρατική ιδεολογία και κυβερνητικό δόγμα. Όταν η επαναστατική θεωρία κλήθηκε να μετατραπεί σε πρακτική διακυβέρνησης, μέσα στις σκληρές γεωπολιτικές συνθήκες και την ανάγκη επιβίωσης ενός κράτους περικυκλωμένου από εχθρικές δυνάμεις, η ιστορική ανάλυση άρχισε σταδιακά να αποκτά τον χαρακτήρα δογματικού σχήματος. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ιστορίας υποχώρησε μπροστά στην αξίωση μιας αντικειμενικής ιστορικής νομοτέλειας, ενώ η κοινωνική χειραφέτηση κινδύνευσε να υποταχθεί στις απαιτήσεις της επαναστατικής αποτελεσματικότητας και της κρατικής επιβίωσης. Σε αυτό το σχήμα, ο άνθρωπος έπαψε να είναι ο σκοπός και έγινε το μέσο. Το Κόμμα ανέλαβε να σκεφτεί, να αποφασίσει και, τελικά, να ορίσει το ιστορικά αναγκαίο εκ μέρους της εργατικής τάξης. Η ηθική κρίση υποχώρησε μπροστά στο κριτήριο της πολιτικής σκοπιμότητας: η πράξη θεωρούνταν δικαιολογημένη στον βαθμό που υπηρετούσε την επανάσταση και τη διατήρηση του νέου καθεστώτος.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας δεν ήταν απλώς η πολιτική καταπίεση, αλλά μια βαθύτερη ανθρωπολογική ακύρωση. Τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οικοδόμησαν εργοστάσια, κατέκτησαν το διάστημα και εξάλειψαν τον αναλφαβητισμό, αλλά απέτυχαν να απαντήσουν στο αίτημα της εσωτερικής ελευθερίας. Δημιούργησαν έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο στην κρατική μέριμνα, αλλά στερημένο από την προσωπική του αυθεντικότητα. Η απουσία μιας ανθρωπολογικής θεώρησης υπήρξε η βαθύτερη κατάληξη μιας πρακτικής που πίστεψε ότι μπορείς να απελευθερώσεις την ανθρωπότητα φυλακίζοντας τον συγκεκριμένο, ζωντανό άνθρωπο.

Απέναντι σε αυτόν τον γραφειοκρατικό αυταρχισμό, η δυτική σοσιαλδημοκρατία πρότεινε έναν εναλλακτικό δρόμο, ο οποίος για μερικές δεκαετίες φάνηκε να λύνει τον γρίφο. Το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος στηρίχθηκε πάνω στη σύνδεση του σοσιαλισμού με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα. Ήταν η εποχή που ο ανθρωπισμός μεταφράστηκε σε δωρεάν νοσοκομεία, δημόσια πανεπιστήμια και ισχυρά συνδικάτα. Ωστόσο, η σοσιαλδημοκρατική εμπειρία αποδείχθηκε τελικά θύμα της ίδιας της της συγκυρίας.

Η μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τη γεωπολιτική αντιπαράθεση του Ψυχρού Πολέμου. Η ύπαρξη του Ανατολικού Μπλοκ λειτουργούσε ως ένας από τους παράγοντες που ενίσχυαν την πολιτική και κοινωνική συναίνεση γύρω από την αναδιανομή, την εργασιακή προστασία και την επέκταση του κοινωνικού κράτους. Ωστόσο, η ερμηνεία αυτών των κατακτήσεων αποκλειστικά ως παραχώρηση των δυτικών ελίτ υπό τον φόβο του κομμουνισμού αποτελεί περισσότερο εκ των υστέρων ερμηνευτικό σχήμα παρά επαρκή ιστορική εξήγηση. Το μεταπολεμικό κοινωνικό κράτος υπήρξε επίσης αποτέλεσμα των αγώνων των εργατικών κινημάτων, της διεύρυνσης της δημοκρατικής συμμετοχής, των εμπειριών της οικονομικής κρίσης και του πολέμου, καθώς και μιας συγκεκριμένης ιστορικής ισορροπίας ανάμεσα στο κεφάλαιο, την εργασία και το κράτος.

Παρόμοια μεταπολεμική λογική κοινωνικής και οικονομικής σταθεροποίησης αποτυπώθηκε και στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Η δημιουργία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) το 1962 δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ανάγκη οικονομικής σταθεροποίησης και πολιτικής ενσωμάτωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Η στήριξη των αγροτικών εισοδημάτων, η προστασία της παραγωγής και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο μεταπολεμικό υπόδειγμα, όπου η αγορά συνυπήρχε με ισχυρούς μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας και κρατικής παρέμβασης. Το γεωπολιτικό περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου ενίσχυε αυτή την ανάγκη για κοινωνική συναίνεση, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνο του επαρκή εξήγηση για τη δημιουργία και την εξέλιξη αυτών των θεσμών.

Όπως αποδείχθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το ανθρωπιστικό κεκτημένο της σοσιαλδημοκρατίας δεν αποδείχθηκε μια μόνιμη κατάκτηση του πολιτισμού, αλλά προϊόν μιας συγκεκριμένης ιστορικής και γεωπολιτικής ισορροπίας. Η παγκοσμιοποίηση και η απελευθέρωση των αγορών περιόρισαν σημαντικά τα εργαλεία με τα οποία το εθνικό κράτος μπορούσε να παρεμβαίνει στην οικονομία, ενώ η σοσιαλδημοκρατία, έχοντας αποδεχθεί σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία της αγοράς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, μετατόπισε σταδιακά το κέντρο βάρους της από τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων στη διαχείριση των συνεπειών τους. Σήμερα, ο ανθρωπιστικός της λόγος συχνά περιορίζεται σε μια ρητορική δικαιωμάτων που αφήνει ανέγγιχτες σημαντικές πλευρές της οικονομικής εξαθλίωσης και της εργασιακής εξουθένωσης.

Βρισκόμαστε έτσι σε ένα σημείο μηδέν: ο επιστημονικός σοσιαλισμός στερείται του ανθρωπιστικού του κέντρου και η σοσιαλδημοκρατία στερείται των υλικών της μέσων. Αυτό το διπλό αδιέξοδο καθιστά την αναζήτηση του ανθρώπου πιο επείγουσα από ποτέ, και μας αναγκάζει να αναζητήσουμε απαντήσεις έξω από τα συνήθη εγχειρίδια της πολιτικής οικονομίας.

Εδώ ακριβώς αποκτά μια εκπληκτική, σχεδόν προφητική επικαιρότητα η φιλοσοφική παρέμβαση του Γκέοργκ Λούκατς. Στο εμβληματικό του έργο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση το 1923, ο Ούγγρος στοχαστής επιχείρησε να διασώσει τον μαρξισμό από τον θετικιστικό και οικονομικό εκφυλισμό του, εισάγοντας την έννοια της «πραγμοποίησης» (Verdinglichung). Ο Λούκατς διέγνωσε ότι ο καπιταλισμός δεν κλέβει απλώς την υπεραξία του εργάτη· μετατρέπει τις ίδιες τις ανθρώπινες σχέσεις, τις ιδιότητες και τις συνειδήσεις σε πράγματα, σε αντικείμενα προς ανταλλαγή.

Σε μια κοινωνία όπου τα πάντα μεταφράζονται σε εμπορεύματα, ο άνθρωπος χάνει την υποκειμενικότητά του και γίνεται θεατής μιας μηχανιστικής πραγματικότητας που ο ίδιος παράγει αλλά δεν ελέγχει. Η συνεισφορά του Λούκατς ήταν καθοριστική επειδή απέδειξε ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι απλώς μια αναδιοργάνωση της παραγωγής ή μια αλλαγή ιδιοκτησίας των εργοστασίων. Αν ο σοσιαλισμός περιοριστεί στην κρατική διαχείριση των πραγμάτων, τότε η πραγμοποίηση παραμένει άθικτη —όπως ακριβώς συνέβη στον σοβιετικό γραφειοκρατισμό, όπου ο εργάτης παρέμεινε εξάρτημα μιας κρατικής, αυτή τη φορά, μηχανής. Για τον Λούκατς, η επανάσταση είναι μια πράξη ανθρωπολογικής αποκατάστασης: η στιγμή που το προλετάριο υποκείμενο συνειδητοποιεί τον εαυτό του και σπάει το ξόρκι της πραγμοποίησης, μετατρέποντας την ιστορία από τυφλή νομοτέλεια σε συνειδητή ανθρώπινη δημιουργία.

Αυτή η λεπτή ισορροπία μεταξύ συλλογικής βάσης και ανάκτησης του υποκειμένου προσφέρει μια ουσιαστική διέξοδο από τα τετριμμένα σχήματα της σύγχρονης πολιτικής. Η Αριστερά δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στον αυταρχικό κρατισμό και τον νεοφιλελεύθερο δικαιωματισμό που λειτουργεί ως βιτρίνα της αγοράς. Η πραγματική της αποστολή είναι να επαναδιατυπώσει τον σοσιαλισμό ως ένα κατεξοχήν ανθρωπολογικό εγχείρημα, αντιμετωπίζοντας τις σύγχρονες, εξελιγμένες μορφές πραγμοποίησης.

Στον 21ο αιώνα, ο άνθρωπος που ψάχνει η Αριστερά δεν είναι πλέον μόνο ο εργοστασιακός προλετάριος του παρελθόντος, αλλά ο ψηφιακός δουλοπάροικος των αλγορίθμων, ο εργαζόμενος της επισφαλούς απασχόλησης που ζει με το άγχος της επόμενης ημέρας, ο νέος που βλέπει το μέλλον του να υποθηκεύεται από την κλιματική κατάρρευση. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν απομυζά μόνο την εργατική δύναμη· απομυζά την προσοχή, τον χρόνο, τη φαντασία και την ψυχική υγεία του υποκειμένου. Η αλλοτρίωση έχει μεταφερθεί από το πεδίο της παραγωγής στο πεδίο της ίδιας της συνείδησης.

Αυτή η μετατόπιση της αλλοτρίωσης από το πεδίο της παραγωγής στο πεδίο της ίδιας της συνείδησης γίνεται ακόμη πιο επιτακτική στην αυγή της εποχής της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι μηχανές δεν αντικαθιστούν πλέον μόνο τη χειρωνακτική εργασία, αλλά διεκδικούν τον πυρήνα της ανθρώπινης ιδιότητας: τη δημιουργικότητα, τη νόηση, τη γλώσσα και την τέχνη. Αν η αυτοματοποίηση του 19ου αιώνα πραγμοποιούσε το σώμα του εργάτη, η αλγοριθμική αυτοματοποίηση απειλεί να πραγμοποιήσει την ίδια την ανθρώπινη έκφραση, μετατρέποντάς την σε μια προβλέψιμη, εμπορευματοποιημένη πληροφορία. Ο ψηφιακός δουλοπάροικος δεν στερείται απλώς τα μέσα παραγωγής· στερείται το δικαίωμα στην πνευματική και δημιουργική αυθεντικότητα.

Όταν το σύστημα κατασκευάζει έναν ψευδή ατομικισμό βασισμένο στην αέναη ψηφιακή προβολή και τον ανταγωνισμό, η επιστροφή στην οπτική της απο-πραγμοποίησης γίνεται πράξη πολιτικής αντίστασης. Μας υπενθυμίζει ότι η χειραφέτηση δεν μπορεί να είναι απλώς ποσοτική. Δεν αρκεί η διεκδίκηση μιας καλύτερης φορολογικής κλίμακας ή η ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, όσο αναγκαία κι αν είναι αυτά.

Η Αριστερά πρέπει να τολμήσει να μιλήσει ξανά για την ψυχή του ανθρώπου —όχι με μεταφυσικούς όρους, αλλά με όρους υπαρξιακής απελευθέρωσης. Πρέπει να θέσει ερωτήματα που αφορούν το νόημα της εργασίας, την ανάκτηση του ελεύθερου χρόνου, την απο-εμπορευματοποίηση της καθημερινότητας και την ανοικοδόμηση των ανθρώπινων δεσμών που έχουν διαρραγεί. Η οικονομία πρέπει να επιστρέψει στη θέση που της αξίζει: να είναι ο υπηρέτης και όχι ο αφέντης της κοινωνίας.

Διότι αν ο επιστημονικός σοσιαλισμός μάς έδωσε τα εργαλεία για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η μηχανή του κεφαλαίου, η ανθρωπιστική παράδοση μάς θυμίζει για ποιον λόγο αξίζει να την αποσυναρμολογήσουμε: για να πάψει ο άνθρωπος να είναι εξάρτημά της. Αν η Αριστερά επιμείνει να αναζητά την επιτυχία της μόνο στις εκλογικές στατιστικές ή στην αναπαραγωγή των παλιών, δοκιμασμένων και αποτυχημένων δογμάτων της, θα παραμείνει μια διαχειριστική δύναμη σε έναν κόσμο που αποσυντίθεται.

Η σοφία που χάθηκε μέσα στις πληροφορίες, για να θυμηθούμε τον Έλιοτ, μπορεί να ανακτηθεί μόνο αν η πολιτική επιστρέψει στην αρχική της αποστολή: τη δημιουργία των υλικών συνθηκών εκείνων όπου ο άνθρωπος δεν θα είναι πλέον ένα πράγμα που παράγει, αλλά μια προσωπικότητα που αναπτύσσεται σε όλη της την πληρότητα. Αυτός είναι ο άνθρωπος που ακόμα ψάχνουμε μέσα στον σοσιαλισμό.

Ο Γιώργος Σεφέρης, παραλαμβάνοντας το Νόμπελ, μας άφησε μια φράση που ηχεί σήμερα ως πολιτική επιταγή:       «Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται. Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα».

Ίσως αυτή η «απλή λέξη» να είναι και η χαμένη ψηφίδα στην ενδέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ. Ο Μαρξ έθεσε το ιστορικό πρόσταγμα: να αλλάξουμε τον κόσμο. Ο Σεφέρης μας υπενθυμίζει την ανθρωπολογική του προϋπόθεση: να μη χαθεί ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο που αλλάζουμε.

Αν το σύγχρονο τέρας είναι ο καπιταλισμός που πραγμοποιεί την ύπαρξη και μετατρέπει τον άνθρωπο σε αλγοριθμικό αντικείμενο, η αλλαγή του κόσμου αδειάζει από κάθε νόημα αν, στο τέλος της διαδρομής, ο άνθρωπος έχει χαθεί.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»