[χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά και 23 δευτ.]
Του Σωκράτη Αργύρη
Στις ερήμους της βορειοαφρικανικής ακτής, εκεί όπου η Μεσόγειος συναντά την απεραντοσύνη της Σαχάρας, η γεωγραφία αρνείται πεισματικά να υποταχθεί στα τεχνητά σύνορα που κληροδότησε η αποικιοκρατία. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη νατοϊκή επέμβαση που οδήγησε στην αιματηρή ανατροπή και τον θάνατο του Μουαμάρ Καντάφι, η Λιβύη δεν αποτελεί κράτος με την παραδοσιακή βεμπεριανή έννοια του όρου, αλλά έναν ρευστό γεωπολιτικό χώρο, ένα πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης μεταξύ τοπικών φυλάρχων, ξένων μισθοφόρων και πολυεθνικών ενεργειακών κολοσσών.
Το φάντασμα του συνταγματάρχη, ωστόσο, εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τις κατεστραμμένες υποδομές της Τρίπολης και τα οχυρωμένα μέγαρα της Βεγγάζης, όχι ως νοσταλγία για ένα αυταρχικό καθεστώς, αλλά ως μια διαρκής, ενοχλητική υπενθύμιση ότι η βίαιη αποδόμηση της λιβυκής κρατικής οντότητας άνοιξε ένα κουτί της Πανδώρας, το οποίο η Δύση αδυνατεί πλέον να κλείσει. Η σημερινή Λιβύη είναι το απόλυτο εργαστήριο της μετα-νεωτερικής realpolitik, όπου οι ιδεολογίες έχουν πεθάνει και τη θέση τους έχει πάρει ένας κυνικός συναλλακτικός ρεαλισμός, μια διπλωματία του πετρελαίου και των πληροφοριών που επανακαθορίζει τις ισορροπίες ισχύος από τη Μεσόγειο μέχρι τα βάθη της υποσαχάριας Αφρικής.
Η de facto διαίρεση της χώρας, με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας (GNU) στην Τρίπολη, η οποία αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ, και τις παράλληλες ανατολικές αρχές, που στηρίζονται στον Λιβυκό Εθνικό Στρατό (LNA) υπό τον στρατηγό Χαλίφα Χάφταρ στη Βεγγάζη, έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια απλή εμφύλια σύγκρουση.
Έχει μετατραπεί σε μια θεσμοθετημένη στασιμότητα, μια ελεγχόμενη αστάθεια που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των βασικών πολιτικών και στρατιωτικών κέντρων εξουσίας στις δύο πλευρές του κόλπου της Σύρτης. Το πρόσφατο παράδοξο της έγκρισης του πρώτου ενιαίου κρατικού προϋπολογισμού από το 2013, σε συνδυασμό με τον οδικό χάρτη που προβλέπει τη διενέργεια εκλογών με ορίζοντα το 2027, δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως θρίαμβος της δημοκρατικής νομιμότητας, αλλά ως μια αναγκαστική εκεχειρία μεταξύ των δύο αντίπαλων κέντρων εξουσίας, της δυτικής διοίκησης υπό τον Ντμπέιμπα και των ανατολικών αρχών υπό τον Χάφταρ.
Πρόκειται για ένα ιδιότυπο καρτέλ εξουσίας, όπου η νομή του δημόσιου πλούτου και των πετρελαϊκών προσόδων αποτελεί το μοναδικό συνεκτικό υλικό. Πίσω από τις βιτρίνες των διπλωματικών συναντήσεων και τις υποσχέσεις για εθνική συμφιλίωση, η καθημερινότητα των Λιβύων πολιτών παραμένει μια ζοφερή πραγματικότητα κοινωνικής και οικονομικής επισφάλειας, αποδυναμωμένων κρατικών δομών και μιας βαθιάς, υπόκωφης οργής που απειλεί ανά πάσα στιγμή να αναφλέξει εκ νέου το σκηνικό.
Μέσα σε αυτό το κατακερματισμένο τοπίο, ο τουρκικός παράγοντας επιδεικνύει μια εντυπωσιακή ικανότητα στρατηγικής προσαρμογής, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους του από την αποκλειστική στρατιωτική κηδεμονία της Τρίπολης σε έναν ευρύτερο ρόλο, που υπερβαίνει πλέον τα όρια της Δυτικής Λιβύης.
Η Άγκυρα, η οποία το 2019 έσωσε την κυβέρνηση της Δύσης από την κατάρρευση στέλνοντας drones και μισθοφόρους για να αναχαιτίσει την επέλαση του Χάφταρ, εφαρμόζει πλέον μια εξελιγμένη πολιτική «μίας Λιβύης». Η κινητικότητα αυτή ξεκίνησε θεσμικά στις 23 Ιουνίου 2026, όταν ο διοικητής της τουρκικής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (MİT), Ιμπραήμ Καλίν, πραγματοποίησε μια κρίσιμη επίσκεψη στη Βεγγάζη προκειμένου να συναντηθεί απευθείας με τον Σαντάμ Χάφταρ. Αυτό το άνοιγμα δεν αποτελεί προδοσία των παλαιών συμμάχων της Άγκυρας, αλλά μια ψυχρή γεωπολιτική ανακωχή με απώτερο στόχο, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση και τη μακροπρόθεσμη κατοχύρωση του στρατηγικού κεκτημένου που δημιούργησε το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο του 2019. Η Άγκυρα φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι ένα σύμφωνο που υπεγράφη με μια αδύναμη, μεταβατική κυβέρνηση στη Δύση δεν αρκεί από μόνο του για να διασφαλίσει την εθνική του νομιμοποίηση, καθώς η κρίσιμη ακτογραμμή της Κυρηναϊκής που επηρεάζει τις σχετικές διεκδικήσεις βρίσκεται υπό τον έλεγχο του LNA. Προσφέροντας οικονομικά ανταλλάγματα μέσω τουρκικών κατασκευαστικών εταιρειών για την ανοικοδόμηση της Ανατολής, ο Καλίν επιχείρησε να προλειάνει το έδαφος ώστε να δημιουργήσει τις πολιτικές προϋποθέσεις για την αποδοχή του τουρκολιβυκού πλαισίου από τους θεσμούς της Ανατολικής Λιβύης, μετατρέποντάς τη σε επίσημη κρατική πολιτική ολόκληρης της χώρας.
Αυτή η τουρκική προσπάθεια για τη διαμόρφωση μιας κατάστασης ελέγχου μέσω της «διπλωματίας των πληροφοριών» λειτούργησε παράλληλα αλλά και ανταγωνιστικά με τη δυναμική επανενεργοποίηση της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική διπλωματία, υπό την καθοδήγηση του Μασάντ Μπουλός, ειδικού συμβούλου του Αμερικανού Προέδρου, ξεδίπλωσε τις δικές της πιέσεις για αναγκαστική ενοποίηση. Στις 6 Ιουλίου 2026 συναντήθηκε στη Μάλτα με εκπροσώπους και των δύο πλευρών διεξάγοντας κλειστές συνομιλίες, την επόμενη ημέρα είχε διαβουλεύσεις με τον Ντμπεϊμπά στην Τρίπολη, στις 8 Ιουλίου συναντήθηκε με τον Χάφταρ στη Βεγγάζη, ενώ στις 27 Ιουλίου ακολούθησε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντμπεϊμπά.
Η στρατηγική των ΗΠΑ δεν κινείται από κάποιο όψιμο ενδιαφέρον για τον εκδημοκρατισμό, αλλά από τις επιταγές μιας παγκόσμιας realpolitik που θυμίζει έντονα τη νέα, επιθετική ενεργειακή πολιτική της Ουάσιγκτον στη Λατινική Αμερική. Καθώς η κρίση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει σε εξέλιξη και οι ΗΠΑ αναζητούν τον βηματισμό τους έναντι του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε πρόσφατα τη «μεγαλύτερη πετρελαϊκή συμφωνία στην παγκόσμια ιστορία» με τη Βενεζουέλα, αναλαμβάνοντας τον πλειοψηφικό έλεγχο σε επενδυτικό σχήμα που αφορά την αξιοποίηση περίπου 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών αποδεδειγμένων αποθεμάτων. Αν και οι πλήρεις νομικές λεπτομέρειες δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί, η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει την ενεργειακή ισχύ ως εργαλείο ευρύτερης γεωπολιτικής στρατηγικής.
Η παρατεταμένη διατάραξη της θαλάσσιας οδού του Ορμούζ, από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχει καταστήσει για την Ουάσιγκτον την αναζήτηση εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας και όχι απλώς εμπορικής διαφοροποίησης. Υπό αυτή την οπτική, η Λιβύη αποκτά ιδιαίτερη σημασία: διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στην Αφρική, βρίσκεται απευθείας στη Μεσόγειο και μπορεί να τροφοδοτήσει ευρωπαϊκές αγορές χωρίς να εξαρτάται από τη διαδρομή του Περσικού Κόλπου.
Δεν πρόκειται, φυσικά, για υποκατάσταση του Ορμούζ· η λιβυκή παραγωγή δεν μπορεί να καλύψει το μέγεθος των ροών που διακινούνται από τον Κόλπο. Πρόκειται όμως για μια στρατηγική εφεδρεία. Και ακριβώς εδώ η αμερικανική προσπάθεια για πολιτική ενοποίηση της Λιβύης αποκτά μεγαλύτερο βάθος: η σταθεροποίηση της χώρας, η αύξηση της πετρελαϊκής παραγωγής και η προσέλκυση δυτικών επενδύσεων μπορούν να δημιουργήσουν έναν πρόσθετο, μεσογειακό ενεργειακό άξονα, ικανό να μειώσει —έστω οριακά— την έκθεση των δυτικών αγορών στις γεωπολιτικές ασφυξίες του Περσικού Κόλπου.
Η Λιβύη, επομένως, δεν αποτελεί μόνο πεδίο ανάσχεσης της ρωσικής επιρροής· μπορεί να εξελιχθεί και σε μέρος της αμερικανικής στρατηγικής διαφοροποίησης των ενεργειακών ροών μετά την κρίση του Ορμούζ.
Στη Λιβύη, το ενεργειακό διακύβευμα είναι εξίσου κρίσιμο. Το αμερικανικό σχέδιο χρησιμοποιεί τις επενδύσεις δυτικών κολοσσών ως δέλεαρ για μια συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την ανάσχεση της ρωσικής επιρροής. Η στρατηγική αυτή δεν περιορίζεται στη διπλωματία.
Τον Απρίλιο του 2026, η Λιβύη, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλοξένησαν στη Σύρτη την άσκηση Flintlock 2026, τη σημαντικότερη ετήσια άσκηση ειδικών επιχειρήσεων της AFRICOM, στην οποία συμμετείχαν περισσότερες από τριάντα αφρικανικές και διεθνείς χώρες. Μεταξύ αυτών βρίσκονταν η Τουρκία και η Αίγυπτος, αλλά και κράτη του Σαχέλ, όπως ο Νίγηρας και το Τσαντ. Η σύνθεση αυτή δεν αποδεικνύει από μόνη της κάποιο ενιαίο στρατηγικό σχέδιο, αποκαλύπτει όμως τις κατευθύνσεις προς τις οποίες ορισμένα από αυτά τα κράτη επιδιώκουν να κινηθούν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού με τη Ρωσία και αναδιάταξης των συσχετισμών ασφαλείας στην Αφρική. Ιδίως η παρουσία του Νίγηρα και του Τσαντ αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αμφότερα βρίσκονται στον άμεσο γεωγραφικό χώρο του Σαχέλ, όπου η ρωσική επιρροή έχει αποκτήσει σημαντικό στρατιωτικό και πολιτικό αποτύπωμα. Η ίδια η AFRICOM παρουσίασε την άσκηση ως βήμα προς την ενίσχυση της συνεργασίας και της διαλειτουργικότητας μεταξύ των λιβυκών δυνάμεων Ανατολής και Δύσης. Η Flintlock, επομένως, μπορεί να διαβαστεί όχι μόνο ως στρατιωτική άσκηση, αλλά και ως ένα στιγμιότυπο των νέων περιφερειακών ευθυγραμμίσεων που διαμορφώνονται από τη Μεσόγειο έως το Σαχέλ.
Η στρατιωτική αυτή διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ρωσικής παρουσίας στην Ανατολική Λιβύη, την οποία η Μόσχα έχει μετατρέψει σε στρατηγικό κόμβο για τη στρατιωτική και υλικοτεχνική της παρουσία στη Βόρεια Αφρική και για τη σύνδεσή της με το ρωσικό αποτύπωμα στο Σαχέλ (Μάλι, Νίγηρας, Μπουρκίνα Φάσο). Για τις ΗΠΑ, η ενοποίηση της Λιβύης προσφέρει ένα κρίσιμο θεσμικό εργαλείο για τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής, καθώς η συγκρότηση μιας ενιαίας λιβυκής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής δύναται να περιορίσει τον χώρο δράσης της Μόσχας και να δυσχεράνει τις γραμμές ανεφοδιασμού και υποστήριξής της προς την υποσαχάρια Αφρική.
Η Άγκυρα, αντιλαμβανόμενη την αμερικανική σπουδή, έσπευσε να επαναβεβαιώσει τον ρόλο της ως ο απόλυτος ρυθμιστής των εξελίξεων. Την Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026, ο Ιμπραήμ Καλίν υποδέχθηκε στην Άγκυρα μια υψηλόβαθμη λιβυκή αντιπροσωπεία από την Τρίπολη. Στις συναντήσεις αυτές συμμετείχαν ο αναπληρωτής υπουργός Άμυνας της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Αμπντουλσαλάμ αλ-Ζούμπι, ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Ιμπραήμ Ντμπεϊμπά και ο υπουργός Εσωτερικών Εμάντ Τραμπέλσι.
Με την κίνηση αυτή, η Τουρκία έστειλε ένα σαφές μήνυμα προς την Ουάσιγκτον: οποιαδήποτε συμφωνία για το μέλλον της Λιβύης πρέπει να περάσει από την τουρκική πρωτεύουσα. Ωστόσο, αυτή η λεπτή και εξαιρετικά εύθραστη αρχιτεκτονική δέχθηκε ένα βίαιο σοκ λίγες ημέρες αργότερα. Στις 10 Αυγούστου 2026, άγνωστοι δράστες δολοφόνησαν στη Βεγγάζη τον υποστράτηγο Φάουζι αλ-Μανσούρι, τον επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών του Χάφταρ και έναν από τους πιο έμπιστους πυλώνες του LNA.
Η στοχευμένη αυτή εξόντωση στην καρδιά του προπυργίου του Χάφταρ κατέρριψε το αφήγημα της απόλυτης σταθερότητας που προέβαλλε η ηγεσία της Ανατολής, αποκαλύπτοντας βαθιά εσωτερικά ρήγματα. Η δολοφονία του αλ-Μανσούρι εισήγαγε έναν νέο παράγοντα εσωτερικής ανασφάλειας, ο οποίος μπορεί να λειτουργήσει ως βίαιο φρένο στις διπλωματικές προσπάθειες. Η ηγεσία της Βεγγάζης, αντιμέτωπη με την προοπτική εσωτερικής υπονόμευσης, αναγκάστηκε να αναπροσανατολίσει τις προτεραιότητές της προς την εσωτερική ασφάλεια, καθιστώντας τις συνομιλίες για τη συγκρότηση μιας ενιαίας μεταβατικής κυβέρνησης πολύ πιο σύνθετες.
Η ανασφάλεια, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην Ανατολική Λιβύη. Στα τέλη Ιουλίου, η ίδια η Τρίπολη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα κοινωνικής αναταραχής, καθώς διαδηλωτές απέκλεισαν δρόμους και δημόσια κτίρια διαμαρτυρόμενοι για τις πολύωρες διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, τις υψηλές τιμές και την επιδείνωση των βασικών δημόσιων υπηρεσιών. Οι κινητοποιήσεις εξελίχθηκαν σε ευρύτερη αμφισβήτηση της κυβέρνησης Ντμπέιμπα, υπενθυμίζοντας ότι πίσω από τις γεωπολιτικές διαπραγματεύσεις και τις στρατιωτικές ισορροπίες βρίσκεται μια κοινωνία που εξακολουθεί να πληρώνει το κόστος της διάλυσης του κράτους.
Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η ελληνική διπλωματία επιχειρεί να αναπτύξει τη δική της στρατηγική, ισορροπώντας σε ένα τεντωμένο σχοινί προκειμένου να αποτρέψει την παγίωση των τουρκικών επιδιώξεων και να προωθήσει τη χάραξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) με τη Λιβύη. Η Αθήνα, έχοντας ως ισχυρό νομικό και πολιτικό κεκτημένο τη συμφωνία μερικής οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Αίγυπτο το 2020, η οποία δημιουργεί επικαλυπτόμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη γεωμετρία του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, εφαρμόζει μια πολιτική διπλής προσέγγισης και των δύο κέντρων εξουσίας.
Από τη μία πλευρά, οι Έλληνες διπλωμάτες συντηρούν ανοιχτούς διαύλους με την Τρίπολη, με πιο πρόσφατη την επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στα τέλη Απριλίου 2026, όπου τέθηκε επί τάπητος η επανέναρξη των συζητήσεων για τις θαλάσσιες ζώνες. Από την άλλη, η Αθήνα επενδύει συστηματικά στις σχέσεις της με την Ανατολική Λιβύη, με αποκορύφωμα την επίσκεψη του Σαντάμ Χάφταρ στην ελληνική πρωτεύουσα στα μέσα Ιουνίου 2026, όπου επιβεβαιώθηκε η κοινή αντίληψη ενάντια σε μονομερείς ενέργειες.
Ωστόσο, η ελληνική στρατηγική αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις: η Λιβύη, παρά τις εσωτερικές της διαιρέσεις, εμφανίζει συχνά μια ενιαία εθνική στάση όταν πρόκειται για τη διεκδίκηση θαλάσσιων πόρων, όπως φάνηκε από τις διαμαρτυρίες τόσο της Τρίπολης όσο και της Βεγγάζης κατά των ελληνικών σεισμικών ερευνών νότια και νοτιοδυτικά της Κρήτης. Η Αθήνα θα μπορούσε να επιδιώξει, εφόσον εξασφαλιζόταν η αναγκαία βάση δικαιοδοσίας, την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για μια οριοθέτηση βάσει του Δικαίου της Θάλασσας (UNCLOS), γνωρίζοντας όμως ότι ο χρόνος πιέζει και ότι οι τακτικισμοί της Τουρκίας στην περιοχή απειλούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα προτού επιτευχθεί εγχώρια πολιτική σταθερότητα.
Στο βάθος αυτού του γεωπολιτικού σκακιού, το φάντασμα του Καντάφι συνεχίζει να χαμογελά ειρωνικά. Ακόμη και ο γιος του, Σαΐφ αλ-Ισλάμ Καντάφι, δολοφονήθηκε τον Φεβρουάριο του 2026, σε μια υπόθεση της οποίας τα πολιτικά κίνητρα παραμένουν αδιευκρίνιστα.
Το συγκεντρωτικό, ιδιότυπο κράτος που είχε οικοδομήσει, βασισμένο στην εξισορρόπηση των φυλετικών ανταγωνισμών μέσω της διανομής του πετρελαϊκού πλούτου, αντικαταστάθηκε από ένα σύστημα όπου οι ίδιες φυλετικές και τοπικιστικές διαιρέσεις εργαλειοποιούνται πλέον από ξένες δυνάμεις.
Η Λιβύη δεν είναι πλέον το θύμα μιας ξένης επέμβασης, αλλά ο θύτης της δικής της κυριαρχίας, έχοντας εκχωρήσει κομμάτια της εδαφικής και θαλάσσιας υπόστασής της για την επιβίωση των εγχώριων πολεμάρχων. Η τραγωδία της σύγχρονης Λιβύης έγκειται στο γεγονός ότι όσο περισσότερο οι ξένοι παίκτες –είτε πρόκειται για την Ουάσιγκτον, την Άγκυρα, τη Μόσχα ή το Κάιρο– προσπαθούν να σχεδιάσουν λύσεις και να επιβάλουν ενοποιήσεις σύμφωνα με τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, τόσο βαθύτερα ριζώνει η πραγματική διαίρεση στο έδαφός της.
Η ειρήνη στη Λιβύη παραμένει μια χίμαιρα, διότι η αστάθεια έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση για όσους κρατούν τα όπλα και ελέγχουν τις στρόφιγγες του πετρελαίου.
Στη μετα-κανταφική εποχή, η Λιβύη δεν είναι μια χώρα που αναζητά το μέλλον της, αλλά ένα γεωπολιτικό οικόπεδο, όπου οι μεγάλοι παίκτες της παγκόσμιας σκηνής επαναχαράσσουν τις ζώνες επιρροής τους, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι κάτω από την άμμο σιγοκαίει μια πυρκαγιά ικανή να κατακάψει ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Υστερόγραφο:
Ένα στοιχείο που δεν πρέπει να παραβλέπεται είναι ότι η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το 2011 πραγματοποιήθηκε σε μια χώρα που δεν ανήκε στη Συμμαχία και εκτός της στενής γεωγραφικής περιοχής που ορίζει το ίδιο το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο για την εφαρμογή των διατάξεων συλλογικής άμυνας. Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν αναλογιστεί κανείς ότι το Καταστατικό του ΝΑΤΟ προσδιορίζει συγκεκριμένα εδαφικά όρια ακόμη και για τα ίδια τα κράτη-μέλη: στην περίπτωση της Ισπανίας, για παράδειγμα, τα ισπανικά εδάφη της Βόρειας Αφρικής, όπως η Θέουτα και η Μελίγια, δεν υπάγονται στη γεωγραφική περιοχή του άρθρου 5.
Αντίστοιχος γεωγραφικός περιορισμός υπήρχε ιστορικά και στην περίπτωση της Γαλλίας, με την Αλγερία, πριν από την ανεξαρτησία της το 1962, να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από το μητροπολιτικό γαλλικό έδαφος κατά τη διαμόρφωση του αρχικού πεδίου εφαρμογής του Συμφώνου.
Η Λιβύη, επομένως, υπενθυμίζει μια ευρύτερη μετατόπιση: το ΝΑΤΟ, από μια συμμαχία με αυστηρά προσδιορισμένο γεωγραφικό πεδίο συλλογικής άμυνας, εξελίχθηκε σταδιακά σε οργανισμό ικανό να αναλαμβάνει στρατιωτικές επιχειρήσεις πολύ πέρα από τα αρχικά όρια που είχαν τεθεί για την εφαρμογή του Συμφώνου.

