[χρόνος ανάγνωσης 8 λεπτά και 19 δευτ.]
Του Σωκράτη Αργύρη
Ο Victor Considerant δεν είναι ίσως το πρόσωπο από το οποίο θα περίμενε κανείς να αρχίσει μια συζήτηση για την εκμετάλλευση το 2026. Το όνομά του έχει μείνει στη σκιά του Fourier, του Proudhon και κυρίως του Marx, σαν ένας από τους πολλούς ουτοπικούς σοσιαλιστές που προηγήθηκαν της συγκρότησης του επιστημονικού σοσιαλισμού. Κι όμως, υπάρχει κάτι στον Considerant που σήμερα αποκτά απροσδόκητη επικαιρότητα. Δεν είναι τόσο η οικονομική του θεωρία ούτε η φουριερική αρχιτεκτονική του κοινωνικού οργανισμού. Είναι η προσπάθειά του να θέσει το κοινωνικό ζήτημα όχι μόνο ως πρόβλημα καταπίεσης αλλά ως πρόβλημα οργάνωσης της παραγωγής.
Στο Manifeste de la démocratie au XIXe siècle, που συνδέθηκε με τη Démocratie pacifique, ο Considerant περιέγραφε μια κοινωνία όπου η πολιτική ισότητα είχε ήδη διακηρυχθεί, αλλά η οικονομική πραγματικότητα την αναιρούσε. Η δημοκρατική αρχή είχε αναγνωρίσει την ισότητα των ανθρώπων, ενώ η οικονομική ζωή εξακολουθούσε να οργανώνεται ως ανταγωνισμός ισχυρών και αδυνάτων. Ο ίδιος μιλούσε για μια μορφή «βιομηχανικής φεουδαρχίας» και θεωρούσε ότι η πολιτική χειραφέτηση παρέμενε ατελής όσο δεν συνοδευόταν από μια διαφορετική οργάνωση της εργασίας.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς εδώ. Ο Considerant δεν μας είναι χρήσιμος επειδή είχε δίκιο σε όλα. Δεν είχε. Μας είναι χρήσιμος επειδή μας υποχρεώνει να αντιστρέψουμε το ερώτημα. Αντί να ρωτήσουμε για μία ακόμη φορά πώς λειτουργεί η εκμετάλλευση, μπορούμε να ρωτήσουμε: τι θα σήμαινε μια κοινωνική παραγωγή οργανωμένη έτσι ώστε η εκμετάλλευση να μην αποτελεί τον μηχανισμό της;
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό ερώτημα.
Η κλασική κριτική του καπιταλισμού έχει συνηθίσει να ξεκινά από την αποκάλυψη της εκμετάλλευσης. Ο Marx έδωσε σε αυτή την κριτική την πιο συστηματική μορφή της. Η μισθωτή εργασία δεν είναι απλώς μια άνιση ανταλλαγή ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Είναι μια κοινωνική σχέση μέσα στην οποία ο κάτοχος των μέσων παραγωγής μπορεί να ιδιοποιείται ένα μέρος του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου χωρίς να είναι ο άμεσος παραγωγός του. Η υπεραξία, η συσσώρευση και η αναπαραγωγή του κεφαλαίου συγκροτούν έτσι έναν μηχανισμό που δεν εξαρτάται από την προσωπική καλοσύνη ή κακία του εργοδότη. Η εκμετάλλευση είναι δομική.
Όμως η ίδια η επιτυχία αυτής της ανάλυσης δημιούργησε ένα θεωρητικό πρόβλημα που δεν έχει λυθεί. Γνωρίζουμε πολύ καλύτερα πώς να περιγράφουμε την εκμετάλλευση από ό,τι γνωρίζουμε πώς να περιγράψουμε με ακρίβεια την απουσία της.
Το να πούμε ότι θέλουμε «κατάργηση της εκμετάλλευσης» δεν αρκεί. Ούτε αρκεί να πούμε ότι πρέπει να κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής. Η ιστορία του 20ού αιώνα έδειξε ότι η κατάργηση της ιδιωτικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την κατάργηση της κυριαρχίας, της ιεραρχίας ή της άνισης ιδιοποίησης της κοινωνικής παραγωγής. Μπορεί να αλλάξει ο ιδιοκτήτης και να παραμείνει άθικτη η λογική της διοίκησης από τα πάνω. Μπορεί να αλλάξει η νομική μορφή της ιδιοκτησίας και να παραμείνει άνιση η πρόσβαση στη λήψη των αποφάσεων. Μπορεί να καταργηθεί ο ιδιώτης καπιταλιστής και να παραμείνει ο άνθρωπος αποξενωμένος από τους όρους της παραγωγής του.
Γι’ αυτό η μη εκμετάλλευση δεν μπορεί να οριστεί απλώς ως απουσία καπιταλισμού.
Αν θέλουμε να οικοδομήσουμε μια θεωρία της μη εκμετάλλευσης το 2026, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουμε μια εύκολη συνήθεια: να θεωρούμε ότι κάθε κοινωνική ανισότητα αποτελεί εκμετάλλευση. Δεν είναι. Ούτε κάθε σχέση εξουσίας είναι εκμεταλλευτική, ούτε κάθε διαφορά εισοδήματος, ούτε κάθε μορφή εξάρτησης. Μια θεωρία που ονομάζει εκμετάλλευση κάθε ασυμμετρία χάνει τη δυνατότητα να εξηγήσει το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εκμεταλλευτικής σχέσης.
Το πρώτο ερώτημα επομένως είναι αυστηρό: τι ακριβώς ιδιοποιείται ο ένας από τον άλλον;
Το δεύτερο: μέσω ποιας κοινωνικής σχέσης;
Και το τρίτο, ίσως σημαντικότερο: ποιος έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους όρους μέσα στους οποίους ο άλλος αναγκάζεται να παράγει;
Εδώ το 2026 αλλάζει το τοπίο. Η παραγωγή δεν έχει εξαφανίσει το εργοστάσιο, αλλά έχει πάψει να περιορίζεται σε αυτό. Το εργοστάσιο έχει διαχυθεί σε δίκτυα. Η παραγωγική διαδικασία μπορεί να εκτείνεται από ένα ορυχείο πρώτων υλών μέχρι ένα data center, από έναν εργαζόμενο σε μια πλατφόρμα μέχρι έναν αλγόριθμο που κατανέμει εργασίες, από μια γραμμή συναρμολόγησης μέχρι ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που ενσωματώνει τεράστιες ποσότητες ανθρώπινης γνώσης.
Το παλιό ερώτημα «ποιος κατέχει το εργοστάσιο;» δεν εξαφανίζεται. Αλλά δεν επαρκεί πλέον.
Ποιος κατέχει το cloud; Ποιος ελέγχει τα δεδομένα; Ποιος ελέγχει τα υπολογιστικά κέντρα; Ποιος διαθέτει την πρόσβαση στους αλγορίθμους; Ποιος καθορίζει τα πρότυπα των ψηφιακών υποδομών; Ποιος μπορεί να αποκλείσει έναν παραγωγό από μια πλατφόρμα; Ποιος αποφασίζει ποια γνώση θα ενσωματωθεί σε ένα μοντέλο και ποιος θα ιδιοποιηθεί την οικονομική της απόδοση;
Το ζήτημα δεν είναι ότι εμφανίστηκαν «νέα μέσα παραγωγής» και επομένως πρέπει απλώς να προσθέσουμε μερικές λέξεις στο παλιό λεξιλόγιο. Το ζήτημα είναι ότι η ίδια η έννοια του μέσου παραγωγής έχει γίνει πιο σύνθετη. Ένα μέσο παραγωγής μπορεί πλέον να είναι υλικό, πληροφοριακό, υπολογιστικό, οργανωτικό και γνωστικό ταυτόχρονα.
Και αυτό μεταφέρει τη θεωρία της εκμετάλλευσης από την ιδιοκτησία προς τον έλεγχο.
Δεν είναι αδιάφορο ποιος κατέχει ένα σύστημα. Είναι όμως εξίσου κρίσιμο ποιος μπορεί να καθορίζει τη λειτουργία του, τους κανόνες πρόσβασης σε αυτό και τους όρους με τους οποίους οι άλλοι συμμετέχουν στην παραγωγή.
Η μετάβαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την εργασία. Ο εργαζόμενος του 2026 μπορεί να βρίσκεται σε εργοστάσιο, γραφείο, νοσοκομείο, αποθήκη ή αυτοκίνητο. Μπορεί όμως επίσης να εργάζεται μέσα σε μια πλατφόρμα που δεν ελέγχει, υπό έναν αλγόριθμο που δεν βλέπει και με κανόνες που μπορούν να τροποποιηθούν χωρίς τη συμμετοχή του. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να εμφανίζεται ως πρόσωπο που στέκεται απέναντι στον εργαζόμενο. Μπορεί να εμφανίζεται ως σύστημα.
Αυτό δεν καταργεί τη μαρξική προβληματική. Την κάνει δυσκολότερη.
Η εκμετάλλευση μπορεί να γίνεται λιγότερο ορατή ακριβώς επειδή γίνεται περισσότερο ενσωματωμένη στην υποδομή.
Και εδώ εμφανίζεται η τεχνητή νοημοσύνη ως η μεγαλύτερη ίσως πρόκληση. Η αυτοματοποίηση του 19ου και του 20ού αιώνα αντικαθιστούσε κυρίως φυσικές ή επαναληπτικές λειτουργίες. Η AI εισέρχεται σε περιοχές που θεωρούνταν κατεξοχήν ανθρώπινες: γραφή, μετάφραση, σχεδιασμό, προγραμματισμό, διάγνωση, έρευνα, ανάλυση, λήψη αποφάσεων. Το κεφάλαιο δεν αποκτά απλώς ισχυρότερα μηχανήματα. Αποκτά τη δυνατότητα να ενσωματώνει στο παραγωγικό σύστημα τμήματα της ίδιας της ανθρώπινης γνωστικής δραστηριότητας.
Αυτό δημιουργεί μια παράδοξη κατάσταση. Όσο περισσότερο αυτοματοποιείται η παραγωγή, τόσο λιγότερο αυτονόητο γίνεται ότι η εκμετάλλευση μπορεί να οριστεί αποκλειστικά ως άντληση υπεραξίας από την άμεση μισθωτή εργασία. Η ανθρώπινη εργασία εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά βρίσκεται πλέον μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο τεχνικο-κοινωνικό σύστημα.
Το κρίσιμο ερώτημα γίνεται τότε: ποιος ελέγχει την αυτοματοποίηση;
Διότι η ίδια τεχνολογία μπορεί να έχει δύο εντελώς διαφορετικές κοινωνικές σημασίες. Αν η αύξηση της παραγωγικότητας χρησιμοποιείται για να αυξήσει την ανεργία, να εντείνει την επιτήρηση και να συγκεντρώσει τον πλούτο, η τεχνολογική πρόοδος γίνεται μηχανισμός κυριαρχίας. Αν χρησιμοποιείται για να μειώσει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας και να διευρύνει τον ελεύθερο χρόνο, μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο χειραφέτησης.
Το μηχάνημα, επομένως, δεν είναι ούτε απελευθερωτικό ούτε καταπιεστικό από μόνο του. Το κοινωνικό αποτέλεσμα της τεχνολογίας εξαρτάται από το ποιος αποφασίζει για τη χρήση της, ποιος κατέχει την υποδομή και ποιος απολαμβάνει το αποτέλεσμα της αυξημένης παραγωγικότητας.
Εδώ ίσως βρίσκεται η πιο σημαντική μετατόπιση από τον Marx στον 21ο αιώνα: η ερώτηση δεν είναι πλέον μόνο ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής, αλλά ποιος κυβερνά την κοινωνική δυνατότητα της παραγωγής.
Ο Considerant είχε ήδη αντιληφθεί, με τον δικό του ουτοπικό και ιστορικά περιορισμένο τρόπο, ότι η πολιτική δημοκρατία δεν αρκεί όταν η οικονομική ζωή οργανώνεται ως μόνιμος ανταγωνισμός. Η Démocratie pacifique, που ο ίδιος διηύθυνε από το 1843, προσπάθησε ακριβώς να μεταφέρει το κοινωνικό ζήτημα από την απλή διαμαρτυρία σε μια πρόταση κοινωνικής οργάνωσης.
Σήμερα θα μπορούσαμε να επαναδιατυπώσουμε το πρόβλημα χωρίς τη φουριερική γλώσσα της «αρμονίας». Η μη εκμετάλλευση δεν χρειάζεται να σημαίνει μια κοινωνία χωρίς συγκρούσεις. Μια τέτοια κοινωνία πιθανότατα δεν υπάρχει. Η δημοκρατία δεν καταργεί τις διαφορές συμφερόντων. Η μη εκμετάλλευση θα έπρεπε να σημαίνει κάτι πιο περιορισμένο και συγχρόνως πιο απαιτητικό: ότι κανένας κοινωνικός παράγοντας δεν μπορεί να μετατρέπει τη δομική εξάρτηση ενός άλλου σε μηχανισμό ιδιοποίησης και κυριαρχίας χωρίς αυτό να υπόκειται σε συλλογικό έλεγχο.
Αυτό όμως μεταφέρει το πρόβλημα από τη διανομή στην εξουσία.
Μια κοινωνία μπορεί να μοιράζει δικαιότερα το εισόδημα και να παραμένει εκμεταλλευτική, αν οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν έλεγχο στους όρους με τους οποίους παράγεται ο πλούτος. Μπορεί να παρέχει κοινωνικές παροχές και να διατηρεί μια βαθιά ασυμμετρία στην εξουσία. Μπορεί να φορολογεί το κεφάλαιο χωρίς να αμφισβητεί τον έλεγχο του κεφαλαίου πάνω στην παραγωγική διαδικασία.
Η μη εκμετάλλευση, επομένως, δεν μπορεί να είναι μόνο ζήτημα δικαιότερης διανομής. Είναι ζήτημα δημοκρατίας της παραγωγής.
Και εδώ η λέξη «δημοκρατία» πρέπει να ληφθεί κυριολεκτικά. Όχι ως περιοδική επιλογή κυβερνήσεων, αλλά ως δυνατότητα συμμετοχής εκείνων που υπόκεινται σε μια παραγωγική απόφαση στη διαμόρφωση αυτής της απόφασης. Ποιος αποφασίζει πόση εργασία είναι αναγκαία; Ποιος αποφασίζει τι θα αυτοματοποιηθεί; Ποιος αποφασίζει πού θα κατευθυνθεί το παραγωγικό πλεόνασμα; Ποιος αποφασίζει αν μια τεχνολογία θα χρησιμοποιηθεί για την απελευθέρωση χρόνου ή για την αύξηση της έντασης της εργασίας;
Αυτά είναι πολιτικά ερωτήματα πριν γίνουν οικονομικά.
Μια θεωρία της μη εκμετάλλευσης το 2026 θα πρέπει επομένως να ξεφύγει από μια απλή αντιστροφή του καπιταλιστικού σχήματος. Δεν αρκεί να πούμε «οι εργαζόμενοι αντί για τους καπιταλιστές». Αν η κοινωνική παραγωγή εξακολουθεί να διοικείται από μια κλειστή γραφειοκρατία, αν η τεχνολογική γνώση παραμένει συγκεντρωμένη σε λίγους ειδικούς, αν τα δεδομένα αποτελούν ιδιωτική επικράτεια και αν οι αποφάσεις λαμβάνονται έξω από τη δημοκρατική σφαίρα, η μορφή της ιδιοκτησίας μπορεί να έχει αλλάξει χωρίς να έχει αλλάξει η βαθύτερη σχέση εξουσίας.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η κριτική του καπιταλισμού πρέπει να μετατραπεί σε θεωρία θεσμών.
Η μη εκμετάλλευση δεν μπορεί να είναι απλώς ένα αρνητικό σύνθημα. Πρέπει να αποκτήσει θεσμική μορφή.
Χρειάζεται να μπορούμε να περιγράψουμε μια παραγωγική μονάδα και να πούμε με ποια κριτήρια γνωρίζουμε ότι δεν είναι εκμεταλλευτική. Χρειάζεται να μπορούμε να εξετάσουμε την ιδιοκτησία, την κατανομή του πλεονάσματος, τη λήψη αποφάσεων, την πρόσβαση στην τεχνολογία, τον χρόνο εργασίας, τη δυνατότητα εξόδου από μια σχέση, τη διαφάνεια των αλγορίθμων και τη συμμετοχή των εργαζομένων.
Τότε η μη εκμετάλλευση παύει να είναι ηθική ευχή και γίνεται κριτήριο θεσμικής αξιολόγησης.
Ίσως μάλιστα χρειάζεται να αντιστρέψουμε τη συνήθη λογική της πολιτικής οικονομίας. Δεν πρέπει πρώτα να ρωτάμε πόσο πλούτο μπορεί να παράγει ένα σύστημα και μετά πώς θα μοιραστεί. Πρέπει να ρωτάμε ποια μορφή κοινωνικών σχέσεων απαιτείται ώστε η παραγωγικότητα να μην μετατρέπεται σε μηχανισμό κυριαρχίας.
Γιατί το πρόβλημα του 2026 δεν είναι ότι η ανθρωπότητα δεν διαθέτει αρκετή παραγωγική ικανότητα. Είναι ότι η τεχνική δυνατότητα παραγωγής έχει αποσυνδεθεί από τη δυνατότητα συλλογικού καθορισμού των σκοπών της.
Παράγουμε περισσότερο, υπολογίζουμε γρηγορότερα, μετακινούμε πληροφορία σχεδόν στιγμιαία, αυτοματοποιούμε διαδικασίες που παλαιότερα απαιτούσαν χιλιάδες ώρες εργασίας. Κι όμως η αύξηση της παραγωγικής δυνατότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση της ανθρώπινης αυτονομίας.
Αυτό είναι το παράδοξο που μια θεωρία της μη εκμετάλλευσης πρέπει να αντιμετωπίσει.
Η τεχνολογία μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την αναγκαιότητα της εργασίας, αλλά μπορεί εξίσου να τον υποτάξει περισσότερο στην εργασία. Η AI μπορεί να μειώσει τον χρόνο παραγωγής ή να καταστήσει τον εργαζόμενο διαρκώς μετρήσιμο. Η αυτοματοποίηση μπορεί να δημιουργήσει ελεύθερο χρόνο ή να μεταφέρει το κόστος της προσαρμογής στον εργαζόμενο. Τα δεδομένα μπορούν να γίνουν κοινό κοινωνικό αγαθό ή ιδιωτικό απόθεμα εξουσίας.
Το ίδιο τεχνικό αντικείμενο μπορεί να υπηρετεί αντίθετες κοινωνικές μορφές.
Γι’ αυτό η μη εκμετάλλευση δεν μπορεί να οριστεί τεχνολογικά. Δεν υπάρχει «μη εκμεταλλευτική τεχνολογία». Υπάρχουν τεχνολογίες ενταγμένες σε διαφορετικές σχέσεις ιδιοκτησίας, εξουσίας και δημοκρατικού ελέγχου.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το σημείο όπου ο Marx και ο Considerant μπορούν να συναντηθούν ξανά, χωρίς να χρειάζεται να τους συμφιλιώσουμε τεχνητά. Ο πρώτος μας έμαθε να κοιτάζουμε πίσω από την επιφάνεια της ανταλλαγής, προς τις κοινωνικές σχέσεις που οργανώνουν την παραγωγή. Ο δεύτερος, με πολύ λιγότερο συστηματικό τρόπο, επέμενε ότι η κοινωνική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να περιορίζεται στην πολιτική διακήρυξη δικαιωμάτων αλλά πρέπει να αγγίζει την οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής. Ο ένας έδωσε στην κριτική τη δύναμη της πολιτικής οικονομίας· ο άλλος υπενθύμισε ότι η κριτική χωρίς θετική αρχιτεκτονική της κοινωνικής οργάνωσης παραμένει ανολοκλήρωτη.
Η θεωρία της μη εκμετάλλευσης θα έπρεπε να αρχίσει ακριβώς από αυτή την ένταση.
Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση. Και ίσως το λάθος των παλαιότερων θεωριών ήταν ότι βιάστηκαν να απαντήσουν καταφατικά πριν ορίσουν με ακρίβεια το πρόβλημα. Το 2026 δεν χρειάζεται άλλη μία υπόσχεση για μια τελική κοινωνία. Χρειάζεται ένα αυστηρότερο θεωρητικό ερώτημα.
Πότε μια παραγωγική σχέση παύει να είναι εκμεταλλευτική;
Αν η απάντηση είναι ότι παύει όταν κανείς δεν μπορεί να ιδιοποιείται το πλεόνασμα που παράγουν οι άλλοι, έχουμε κάνει ένα πρώτο βήμα. Αν όμως κάποιος εξακολουθεί να ελέγχει την τεχνολογία, τα δεδομένα, τις υποδομές και τους κανόνες πρόσβασης, το πρόβλημα επιστρέφει από άλλη πόρτα. Αν, αντίθετα, όλοι έχουν τυπικά ίσα δικαιώματα αλλά κανείς δεν έχει πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στις αποφάσεις, η δημοκρατία γίνεται διακοσμητική.
Η μη εκμετάλλευση συνεπώς δεν μπορεί να είναι ένα σημείο στο οποίο φτάνει η ιστορία. Είναι μια σχέση που πρέπει να αναπαράγεται καθημερινά μέσα στους θεσμούς. Δεν είναι τελική κατάσταση αλλά διαρκές κριτήριο: ποιος αποφασίζει, ποιος εργάζεται, ποιος ωφελείται, ποιος αναλαμβάνει το κόστος και ποιος μπορεί να αλλάξει τους κανόνες.
Ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη κληρονομιά του 19ου αιώνα για τον 21ο: όχι να επαναλάβουμε την υπόσχεση ότι η ιστορία οδηγεί αναπόφευκτα σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση, αλλά να αναρωτηθούμε αν μπορούμε, χωρίς ιστορικές εγγυήσεις, να κατασκευάσουμε θεσμούς που περιορίζουν συστηματικά τη δυνατότητα ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας να μετατρέπει την εξάρτηση των άλλων σε δικό της πλεονέκτημα.
Αν αυτό είναι δυνατό, τότε η μη εκμετάλλευση δεν είναι ουτοπία με την έννοια ενός τέλειου τελικού κόσμου. Είναι ένα πρόβλημα σχεδιασμού της κοινωνικής σχέσης.
Και τότε η παλιά ερώτηση «πώς θα καταργήσουμε τον καπιταλισμό;» δεν εξαφανίζεται. Απλώς παύει να είναι η πρώτη ερώτηση.
Η πρώτη γίνεται πιο δύσκολη:
πώς θα οργανώσουμε την παραγωγή έτσι ώστε η παραγωγικότητα να αυξάνει την αυτονομία εκείνων που παράγουν και όχι τη δύναμη εκείνων που ελέγχουν τους όρους της παραγωγής;
Ίσως μόνο τότε μπορούμε να αρχίσουμε να μιλάμε σοβαρά για μια θεωρία της μη εκμετάλλευσης.

