[χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά και 50 δευτ.]
Του Σωκράτη Ε. Αργύρη
Ο ιταλικός κινηματογράφος της δεκαετίας του ’70 υπήρξε μια ανεπανάληπτη μήτρα πολιτικών ταινιών, οι οποίες λειτούργησαν ως καταλύτες για την έντονη πολιτικοποίηση της κοινωνίας και ειδικότερα της τότε νεολαίας. Σε μια περίοδο γεμάτη κοινωνικές εντάσεις, οι δημιουργοί δεν πρόσφεραν απλή ψυχαγωγία, αλλά μετέτρεπαν τις σκοτεινές αίθουσες σε πεδία ιδεολογικής ζύμωσης. Πρωτοστάτης σε αυτή την κίνηση ήταν ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ένας σκηνοθέτης που διείσδυε στον φασισμό με το νυστέρι της ιταλικής του ματιάς και καταγωγής, τοποθετώντας τον στο επίκεντρο της φιλμογραφίας του. Το είχε πράξει ήδη το 1968 με την ταινία «Partner» («Σύντροφος»), μια ταινία ελεύθερα βασισμένη στον «Σωσία» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι μεταφέροντας το κλίμα των φοιτητικών εξεγέρσεων και κυρίως το 1970 με τον «Κονφορμίστα», αποτυπώνοντας την ψυχοπαθολογία της υποταγής και την ανάγκη του αστού να ενσωματωθεί στη βαρβαρότητα για να νιώσει ασφαλής. Όμως το απόλυτο, μνημειώδες επίτευγμά του που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του πάνω στο θέμα της γέννησης του φασισμού παραμένει το «1900».
Αυτό το επικό έργο σε δύο μέρη δεν ήταν απλώς μια ταινία, αλλά μια πολιτική και κοινωνική τοιχογραφία που χαρτογραφούσε τη γεωγραφία μιας ιστορικής μετάβασης, όπου η βία είχε σάρκα, οστά και λάσπη. Ο φασισμός εκείνης της εποχής, μέσα από την παρουσία ενός κτηνώδους επιστάτη, ήταν μια ωμή, σωματική δύναμη κρούσης: η χρηματοδοτούμενη από τους γαιοκτήμονες συμμορία που έσπαγε τις απεργίες, που βασάνιζε ζώα και δολοφονούσε με τα ίδια της τα χέρια. Ήταν η αντίδραση της παραδοσιακής αστικής τάξης απέναντι στην απειλή της εργατικής χειραφέτησης, μια αιματηρή συμμαχία του κεφαλαίου και του όχλου με σκοπό τη διατήρηση του ελέγχου πάνω στη γη.
Καθώς διανύουμε τον Σεπτέμβριο του 2026, οι οθόνες μας κατακλύζονται από μια διαφορετική, αλλά εξίσου απειλητική πραγματικότητα. Τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στη Γερμανία —με τις διαδοχικές νίκες της ακροδεξιάς στα κρατίδια της Σαξονίας-Άνχαλτ και του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας— δεν αποτελούν πλέον μια απλή «παρέκκλιση» ή ένα προσωρινό φαινόμενο διαμαρτυρίας. Η Ευρώπη έπαψε να προσποιείται ότι πρόκειται για μια φάση. Από τη Ρώμη της μετα-φασιστικής διακυβέρνησης μέχρι τη Βιέννη του Κόμματος της Ελευθερίας, και από τις γαλλικές επαρχίες της Εθνικής Συσπείρωσης μέχρι τις νεοφανείς, ψηφιακά κατασκευασμένες υπερεθνικιστικές σέχτες, ο σύγχρονος φασισμός δεν φοράει πια μπότες ιππασίας ούτε λερώνεται στα χωράφια της ιταλικής επαρχίας. Έχει μετακομίσει στα κλιματιζόμενα στούντιο, στους αλγορίθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και στα θεσμικά έδρανα, φορώντας το κοστούμι της τεχνοκρατικής κανονικότητας.
Αν ο πρωτόγονος φασίστας του προηγούμενου αιώνα ήταν το εκτελεστικό όργανο των γαιοκτημόνων, ο σημερινός μετα-φασισμός είναι το προϊόν μιας βαθιάς, δομικής αποσύνθεσης της φιλελεύθερης συναίνεσης. Η σύγχρονη εκδοχή του δεν χρειάζεται να καταλύσει τα κοινοβούλια με πραξικοπήματα. Της αρκεί να τα αδειάσει από το περιεχόμενό τους. Ζούμε στην εποχή του «αποστειρωμένου» αυταρχισμού, όπου η ρητορική του μίσους έχει μετατραπεί σε μια καλά σχεδιασμένη στρατηγική μάρκετινγκ. Η βία δεν ασκείται πλέον στους δρόμους από μελανοχίτωνες, αλλά από το ίδιο το κράτος στα εξωτερικά σύνορα της ηπείρου. Μετατρέπει τη Μεσόγειο και τα δάση της ανατολικής μεθορίου —όπως το δάσος Μπιαλοβιέζα στην Πολωνία— σε σύγχρονα, αόρατα πεδία εξόντωσης. Εκεί, χιλιάδες εξαθλιωμένοι πρόσφυγες από τη Συρία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ εγκλωβίζονται σε μια θανάσιμη γεωπολιτική παγίδα, παγωμένοι και κυνηγημένοι μακριά από τα βλέμματα των καταναλωτών ειδήσεων. Αυτή η βαρβαρότητα, ωστόσο, δεν οργανώνεται στο περιθώριο. Φέρει τη σφραγίδα και τη θεσμική κάλυψη των Βρυξελλών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υιοθετώντας το αφήγημα της «υβριδικής απειλής», νομιμοποιεί τη βίαιη αναστολή του δικαιώματος ασύλου από τις εθνικές κυβερνήσεις, ενώ παράλληλα διοχετεύει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για τη μετατροπή των συνόρων σε ψηφιακά φρούρια υψηλής επιτήρησης.
Η μεγάλη ειρωνεία έγκειται στη μετατόπιση του κοινωνικού υποκειμένου. Στο έπος του Μπερτολούτσι, οι φτωχοί εργάτες γης τραγουδούσαν επαναστατικά τραγούδια κρατώντας ψηλά τα εργαλεία τους, ενωμένοι κάτω από μια συλλογική συνείδηση που πήγαζε από την κοινή τους εξαθλίωση και την ανάγκη για δικαιοσύνη. Σήμερα, η αποβιομηχάνιση, η αποσάρθρωση του κοινωνικού κράτους και η κυριαρχία της οικονομίας της πλατφόρμας έχουν εκμηδενίσει αυτές τις κοινότητες. Ο σύγχρονος πληβείος δεν είναι ένας οργανωμένος εργάτης με ταξική συνείδηση· είναι ένας απομονωμένος εργαζόμενος σε κακοπληρωμένες υπηρεσίες, ένας οδηγός διανομών ή ένας υπάλληλος σε αποθήκη logistics, ο οποίος βιώνει την οικονομική ανασφάλεια όχι ως αφορμή για συλλογική πάλη, αλλά ως ατομική αποτυχία.
Σε αυτό ακριβώς το κενό της μοναξιάς και της μνησικακίας εισβάλλει ο νέος φασισμός, ο οποίος έχει τελειοποιήσει τα εργαλεία της ψηφιακής του προπαγάνδας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελούν πλέον απλά κανάλια επικοινωνίας, αλλά τα ίδια τα εργαστήρια παραγωγής της σύγχρονης αντιδραστικής συνείδησης. Μέσα από εξελιγμένους αλγορίθμους που τρέφονται από την ανθρώπινη απογοήτευση, η οργή του απομονωμένου εργαζομένου νομισματοποιείται και κατευθύνεται με χειρουργική ακρίβεια. Η στρατηγική της «διοχέτευσης θορύβου» εκμηδενίζει την αντικειμενική αλήθεια: οι πλατφόρμες κατακλύζονται από θεωρίες συνωμοσίας, κατασκευασμένες κρίσεις και βίντεο παραποιημένης πραγματικότητας βαθιάς τεχνολογίας (deepfakes), καθιστώντας τον μέσο πολίτη ανίκανο να ξεχωρίσει το γεγονός από το κατασκευασμένο μίσος. Η ψηφιακή αρχιτεκτονική δημιουργεί κλειστά δωμάτια αντήχησης όπου η ενσυναίσθηση πεθαίνει και η απάνθρωπη ρητορική κανονικοποιείται προτού καν φτάσει στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης.
Αυτή η διαδικασία εξομάλυνσης υποστηρίζεται ενεργά από αυτό που ονομάζουμε «ακραίο κέντρο». Όπως ακριβώς οι παραδοσιακοί συντηρητικοί στην ταινία πίστευαν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τον φασισμό ως ένα προσωρινό ανάχωμα κατά των ριζοσπαστικών κινημάτων και στη συνέχεια να τον ελέγξουν, έτσι και οι σημερινές ευρωπαϊκές ελίτ υιοθετούν σταδιακά την ατζέντα της άκρας δεξιάς. Τα συστημικά κόμματα, στην απελπισμένη τους προσπάθεια να διατηρήσουν τα ποσοστά τους, έχουν προχωρήσει σε μια πλήρη ιδεολογική συνθηκολόγηση. Αντί να αντιπαρατεθούν με τις αιτίες της κοινωνικής παρακμής, ενσωματώνουν τη μεταναστευτική, ξενοφοβική και κατασταλτική ατζέντα των αντιπάλων τους, θεωρώντας τη «σκληρή αλλά αναγκαία» πολιτική. Αυτή η διολίσθηση του πολιτικού κατεστημένου στερεί από τους πολίτες οποιαδήποτε πραγματική εναλλακτική λύση. Όταν το κέντρο μιλάει τη γλώσσα της ακροδεξιάς για να επιβιώσει, δεν την αποδυναμώνει· της παραχωρεί τα κλειδιά της ηγεμονίας, νομιμοποιώντας την παρουσία της στην κυβερνητική εξουσία.
Έτσι, η συζήτηση για την ταξική εκμετάλλευση εκτοπίζεται βίαια από τον πολιτισμικό πόλεμο, επιβεβαιώνοντας μια ιστορική σταθερά: η ακροδεξιά δεν είχε ποτέ ως εχθρό το οικονομικό κατεστημένο, αλλά στρεφόταν πάντα ενάντια σε όποιον βρισκόταν εκτός του στενού πλαισίου της φυλετικής ή εθνικής της ιδεολογίας. Για να είμαστε ακριβείς, αρκεί να ανατομήσει κανείς τα επίσημα προγράμματα των σύγχρονων εκφραστών της στην Ευρώπη. Το Εθνικό Μέτωπο (νυν Εθνική Συσπείρωση) στη Γαλλία, παρά την επιφανειακή κοινωνική του δημαγωγία, σπεύδει σε κάθε κρίσιμη καμπή να καθησυχάσει τις αγορές: οι ηγέτες του συναντώνται κεκλεισμένων των θυρών με τους διευθύνοντες συμβούλους των γιγάντων του real estate και του χρηματοπιστωτικού τομέα, προσφέροντας «φορολογική πειθαρχία» και εγγυήσεις για την κερδοφορία των επιχειρήσεων, την ίδια ώρα που στρέφουν την οργάνωση των Γάλλων εργατών ενάντια στους μετανάστες συναδέλφους τους.
Στη Γερμανία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) προχωρά ακόμη παραπέρα, συνδυάζοντας τον εθνικισμό με έναν άκρατο οικονομικό φιλελευθερισμό: το πρόγραμμά της υπεραμύνεται του «δημοσιονομικού φρένου» και προτείνει γιγαντιαίες φοροελαφρύνσεις για τις μεγάλες περιουσίες και τις επιχειρήσεις, σχεδιάζοντας ταυτόχρονα τη δραστική περικοπή των κοινωνικών επιδομάτων για τους πιο ευάλωτους.
Όσο για την ιστορική εξέλιξη της Λέγκας στην Ιταλία, το παράδειγμά της είναι υποδειγματικό: γεννήθηκε στον εύπορο Βορρά όχι ως αντίδραση στην οικονομική εξαθλίωση, αλλά ως μια συμμαχία μικρομεσαίων εργοδοτών και εργαζομένων («κοινότητες πεπρωμένου») με κοινό στόχο τη διατήρηση των τοπικών προνομίων, τη φορολογική ασυλία και την κατασκευή του ξένου εργάτη ως μόνιμης απειλής για την κοινωνική τους θέση.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο στόχος παραμένει ο ίδιος, αλλά με σύγχρονους όρους: ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο αποκλεισμένος. Πρόκειται για την διαχρονική ανακατεύθυνση της οργής, όπου οι σύγχρονοι υποτελείς της Ευρώπης καλούνται να μισήσουν τους ακόμη πιο εξαθλιωμένους, λειτουργώντας ως η απόλυτη ασπίδα προστασίας για το μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο παραμένει στο απυρόβλητο.
Αυτή η ιδεολογική μετατόπιση συνοδεύεται από μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο που ο ολοκληρωτισμός γίνεται αντιληπτός από τη νέα γενιά. Στον κλασικό κινηματογράφο, οι φασιστικές φιγούρες απέπνεαν μια ωμή, αποκρουστική βαρβαρότητα που προκαλούσε την άμεση κοινωνική καταδίκη. Σήμερα, ωστόσο, ο μετα-φασισμός αποφεύγει τις γραμμικές αναφορές στο παρελθόν και επενδύει σε μια εκλεπτυσμένη, σχεδόν αόρατη αισθητική αναβάθμιση. Μέσα από τη διαρκή ροή πληροφοριών και τη διάσπαση της προσοχής, ο ακραίος λόγος αποσυνδέεται από τις ιστορικές του συνέπειες. Παρουσιάζεται ως μια αντισυστημική, ρηξικέλευθη επιλογή απέναντι στην αποτελμάτωση του κατεστημένου, μια μορφή «εναλλακτικής ανταρσίας» για μια νεολαία που δεν διαθέτει βιωματική ιστορική μνήμη και έχει εθιστεί στην κυνική αποστασιοποίηση. Όταν η απάνθρωπη πολιτική ενδύεται τον μανδύα του σύγχρονου ρεύματος, οι κοινωνικές αντιστάσεις ατονούν και η αποδοχή της βαρβαρότητας έρχεται σταδιακά, χωρίς κραυγές, αλλά με τη σιωπηλή ανοχή της καθημερινότητας.
Παράλληλα, η αισθητική του φαινομένου έχει υποστεί μια ριζική μετάλλαξη. Στον κινηματογράφο, οι φασιστικές φιγούρες απέπνεαν μια θεατρική, σχεδόν γοτθική κακία που προκαλούσε την άμεση αποστροφή. Η σύγχρονη ακροδεξιά χρησιμοποιεί σήμερα τα ψηφιακά εργαλεία ως προπέτασμα καπνού για να πετύχει κάτι πολύ πιο σκοτεινό: την πλήρη αποσύνθεση της ανθρώπινης ενσυναίσθησης. Εντάσσοντας τη βαρβαρότητα, τον ρατσισμό και τον εκφασισμό στη διαρκή, κανονικοποιημένη ροή της ψηφιακής πληροφορίας, καταφέρνει να εξοικειώσει το κοινό με το κακό. Παράγει μια συστηματική πολιτική απάθεια και έναν βαθύ κυνισμό, μετατρέποντας τη βία από ιδεολογική εκτροπή σε μια καθημερινή, κοινότοπη πραγματικότητα.Εκπαιδεύει τους πολίτες —και κυρίως τους νέους— να κοιτάζουν τον ανθρώπινο πόνο, τον θάνατο στα σύνορα ή τον εκτοπισμό των αδυνάτων, και να μην νιώθουν απολύτως τίποτα.
Η ψηφιακή κουλτούρα έχει απενοχοποιήσει τον πυρήνα της ολοκληρωτικής ιδεολογίας, μετατρέποντάς τον σε ένα καταναλωτικό προϊόν για μια νεολαία που δεν έχει ιστορική μνήμη και έχει γαλουχηθεί στην κυνική αποστασιοποίηση. Όταν η βάρβαρη πολιτική παρουσιάζεται ως ένα «εναλλακτικό» στυλ ζωής, οι αντιστάσεις μιας κοινωνίας καταρρέουν πολύ πριν το συνειδητοποιήσει.
Είναι μια μεθοδευμένη προσπάθεια να νεκρωθούν τα αντανακλαστικά της κοινωνίας, ώστε όταν η βία θα εφαρμοστεί στην πράξη, να μην υπάρξει καμία αντίσταση, παρά μόνο μια παθητική, βουβή αποδοχή.
Στο τέλος της ταινίας του Μπερτολούτσι, μετά την απελευθέρωση, οι εργάτες στήνουν ένα λαϊκό δικαστήριο για το πλούσιο αφεντικό. Ένας από αυτούς παρεμβαίνει και λέει μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρη την πολιτική φιλοσοφία του σκηνοθέτη: «Το αφεντικό πέθανε». Το αφεντικό, ωστόσο, απαντά: «Το αφεντικό είναι ζωντανό». Η ταινία κλείνει με τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες —τον εκπρόσωπο των εργατών και τον εκπρόσωπο της ιδιοκτησίας— να παλεύουν γερασμένοι πια πάνω στις γραμμές του τρένου, υποδηλώνοντας ότι αυτή η σύγκρουση δεν τελειώνει ποτέ, επειδή οι δομές που γεννούν τον αυταρχισμό παραμένουν άθικτες.
Αυτή η τελική σκηνή μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ αυτόν τον Σεπτέμβριο. Το «αφεντικό» είναι όντως ζωντανό, απλώς έχει αλλάξει μορφή. Δεν είναι πλέον ο γαιοκτήμονας που επιβλέπει τη σοδειά. Είναι ο αλγόριθμος που μεγιστοποιεί την οργή για να αυξήσει τα κέρδη των τεχνολογικών κολοσσών. Είναι ο πολιτικός του «ακραίου κέντρου» που υιοθετεί τη ρητορική του μίσους για να διατηρήσει την καρέκλα του. Είναι ο δημαγωγός που υπόσχεται «εθνική καθαρότητα» μέσα από την οθόνη ενός smartphone, ενώ υπογράφει τη φοροαπαλλαγή των πολυεθνικών. Είναι ο πολίτης που εθελοτυφλεί μπροστά στη βαρβαρότητα, αρκεί να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της καταναλωτικής του ασφάλειας.
Η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι δεν υπάρχει πλέον το μεγάλο, ενιαίο κόκκινο πανί που θα σκέπαζε το αγρόκτημα της Ιστορίας. Οι σημαίες έχουν υποσταλεί και οι συλλογικότητες έχουν διασπαστεί σε χιλιάδες ατομικές οθόνες. Ο φασισμός του 2026 δεν είναι μια ξαφνική καταιγίδα που έπληξε την Ευρώπη, αλλά η λογική κατάληξη ενός οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου που έμαθε να αποθεώνει τον ατομικισμό και να περιφρονεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αν θέλουμε να αποτρέψουμε την ολική επικράτηση αυτού του νέου, ψηφιακού ολοκληρωτισμού, πρέπει να κατανοήσουμε ότι η μάχη δεν δίνεται πλέον στις λάσπες του προηγούμενου αιώνα, αλλά στην ανάκτηση της κοινής μας λογικής, της αλληλεγγύης και της ικανότητάς μας να φανταζόμαστε έναν κόσμο πέρα από τη βαρβαρότητα της αγοράς.

