Somnium Graecorum (Το όνειρο των Ελλήνων): Μια πολιτεία εν υπνώσει

[χρόνος ανάγνωσης 6 λεπτά και 5 δευτ.]

Του Σωκράτη Ε. Αργύρη

Υπάρχει ένας τρόπος να κοιτάζει κανείς επίμονα την πραγματικότητα και να μην τη βλέπει. Να γνωρίζει τι συμβαίνει, να έχει άποψη για όλα, να θυμώνει με όσα τον εξοργίζουν, να καταδικάζει όσα θεωρεί απαράδεκτα και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένει έξω από την εικόνα. Ίσως αυτή να είναι η πιο παράξενη μορφή κοινωνικού ύπνου: όχι η απουσία συνείδησης, αλλά η απουσία αναγνώρισης. Βλέπουμε την κοινωνία σαν ένα τοπίο που κατοικούν πάντοτε κάποιοι άλλοι. Κάποια στιγμή, όμως, η εικόνα πρέπει να γυρίσει ανάποδα. Γιατί το πραγματικό σοκ δεν είναι να ανακαλύψεις ότι η κοινωνία έχει πρόβλημα είναι να σε σοκ-άρει, δηλαδή να σε σηκώσει από τη θέση του θεατή, γιατί μέσα στην εικόνα που κοιτάζεις υπάρχει και το πρόσωπο του καθενός από εμάς.

Η Ελλάδα του 2026 μπορεί να διαβαστεί μέσα από αυτή την παράδοξη κατάσταση. Όχι επειδή οι Έλληνες είναι περισσότερο αδιάφοροι από άλλους Ευρωπαίους, ούτε επειδή υπάρχει κάποια εθνική ιδιότητα που παράγει πολιτική αδράνεια. Το αντίθετο: η ελληνική κοινωνία έχει δείξει επανειλημμένα ότι μπορεί να κινητοποιείται, να θυμώνει, να διεκδικεί, να ανατρέπει ισορροπίες. Το ερώτημα είναι τι συμβαίνει μετά. Τι απομένει όταν φύγει από την επικαιρότητα το γεγονός που προκάλεσε την οργή; Τι αλλάζει όταν η καταγγελία πάψει να είναι είδηση; Τι γίνεται η πολιτική κρίση όταν η καθημερινότητα απαιτεί πάλι δουλειά, λογαριασμούς, οικογενειακές υποχρεώσεις, μια προσωπική διευθέτηση, μια μικρή εξυπηρέτηση, μια εκλογική επιλογή ή ακόμη και την απλή επιθυμία να μην μπλέξει κανείς; Εκεί αρχίζει ο βαθύτερος ύπνος, επειδή εκεί ακριβώς η πολιτική παύει να εμφανίζεται ως κάτι που κάνουμε και επιστρέφει ως κάτι που απλώς μας συμβαίνει.

Ίσως γι’ αυτό η πιο εύκολη πολιτική φράση της εποχής είναι το «δεν ήξερα». Δεν ήξερα τι γινόταν, δεν είδα, δεν μπορούσα να φανταστώ, δεν γνώριζα ποιος αποφάσιζε, δεν ήξερα πού κατέληγαν τα χρήματα, δεν ήξερα τι προέβλεπε ο νόμος, δεν ήξερα ποιος είχε την ευθύνη. Η φράση είναι ανθρώπινη και συχνά αληθινή. Αλλά όταν επαναλαμβάνεται συλλογικά και κατ’ εξακολούθηση, μετατρέπεται σε πολιτικό μηχανισμό. Γιατί το αντίθετο του «δεν ήξερα» δεν είναι απλώς το «ξέρω». Είναι το «οφείλω να γνωρίζω». Η δημοκρατία δεν απαιτεί από κάθε πολίτη να γνωρίζει τα πάντα. Απαιτεί όμως από τον πολίτη να μην αντιμετωπίζει την άγνοια ως μόνιμη απαλλαγή από την ευθύνη της κρίσης.

Και εδώ βρίσκεται η δύσκολη περιοχή, εκεί όπου το κείμενο παύει να μιλά για «την κοινωνία» και αρχίζει να μιλά για τον άνθρωπο που το διαβάζει. Γιατί όσο περιγράφουμε τη διαφθορά, την πελατειακή σχέση, την κρατική ανεπάρκεια, την πολιτική υποκρισία ή την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία ως προβλήματα κάποιων άλλων, ο αναγνώστης παραμένει ασφαλής. Μπορεί να συμφωνήσει, να θυμώσει, να κοινοποιήσει το άρθρο, να καταδικάσει τους υπεύθυνους και ύστερα να επιστρέψει στη ζωή του. Η καταγγελία, έτσι, λειτουργεί παράδοξα ως αναλγητικό: μας επιτρέπει να αισθανθούμε ότι αντιδράσαμε χωρίς να χρειαστεί να εξετάσουμε τι ακριβώς κάνουμε εμείς όταν το γεγονός παύει να είναι πρωτοσέλιδο.

Το πραγματικό σοκ αρχίζει όταν αυτή η απόσταση καταργείται. Όταν ο άνθρωπος που διαβάζει για την κοινωνική ανοχή αναρωτιέται αν έχει υπάρξει και ο ίδιος ανεκτικός. Όταν διαβάζει για την πολιτική ανάθεση και θυμάται πόσες φορές περίμενε από κάποιον άλλον να λύσει ένα πρόβλημα που τον αφορούσε. Όταν διαβάζει για την αποχή και καταλαβαίνει ότι η πολιτική απουσία δεν δημιουργεί κενό, αλλά αφήνει χώρο σε εκείνους που αποφασίζουν. Όταν διαβάζει για την οργή χωρίς διάρκεια και αναγνωρίζει τη δική του συμμετοχή σε έναν κύκλο όπου η αγανάκτηση καταναλώνεται γρήγορα, όπως καταναλώνεται μια είδηση. Όταν, τέλος, διαβάζει για ένα κράτος που έχει γίνει κανονικό μέσα στις δυσλειτουργίες του και αντιλαμβάνεται ότι το «έτσι είναι τα πράγματα» δεν αποτελεί περιγραφή της πραγματικότητας αλλά έναν από τους τρόπους με τους οποίους η πραγματικότητα συνεχίζει να υπάρχει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολίτης είναι ο υπεύθυνος για όλα. Θα ήταν μια βολική αντιστροφή της πραγματικότητας να μεταφέρουμε στον μεμονωμένο άνθρωπο το βάρος θεσμών, οικονομικών συσχετισμών και πολιτικών αποφάσεων που δεν ελέγχει. Η ισχύς δεν κατανέμεται ισότιμα και η ευθύνη δεν μπορεί να κατανέμεται μηχανικά. Υπάρχει όμως μια άλλη, μικρότερη και ταυτόχρονα πιο ουσιαστική ευθύνη: η συμμετοχή στην αναπαραγωγή μιας πραγματικότητας. Ένα σύστημα δεν διατηρείται μόνο επειδή υπάρχουν εκείνοι που το σχεδιάζουν ή επωφελούνται από αυτό. Διατηρείται και επειδή καθημερινά βρίσκει ανθρώπους που προσαρμόζονται στους κανόνες του, τους θεωρούν αναπόφευκτους, τους παρακάμπτουν όταν μπορούν, τους καταγγέλλουν όταν τους βλάπτουν και συχνά τους αποδέχονται ξανά όταν τους εξυπηρετούν. Αυτή η αντίφαση δεν είναι ηθικό ελάττωμα. Είναι πολιτικό γεγονός.

Η ίδια λογική εξηγεί και κάτι ευρύτερο. Η Ελλάδα δεν ζει έξω από την Ευρώπη, ούτε η πολιτική της πραγματικότητα παράγεται αποκλειστικά στην Αθήνα. Οι ευρωπαϊκοί κανόνες, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί, οι διαδικασίες οικονομικής διακυβέρνησης, οι όροι χρηματοδότησης και οι αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών επηρεάζουν το πεδίο μέσα στο οποίο κινούνται οι εθνικές κυβερνήσεις. Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή παρουσία γίνεται πολύ ορατή όταν φτάνει ένα κονδύλι και πολύ λιγότερο ορατή όταν ένας κανόνας, μια οδηγία ή ένας μηχανισμός συνδιαμορφώνει τις δυνατότητες άσκησης πολιτικής. Το αποτέλεσμα είναι μια παράξενη πολιτική ορατότητα: το χρήμα έχει πινακίδα, ενώ ο κανόνας έχει υποσημείωση. Και έτσι ο πολίτης μπορεί να βλέπει ποιος χρηματοδοτεί ένα έργο, χωρίς να βλέπει με την ίδια καθαρότητα ποιοι κανόνες διαμόρφωσαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό το έργο σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε.

Αλλά ακόμη και εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος: να μετατρέψουμε τις Βρυξέλλες σε έναν καινούργιο «άλλον», όπως παλαιότερα μετατρέπαμε σε άλλους την κυβέρνηση, τα κόμματα, τους επιχειρηματίες, τους τραπεζίτες ή το κράτος. Η εξωτερική αιτία είναι πάντοτε ανακουφιστική. Μας επιτρέπει να διατηρούμε άθικτη την εικόνα του εαυτού μας. Αν φταίνε αποκλειστικά κάποιοι άλλοι, εμείς μπορούμε να παραμένουμε θεατές μιας ιστορίας που γράφεται ερήμην μας. Όμως η ευρωπαϊκή πολιτική δεν εφαρμόζεται από κάποια αφηρημένη δύναμη έξω από την κοινωνία. Οι εθνικές κυβερνήσεις συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων, οι εθνικές διοικήσεις εφαρμόζουν κανόνες, τα κοινοβούλια νομοθετούν και οι πολίτες εκλέγουν εκείνους που ασκούν αυτή την πολιτική εξουσία. Η δημοκρατική αλυσίδα μπορεί να είναι περίπλοκη, αλλά δεν εξαφανίζεται.

Ίσως γι’ αυτό η ελληνική πολιτική έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τον εισαγγελέα. Όταν ένα σύνθετο πολιτικό πρόβλημα γίνεται αφόρητο, η ερώτηση εμφανίζεται σχεδόν αυτόματα: «Μα δεν υπάρχει ένας εισαγγελέας;» Ο εισαγγελέας ασφαλώς υπάρχει και η ποινική δικαιοσύνη είναι αναγκαία όταν παραβιάζεται ο νόμος. Αλλά ο εισαγγελέας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική. Δεν μπορεί να μετατρέψει μια θεσμική δυσλειτουργία σε ατομική ενοχή και, ακόμη περισσότερο, δεν μπορεί να θεραπεύσει έναν μηχανισμό απλώς τιμωρώντας εκείνον που βρέθηκε μέσα στον μηχανισμό. Η αναζήτηση του ενόχου είναι συχνά ευκολότερη από την κατανόηση του μηχανισμού. Ο ένοχος έχει πρόσωπο. Ο μηχανισμός έχει διάρκεια.

Εδώ επιστρέφουμε στον Φρόιντ, όχι για να διαγνώσουμε μια κοινωνία σαν να ήταν ασθενής, αλλά για να κρατήσουμε από την ψυχαναλυτική σκέψη μια ιδέα που έχει πολιτική χρησιμότητα: αυτό που δεν επεξεργάζεται κανείς δεν εξαφανίζεται επειδή το ξέχασε. Επιστρέφει. Με διαφορετικό πρόσωπο, με διαφορετική αφορμή, με άλλη ονομασία, αλλά επιστρέφει ως επανάληψη. Μπορεί να αλλάζει η κυβέρνηση, το σκάνδαλο, το πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο, το σύνθημα και το μέσο ενημέρωσης· αν όμως παραμένει ίδια η συμπεριφορά απέναντι στο πολιτικό γεγονός, τότε η κοινωνία έχει αλλάξει το επεισόδιο και όχι τον μηχανισμό.

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο να παραδεχθεί κανείς. Όχι ότι υπάρχουν προβλήματα. Αυτό το γνωρίζουμε. Όχι ότι υπάρχουν ευθύνες. Αυτό επίσης το γνωρίζουμε. Το δύσκολο είναι να δεχθούμε ότι μπορεί να συμμετέχουμε σε έναν τρόπο ζωής που παράγει ακριβώς εκείνη την πραγματικότητα για την οποία διαμαρτυρόμαστε. Να αντιληφθούμε ότι η αποχή, η λήθη, η ανοχή, η στιγμιαία αγανάκτηση, η ανάθεση, η μικρή εξυπηρέτηση, η ιδιώτευση, ακόμη και η πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει», όταν επαναλαμβάνονται σε εκατομμύρια ατομικές ζωές, δεν είναι απλώς ιδιωτικές επιλογές. Παράγουν πολιτικό αποτέλεσμα.

Και τότε το κείμενο μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά. Όχι ως άλλη μία καταγγελία που θα προστεθεί στις προηγούμενες, αλλά ως διακοπή της ακολουθίας. Αυτό είναι το «σοκ-άρει». Δεν είναι η κραυγή που τρομάζει τον αναγνώστη. Είναι η στιγμή που του αφαιρεί την άνεση του εξωτερικού παρατηρητή. Το κείμενο ξεκινά μιλώντας για «την κοινωνία», για «τους πολίτες», για «το κράτος», για «τους άλλους» και, χωρίς να το αντιληφθεί αμέσως, ο αναγνώστης βρίσκεται μέσα στην αφήγηση. Το «εσείς» δεν είναι κατηγορία. Είναι ένας καθρέφτης. Και κάποια στιγμή το «εσείς» γίνεται «εγώ».

Εκεί η ατομική νεύρωση, ως μεταφορά ενός επαναλαμβανόμενου τρόπου αντίδρασης, έχει ήδη γίνει κοινωνική. Έχει γίνει συμπεριφορά, συνήθεια, πολιτικός αυτοματισμός, θεσμική κανονικότητα. Το κείμενο κάνει τότε την αντίστροφη διαδρομή: παίρνει το κοινωνικό σύμπτωμα και το επιστρέφει στο άτομο ως αναγνώριση. Όχι ως ενοχή, αλλά ως δυνατότητα επίγνωσης. Γιατί μόνο όταν κάτι αποκτά ξανά προσωπικό νόημα μπορεί να πάψει να είναι ένα ακόμη αφηρημένο πρόβλημα που αφορά τους άλλους.

Από εκεί μπορεί να αρχίσει μια διαφορετική πολιτική συμπεριφορά. Όχι απαραίτητα θεαματική και ασφαλώς όχι αυτόματα. Μπορεί να είναι η διάρκεια της προσοχής εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε στιγμιαία οργή. Η απαίτηση για θεσμική απάντηση εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε μόνο η αναζήτηση ενός ενόχου. Η άρνηση της λήθης εκεί όπου το σύστημα υπολόγιζε ότι το επόμενο γεγονός θα σβήσει το προηγούμενο. Η ανάγκη να γνωρίζει κανείς πριν αποφασίσει, αντί να αποφασίζει και ύστερα να αναζητά δικαιολογίες. Μικρές μετατοπίσεις, ίσως. Αλλά η κοινωνική συμπεριφορά δεν αλλάζει πάντοτε με μεγάλες διακηρύξεις. Αλλάζει όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να επαναλαμβάνουν διαφορετικά πράγματα.

Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι τελικά αν κοιμάται η ελληνική κοινωνία. Το ερώτημα είναι αν ο καθένας μας μπορεί να αναγνωρίσει τη δική του θέση μέσα σε αυτόν τον ύπνο. Γιατί αν η απάντηση είναι πάντοτε «οι άλλοι», τότε το κείμενο απέτυχε. Αντίθετα, αν κάποια στιγμή, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, ο αναγνώστης σταματήσει και σκεφτεί «μήπως μιλάει και για μένα;», τότε έχει ήδη συμβεί κάτι που καμία καταγγελία δεν μπορεί να προκαλέσει από μόνη της: η κοινωνική εικόνα επέστρεψε στο άτομο και έγινε προσωπική υπόθεση.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μόνη πραγματική δυνατότητα αφύπνισης. Δεν ξυπνά πρώτα η κοινωνία για να ξυπνήσει ο άνθρωπος. Μπορεί να αρχίσει να ξυπνά ο άνθρωπος και, μέσα από την επανάληψη μιας διαφορετικής συμπεριφοράς, να αρχίσει να μετακινείται η κοινωνία. Ο ύπνος είναι συλλογικός, αλλά η πρώτη διακοπή του δεν είναι υποχρεωτικά συλλογική. Μπορεί να συμβεί σιωπηλά, την ώρα που κάποιος διαβάζει μια φράση και για πρώτη φορά δεν σκέφτεται «αυτούς», αλλά «εμένα».

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»