Του Σωκράτη Ε. Αργύρη
Η μετάβαση από μια οικονομία της υπόσχεσης σε μια οικονομία της αναγκαιότητας δεν συνιστά απλώς μια ακόμη κυκλική κάμψη του καπιταλισμού, αλλά μια βαθιά, υπαρξιακή μετατόπιση του κοινωνικού ιστού που μεταβάλλει ριζικά τη σχέση του υποκειμένου με την καθημερινότητα. Για δεκαετίες, η δυτική νεωτερικότητα οικοδομήθηκε πάνω στον μύθο της απεριόριστης υλικής επέκτασης, όπου η ταυτότητα του πολίτη υποκαταστάθηκε σταδιακά από εκείνη του καταναλωτή. Η κατανάλωση δεν ήταν μια απλή πράξη ικανοποίησης αναγκών, αλλά ένας μηχανισμός κοινωνικής ενσωμάτωσης, μια διαρκής τελετουργία επιβεβαίωσης της προσωπικής προόδου και της κοινωνικής κινητικότητας. Μέσα από το φθηνό χρήμα, την παγκοσμιοποιημένη αλυσίδα παραγωγής που απέκρυπτε το πραγματικό περιβαλλοντικό και εργασιακό κόστος και την ψευδαίσθηση της αέναης αφθονίας, το σύστημα κατάφερε να εξαγοράσει την κοινωνική ειρήνη. Η υπόσχεση ήταν σαφής: η πρόσβαση στα αγαθά θα γινόταν όλο και πιο εύκολη, και η ευτυχία θα μετριόταν με τον όγκο των αντικειμένων που συσσωρεύονταν στις παρυφές της ιδιωτικής ζωής.
Αυτή η εξέλιξη σηματοδότησε την ιστορική μεταμόρφωση του κλασικού καπιταλισμού της παραγωγής σε έναν ιδιότυπο καπιταλισμό της επιθυμίας, τους μηχανισμούς του οποίου ανέδειξαν με διαφορετικό τρόπο ο Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ και ο Ζαν Μποντριγιάρ. Ήδη από τα μέσα του εικοστού αιώνα, ο Γκάλμπρεϊθ περιέγραψε το «φαινόμενο της εξάρτησης», δείχνοντας ότι ο ώριμος βιομηχανικός καπιταλισμός δεν ανταποκρίνεται πλέον παθητικά σε προϋπάρχουσες ανάγκες, αλλά συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους μέσω του μάρκετινγκ και της διαφήμισης για να συντηρήσει τον εαυτό του. Εκεί, όμως, που ο Γκάλμπρεϊθ διέκρινε μια θεσμική και οικονομική στρέβλωση, ο Μποντριγιάρ διέγνωσε μια ριζική μεταβολή της ίδιας της φύσης της πραγματικότητας. Στην καταναλωτική κοινωνία, το υποκείμενο δεν αγοράζει υλικά αντικείμενα για την αξία χρήσης τους, αλλά για τη σημειωτική τους αξία. Τα εμπορεύματα μετατρέπονται σε σημεία και σύμβολα μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σύστημα κοινωνικής διαφοροποίησης, κύρους και γοήτρου. Η επιθυμία διαμορφώνεται πλήρως από την αγορά και γίνεται εξ ορισμού ακόρεστη, καθώς κάθε αγορά αφήνει πίσω της ένα σημειωτικό κενό που ζητά την επόμενη κατανάλωση. Έτσι, η αλλοτρίωση μετατοπίστηκε από το εργοστάσιο στο πολυκατάστημα, και η επιθυμία έγινε το υπέρτατο εργαλείο κοινωνικής πειθάρχησης.
Αυτό ακριβώς το σημειωτικό και οικονομικό οικοδόμημα σήμερα ρηγματώνεται, και στη θέση της κοινωνίας της κατανάλωσης αναδύεται με βίαιο τρόπο η κοινωνία της ακρίβειας. Η λέξη «ακρίβεια» ωστόσο, αν και χρησιμοποιείται συχνά με όρους καθαρά οικονομικούς —ως δείκτης πληθωρισμού, ως κόστος του καλαθιού της νοικοκυράς ή ως ενεργειακό τιμολόγιο— κρύβει πίσω της μια πολύ πιο σύνθετη κοινωνιολογική πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για μια παροδική στενότητα, αλλά για μια νέα συνθήκη διακυβέρνησης μέσω της στέρησης, που έρχεται να συγκρουστεί μετωπικά με τον καπιταλισμό της επιθυμίας. Όταν η εξασφάλιση των βασικών όρων της επιβίωσης —της στέγης, της διατροφής, της θέρμανσης— μετατρέπεται σε καθημερινό άθλημα στρατηγικής και άγχους, ο διαθέσιμος χρόνος και η πνευματική ενέργεια του ατόμου απορροφώνται πλήρως από τη διαχείριση της υλικής του επισφάλειας. Ο πολίτης της κοινωνίας της ακρίβειας είναι ένας άνθρωπος σε διαρκή κατάσταση άμυνας, του οποίου ο ορίζοντας προσδοκιών έχει συρρικνωθεί βίαια. Η σκέψη για το μέλλον αντικαθίσταται από την αγωνία για το τέλος του μήνα, και η συλλογική διεκδίκηση υποχωρεί μπροστά στον ατομικό αγώνα για τη διατήρηση των κεκτημένων. Η σύγκρουση είναι τόσο βίαιη επειδή η ακρίβεια δεν στερεί από τους ανθρώπους μόνο υλικά αγαθά, αλλά τους αποστερεί τα ίδια τα υπαρξιακά και σημειωτικά δεκανίκια πάνω στα οποία είχαν οικοδομήσει την ταυτότητά τους.
Αυτή η μετατόπιση αποκαλύπτει τα όρια ενός οικονομικού μοντέλου που έχει εξαντλήσει τις υλικές και οικολογικές του προϋποθέσεις. Η παγκοσμιοποίηση, που κάποτε υποσχόταν τον εκδημοκρατισμό της απόλαυσης μέσω της συμπίεσης των τιμών, πλέον εξάγει πληθωρισμό, αστάθεια και γεωπολιτικό κίνδυνο. Η κλιματική κρίση δεν είναι πλέον μια μελλοντική απειλή στις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών, αλλά μια παρούσα οικονομική μεταβλητή που καταστρέφει σοδειές, ανατρέπει τις ασφαλιστικές ισορροπίες και αυξάνει το κόστος των πρώτων υλών. Το παράδοξο είναι ότι, ενώ η ανάγκη για ριζική αλλαγή του μοντέλου είναι πλέον ορατή δια γυμνού οφθαλμού, η κυρίαρχη πολιτική και οικονομική ελίτ αρνείται να αμφισβητήσει τον πυρήνα του συστήματος. Αντί για μια δομική αναδιάρθρωση της παραγωγής, αντί για μια γενναία αποσύνδεση των κοινωνικών αγαθών από τη λογική της αγοράς, παρακολουθούμε μια προσπάθεια διαχείρισης των συμπτωμάτων.
Η απογοήτευση αυτή δεν διοχετεύεται απαραίτητα σε προοδευτικές εναλλακτικές λύσεις· αντίθετα, ο φόβος της υποβάθμισης αποτελεί το πιο γόνιμο έδαφος για την ανάδυση ενός νέου αυταρχισμού, ενός αντιδραστικού λαϊκισμού που υπόσχεται την επιστροφή σε μια φαντασιακή χαμένη ασφάλεια μέσω του αποκλεισμού. Μέσα σε αυτό το τέλμα, η αναζήτηση ενός νέου μοντέλου επιβίωσης καθίσταται πλέον επιτακτική, και αυτή η αναζήτηση δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει από την αποκαθήλωση της θεολογίας της ανάπτυξης ως αυτοσκοπού. Η μετάβαση σε μια κοινωνία της ανθεκτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης απαιτεί μια ριζική επαναξιολόγηση του τι θεωρούμε «πλούτο» και τι «κόστος». Το νέο μοντέλο επιβίωσης δεν μπορεί να βασίζεται στην απλή παθητική προσαρμογή των νοικοκυριών στη φτώχεια, αλλά σε μια δομική αναδιοργάνωση της συλλογικής ζωής. Η αποεμπορευματοποίηση της στέγης, της υγείας, της παιδείας και της ενέργειας δεν είναι μια ιδεολογική πολυτέλεια, αλλά η βασική προϋπόθεση για να προστατευθεί η κοινωνική συνοχή από τους κραδασμούς της αγοράς. Η αποδοχή αυτής της κατάστασης ως μιας αναπόφευκτης κανονικότητας θα σήμαινε την οριστική ήττα της κοινωνικής συνείδησης.
Στο πεδίο της παραγωγής, οι παραδοσιακές οικονομίες κλίμακας, που υπόσχονται φθηνότερα προϊόντα μέσω της γιγάντωσης των παραγωγικών μονάδων και της παγκοσμιοποίησης των μεταφορών, αποκαλύπτουν τα όριά τους όταν το πραγματικό τους κόστος μετακυλίεται στην κοινωνία: στην ενέργεια που καταναλώνεται για να διανυθούν τεράστιες αποστάσεις, στις εύθραυστες αλυσίδες εφοδιασμού, στην εξάρτηση από μακρινές αγορές και στο περιβαλλοντικό κόστος που παραμένει εκτός της τελικής τιμής. Η φαινομενική οικονομία της κλίμακας μπορεί έτσι να μετατρέπεται σε κοινωνική οικονομία της σπατάλης. Εκεί ακριβώς αποκτά νόημα η οικονομία της εγγύτητας: όχι ως επιστροφή σε μια κλειστή εντοπιότητα, αλλά ως προσπάθεια να μειωθεί η απόσταση ανάμεσα στην παραγωγή, την κατανάλωση και τις πραγματικές ανάγκες μιας κοινωνίας.
Σε πρακτικό επίπεδο, η επιβίωση μετατρέπεται από μια ατομική, ενοχική προσπάθεια εξοικονόμησης πόρων σε μια συλλογική στρατηγική αυτάρκειας και ανθεκτικότητας. Η ανάδυση της κυκλικής οικονομίας, η ανασυγκρότηση της τοπικής παραγωγής, η ενεργειακή δημοκρατία και ο έλεγχος των στρατηγικών πόρων από την ίδια την κοινωνία αποτελούν τα πρώτα ψήγματα αυτού του νέου υποδείγματος. Η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν πορεία επειδή απλώς συνειδητοποιούν μια αλήθεια, αλλά επειδή η υπάρχουσα κατάσταση γίνεται πλέον μη βιώσιμη για την πλειοψηφία.
Η κοινωνία της ακρίβειας είναι το μεταβατικό στάδιο, το μεσοδιάστημα όπου το παλιό πεθαίνει και το νέο πασχίζει να γεννηθεί. Σε αυτό το σκοτεινό σημείο, η μεγαλύτερη παγίδα είναι η παραίτηση, η αποδοχή της μιζέριας ως της νέας κανονικότητας. Το διακύβευμα της εποχής μας είναι η εφεύρεση μιας νέας μορφής συλλογικής ευημερίας, όπου η αξιοπρέπεια δεν θα εξαρτάται από την αγοραστική δύναμη, και η ασφάλεια δεν θα είναι ένα προνόμιο προς πώληση, αλλά ένα κοινό, αδιαπραγμάτευτο αγαθό. Μόνο μέσα από αυτή την επανανακάλυψη του συλλογικού χώρου μπορεί η κοινωνία να βγει από το αμυντικό της καταφύγιο και να διεκδικήσει ξανά το δικαίωμα να διαμορφώνει την ιστορία της, αντί απλώς να υφίσταται τις συνέπειές της.
Το ερώτημα που προκύπτει, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις απογυμνώνουν το κοινωνικό σώμα, είναι πώς ακριβώς φτάσαμε στο σημείο όπου η καθημερινή επιβίωση απαιτεί μια τέτοια πνευματική και υλική επιστράτευση. Για να το κατανοήσουμε, πρέπει να επιστρέψουμε στη γενεαλογία του καταναλωτικού προτύπου. Όταν ο Γκάλμπρεϊθ δημοσίευε την Κοινωνία της Αφθονίας, η δυτική οικονομία έβγαινε από το σοκ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανακαλύπτοντας τη δυνατότητα μιας πρωτοφανούς παραγωγικής έκρηξης. Η ανάγκη σταθεροποίησης αυτής της μηχανής έδωσε νέα κλίμακα και λειτουργία στην καταναλωτική πίστη. Το χρέος, από στίγμα, μετατράπηκε σε πατριωτικό καθήκον. Η δυνατότητα να αγοράζει κανείς σήμερα και να πληρώνει αύριο δεν απελευθέρωσε τον εργαζόμενο, αλλά τον έδεσε στενότερα στο άρμα της παραγωγικότητας. Η επιθυμία, όπως παρατήρησε ο Μποντριγιάρ, οργανώθηκε ως μια νέα μορφή παραγωγικής δύναμης. Δεν καταναλώναμε απλώς αντικείμενα· καταναλώναμε τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις που τα αντικείμενα αυτά υπόσχονταν να γεφυρώσουν. Το αυτοκίνητο δεν ήταν μέσο μεταφοράς, αλλά το διαβατήριο για μια ανώτερη κοινωνική τάξη, η οποία όμως μετακινούταν διαρκώς προς τα εμπρός, αναγκάζοντας τον καταναλωτή να τρέχει συνεχώς για να παραμείνει στην ίδια θέση.
Αυτός ο «τροχός του χάμστερ» της νεοφιλελεύθερης συναίνεσης λειτούργησε όσο οι υλικές βάσεις παρέμεναν σχετικά σταθερές. Η φθηνή ενέργεια από τα απολυταρχικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και η φθηνή εργασία από τις ειδικές οικονομικές ζώνες της Ασίας τροφοδοτούσαν τις δυτικές αγορές με ένα διαρκές ρεύμα προσιτών ψευδαισθήσεων. Η ακρίβεια, ως εκ τούτου, δεν είναι μια τεχνική δυσλειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων, αλλά η γεωπολιτική και οικολογική εκδίκηση της πραγματικότητας πάνω στο εικονικό σύμπαν των σημείων. Όταν το κόστος της ενέργειας αυξάνεται, η σημειωτική αξία που περιέγραψε ο Μποντριγιάρ καταρρέει κάτω από το βάρος της υλικής αξίας χρήσης. Το υποκείμενο ανακαλύπτει ξαφνικά ότι το status που αγόρασε με τόσο κόπο δεν μπορεί να το ζεστάνει τον χειμώνα, ούτε μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη βασικών διατροφικών αγαθών. Η απογοήτευση είναι διπλή: είναι οικονομική, διότι το εισόδημα δεν επαρκεί, και είναι ταυτόχρονα υπαρξιακή, διότι ολόκληρο το σύστημα αξιών που οργανώθηκε γύρω από την κατανάλωση αποδεικνύεται μια άδεια υπόσχεση.
Εδώ έγκειται η βαθύτερη πολιτική παγίδα της σημερινής συγκυρίας. Οι κυβερνήσεις, εγκλωβισμένες στη λογική της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης, επιχειρούν να αντιμετωπίσουν αυτή την κρίση νομιμοποίησης με εργαλεία που ανήκουν στο παρελθόν. Η εισαγωγή των διαφόρων «κουπονιών» και «καλαθιών» καταλήγει έτσι να διατηρεί ζωντανό το καταναλωτικό φάντασμα σε μια εποχή όπου ακόμη και οι αγορές βασικών αγαθών επηρεάζονται όλο και περισσότερο από τη χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση και τις αγορές παραγώγων. Αυτός ο καπιταλισμός των επιδομάτων δεν στοχεύει στην ανακούφιση της φτώχειας, αλλά στη διατήρηση της ροής του χρήματος προς τα μεγάλα μονοπώλια της ενέργειας και του λιανεμπορίου. Το κράτος μετατρέπεται σε έναν μεσάζοντα που εισπράττει φόρους από τη μεσαία τάξη για να επιδοτήσει την κατανάλωση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, διασφαλίζοντας ότι τα κέρδη των ολιγοπωλίων θα παραμείνουν άθικτα. Πρόκειται για μια πλήρη αντιστροφή της έννοιας της κοινωνικής πρόνοιας, όπου η δημόσια δαπάνη δεν επενδύεται σε υποδομές αλλά σε εφήμερη κατανάλωση, εμβαθύνοντας την κρίση χρέους και την κοινωνική εξάρτηση.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική της ελεγχόμενης φτωχοποίησης, η αναζήτηση ενός νέου μοντέλου επιβίωσης δεν μπορεί να είναι μια απλή επιστροφή σε μια παραδοσιακή λιτότητα. Η «ασκητική» προσέγγιση, που συχνά προβάλλεται από ορισμένες οικολογικές συνιστώσες, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως ηθική νομιμοποίηση της κοινωνικής αδικίας. Το ζητούμενο δεν είναι να μάθει η κοινωνία να ζει με λιγότερα προκειμένου να διασωθούν τα κέρδη των ελίτ, αλλά να επανακαθοριστεί η έννοια της ευημερίας έξω από το πλαίσιο της εμπορευματοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι η μάχη για το νέο μοντέλο πρέπει να δοθεί στο πεδίο των δημόσιων αγαθών. Η αποεμπορευματοποίηση της κοινωνικής υποδομής είναι το πρώτο και πιο κρίσιμο βήμα. Όταν η πρόσβαση σε ποιοτική υγεία, παιδεία και στέγαση είναι εγγυημένη έξω από τους νόμους της αγοράς, η πίεση του πληθωρισμού στο νοικοκυριό μειώνεται δραματικά.
Παράλληλα, η ακρίβεια δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα εισοδήματος· είναι πρόβλημα πολιτικής εξουσίας. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πόσο αυξάνονται οι τιμές, αλλά ποιος έχει τη δυνατότητα να τις διαμορφώνει, ποιος ελέγχει τις υποδομές από τις οποίες εξαρτάται η καθημερινή ζωή και ποιος αποφασίζει ποιο μέρος του κόστους θα μετακυλιστεί στην κοινωνία. Όσο η ενέργεια, η κατοικία, η τροφή, η υγεία και η εκπαίδευση αντιμετωπίζονται κυρίως ως εμπορεύματα, η ακρίβεια δεν αποτελεί μια εξωτερική διαταραχή του συστήματος· γίνεται τρόπος με τον οποίο κατανέμονται μέσα στην κοινωνία ο πλούτος, η ασφάλεια και η εξουσία.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πολιτική σύγκρουση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αντίληψη ότι οι αγορές πρέπει να παραμείνουν ο βασικός μηχανισμός κατανομής των πόρων και ότι το κράτος οφείλει κυρίως να παρεμβαίνει εκ των υστέρων, αντισταθμίζοντας μέρος των απωλειών με επιδόματα, ενισχύσεις και προσωρινές ρυθμίσεις. Από την άλλη βρίσκεται η αντίληψη ότι ορισμένες βασικές ανάγκες δεν μπορούν να αφήνονται αποκλειστικά στη λογική της αγοράς, επειδή η πρόσβαση σε αυτές αποτελεί προϋπόθεση της ίδιας της κοινωνικής και πολιτικής ισότητας. Η διαφορά δεν είναι τεχνική. Αφορά το όριο ανάμεσα σε αυτό που θεωρείται εμπόρευμα και σε αυτό που θεωρείται κοινωνικό δικαίωμα.
Η ενεργειακή κρίση το έκανε ιδιαίτερα εμφανές. Η ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι ένα αγαθό σαν όλα τα άλλα. Είναι προϋπόθεση για να θερμανθεί ένα σπίτι, να λειτουργήσει ένα σχολείο, ένα νοσοκομείο, μια επιχείρηση, μια οικογένεια. Όταν η πρόσβαση σε αυτήν εξαρτάται όλο και περισσότερο από την αγοραστική δύναμη, η ενεργειακή πολιτική μετατρέπεται σε πολιτική κοινωνικής ιεράρχησης. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποια τιμή θα έχει το ρεύμα, αλλά ποιος ελέγχει την παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας, ποιος καρπώνεται την υπεραξία της και ποιος αποφασίζει για τις επενδύσεις που θα καθορίσουν το ενεργειακό μέλλον της κοινωνίας. Η συζήτηση για τις ενεργειακές κοινότητες, τον δημόσιο έλεγχο κρίσιμων υποδομών και την καθολική πρόσβαση αποκτά έτσι σαφώς πολιτικό περιεχόμενο: αφορά την κατανομή της οικονομικής και δημοκρατικής ισχύος.
Το ίδιο ισχύει για την κατοικία. Όσο το σπίτι αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο, η άνοδος των τιμών των ακινήτων μπορεί να αποτελεί κέρδος για τον ιδιοκτήτη και ταυτόχρονα απειλή για εκείνον που χρειάζεται ένα σπίτι για να ζήσει. Εδώ συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την κατοικία: η κατοικία ως περιουσία και η κατοικία ως κοινωνική ανάγκη. Η πολιτική επιλογή βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη σύγκρουση και αποτυπώνεται στους κανόνες της αγοράς γης, στη φορολογία, στην κοινωνική κατοικία, στις χρήσεις των ακινήτων, στις μισθώσεις και στη δυνατότητα των πόλεων να προστατεύουν τον μόνιμο πληθυσμό τους.
Ανάλογη είναι η σύγκρουση και στην τροφή. Η ανθεκτικότητα ενός συστήματος διατροφής δεν εξαρτάται μόνο από το αν υπάρχουν προϊόντα στα ράφια, αλλά από το ποιος ελέγχει τη γη, τους σπόρους, τις υποδομές αποθήκευσης και διανομής και ποιο μερίδιο της τελικής αξίας καταλήγει στον παραγωγό. Η ενίσχυση της τοπικής παραγωγής και των δικτύων παραγωγού-καταναλωτή δεν είναι, επομένως, απλώς μια επιστροφή στην εντοπιότητα. Είναι μια προσπάθεια να μειωθεί η εξάρτηση μιας κοινωνίας από αλυσίδες τις οποίες δεν ελέγχει και να μεταφερθεί μέρος της οικονομικής ισχύος πιο κοντά σε εκείνους που παράγουν και καταναλώνουν.
Από αυτή την άποψη, η αποεμπορευματοποίηση ορισμένων βασικών αγαθών δεν σημαίνει κατάργηση της αγοράς. Σημαίνει να αποφασίσουμε πολιτικά ότι υπάρχουν περιοχές της κοινωνικής ζωής όπου η πρόσβαση δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από το εισόδημα. Δεν αρκεί να δίνεις σε ένα νοικοκυριό ένα επίδομα για να αντιμετωπίσει έναν ακριβό λογαριασμό, αν ταυτόχρονα διατηρείς ανέπαφο το σύστημα που καθορίζει ποιος έχει τον έλεγχο της ενέργειας, της κατοικίας ή της διατροφικής αλυσίδας. Η αναδιανομή του εισοδήματος παραμένει αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται και αναδιανομή της πρόσβασης στα βασικά κοινωνικά αγαθά, άρα και αναδιανομή της κοινωνικής ισχύος. Η ακρίβεια χάνει το πειθαρχικό της όπλο όταν οι βασικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας —το φως, η στέγη και η τροφή— δεν αποτελούν αντικείμενο κερδοσκοπίας, αλλά πεδίο συλλογικής προστασίας, όπου ο δημόσιος χώρος και τα δίκτυα αλληλεγγύης μετατρέπονται από ιδεολογικά συνθήματα σε πρακτικά εργαλεία καθημερινής επιβίωσης και αντίστασης. Η αποδοχή αυτής της κατάστασης ως μιας αναπόφευκτης κανονικότητας θα σήμαινε την οριστική ήττα της κοινωνικής συνείδησης.
Εδώ ακριβώς μετατοπίζεται και το πολιτικό διακύβευμα. Το ερώτημα δεν είναι αν το κράτος θα είναι περισσότερο ή λιγότερο παρεμβατικό, αλλά προς ποια κατεύθυνση θα χρησιμοποιήσει την ισχύ του. Θα περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών της αγοράς ή θα παρεμβαίνει στους όρους με τους οποίους λειτουργεί; Θα αποζημιώνει εκ των υστέρων εκείνους που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος ή θα διαμορφώνει θεσμούς που μειώνουν εξαρχής την έκθεσή τους στην αγορά; Θα θεωρεί την κατοικία, την ενέργεια και την τροφή πεδία επενδυτικής απόδοσης ή θα κατοχυρώνει για όλους ένα ελάχιστο επίπεδο πρόσβασης σε αυτά;
Επομένως, η συζήτηση για ένα νέο μοντέλο επιβίωσης δεν μπορεί να περιοριστεί στην προτροπή να «μάθουμε να ζούμε φθηνότερα». Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι ποιοι θεσμοί μπορούν να κάνουν τη ζωή λιγότερο εξαρτημένη από τις διακυμάνσεις της αγοράς και ποιοι δημοκρατικοί μηχανισμοί μπορούν να μεταφέρουν τον έλεγχο των βασικών πόρων από την αποκλειστική λογική της απόδοσης στη λογική της κοινωνικής χρησιμότητας.
Έτσι, η μετάβαση από την κοινωνία της κατανάλωσης στην κοινωνία της ακρίβειας δεν μπορεί να σημαίνει απλώς μια νέα προσαρμογή των καταναλωτών σε χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο. Αν σημαίνει κάτι περισσότερο, είναι η ανάγκη να επαναπροσδιοριστεί πολιτικά τι θεωρούμε πλούτο, τι θεωρούμε δικαίωμα και τι θεωρούμε κοινό αγαθό. Η ευημερία μιας κοινωνίας δεν θα κρίνεται μόνο από το ύψος της κατανάλωσης, αλλά και από το πόσο ασφαλής είναι η πρόσβαση των ανθρώπων σε όσα χρειάζονται για να ζήσουν, το πόσο περιορισμένη είναι η εξάρτησή τους από ανεξέλεγκτες αγορές και, τελικά, από το αν μπορούν να συμμετέχουν δημοκρατικά στις αποφάσεις που καθορίζουν τους όρους της ζωής τους.

