[χρόνος ανάγνωσης 11 λεπτά και 43 δευτ.]
Του Σωκράτη Ε. Αργύρη
Τι συμβαίνει στην οικονομική θεωρία όταν το μέσο παραγωγής αρχίζει να εκτελεί μόνο του ένα μέρος της εργασίας που μέχρι χθες εκτελούσε ο άνθρωπος;
Αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο την τεχνητή νοημοσύνη. Αφορά την ίδια την οικονομική θεωρία. Γιατί κάθε μεγάλη οικονομική θεωρία περιγράφει έναν συγκεκριμένο κόσμο παραγωγής· όταν ο κόσμος αυτός αλλάζει, η θεωρία δεν πεθαίνει ακριβώς — μετατρέπεται σε αρχαιολογία του προηγούμενου παραγωγικού συστήματος.
Επίσης:
Αν ο κώδικας είναι μέσο παραγωγής, ποιος τον κατέχει;
Αν τα δεδομένα είναι πρώτη ύλη, ποιος τα συλλέγει;
Αν τα μοντέλα είναι υποδομή, ποιος ελέγχει την υποδομή;
Αν η AI αυξάνει δραματικά την παραγωγικότητα, ποιος καρπώνεται αυτή την αύξηση;
Αυτά δεν είναι απλώς ερωτήματα για την τεχνολογία. Είναι ερωτήματα για την ιδιοκτησία, την εργασία, την παραγωγικότητα και τη διανομή — για τον ίδιο τον πυρήνα της οικονομικής θεωρίας. Κι όμως, με τη μορφή που τίθενται σήμερα, θα ήταν σχεδόν αδιανόητα στην εποχή του Ρικάρντο. Η κλασική πολιτική οικονομία μπορούσε να εξετάζει τη μηχανή, την παραγωγικότητα, την αξία και την κατανομή του προϊόντος, αλλά ο κόσμος της δεν είχε ακόμη απέναντί του ένα μέσο παραγωγής που θα μπορούσε να αναλαμβάνει όχι απλώς μηχανικές λειτουργίες, αλλά μέρος της ίδιας της ανθρώπινης εργασίας, ακόμη και της εργασίας που απαιτεί γνώση, κρίση και οργάνωση. Ο Μαρξ θα αναζητούσε την πηγή της υπεραξίας στη σχέση ανάμεσα στην εργασία, το κεφάλαιο και τα μέσα παραγωγής. Σήμερα, όμως, το πρόβλημα μετακινείται ξανά: τι συμβαίνει στην εργασία όταν το ίδιο το μέσο παραγωγής αρχίζει να εκτελεί μέρος εκείνου που άλλοτε αποτελούσε ανθρώπινη εργασία;
Αυτή η μετατόπιση δεν βρίσκεται σε ένα οικονομικό εγχειρίδιο, αλλά στην ίδια την επιχειρηματική πραγματικότητα. Σε ανάρτησή του στο Threads, στις 28 Σεπτεμβρίου 2026, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ δείχνει πόσο διαφορετικό είναι πλέον το οικονομικό αντικείμενο από εκείνο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκαν οι μεγάλες θεωρίες της νεωτερικότητας.
Η ιστορία των οικονομικών ιδεών μοιάζει συχνά με ένα μακρύ χρονικό δημιουργικών παρεξηγήσεων ανάμεσα στη θεωρία και την απρόβλεπτη επιμονή της πραγματικότητας να αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Κάθε εποχή πιστεύει ότι έχει καταλάβει τη λειτουργία της οικονομίας επειδή έχει καταφέρει να περιγράψει με σχετική ακρίβεια τον κόσμο που βρίσκεται μπροστά της. Ύστερα ο κόσμος μετακινείται λίγο, αλλάζει μορφή, αλλάζει ταχύτητα, αλλάζει ακόμη και το αντικείμενο της παραγωγής και η θεωρία μένει πίσω, σαν έναν πολύ καλό χάρτη μιας πόλης που έχει ήδη αρχίσει να κατεδαφίζεται.
Ίσως γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον να δούμε πρώτα προσεκτικά τι προτείνει η νέα επιχειρηματική πρωτοβουλία. Η Meta ανακοίνωσε την έναρξη ενός νέου μεγάλου επιχειρηματικού άξονα, του Meta Enterprise Platform, με στόχο να μεταφέρει τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, τους agents, τις υποδομές και τα εργαλεία της εταιρείας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων. Ο Ζούκερμπεργκ μιλά για μια νέα εποχή, στην οποία η superintelligence θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για ανθρώπους και επιχειρήσεις. Η διατύπωση είναι, ασφαλώς, μια επιχειρηματική δήλωση και όχι ιστορικό συμπέρασμα. Αλλά πίσω από αυτήν κρύβεται κάτι πολύ σημαντικότερο από την τύχη μιας ακόμη εταιρικής πλατφόρμας: η προσπάθεια να μετατραπεί η τεχνητή νοημοσύνη από προϊόν που χρησιμοποιείται σε παραγωγική υποδομή μέσα στην οποία θα πραγματοποιείται η ίδια η οικονομική δραστηριότητα.
Στο κλασικό ερώτημα του Μαρξ — πώς είναι δυνατόν το κεφάλαιο να αγοράζει την εργατική δύναμη στην αξία της και, παρ’ όλα αυτά, η χρήση της στην παραγωγή να δημιουργεί περισσότερη αξία από εκείνη που καταβάλλεται για την αγορά της — ο Μαρξ απαντά μέσα από την εργασιακή θεωρία της αξίας και τη διάκριση ανάμεσα στην εργατική δύναμη, δηλαδή την ικανότητα του ανθρώπου να εργάζεται, και την εργασία που αυτή παράγει μέσα στην παραγωγή. Ο εργοδότης αγοράζει την πρώτη με τον μισθό, αλλά η δεύτερη μπορεί να δημιουργήσει περισσότερη αξία από εκείνη που καταβάλλεται για την αγορά της. Σε αυτή τη διαφορά θεμελιώνεται η υπεραξία. Αν όμως η μηχανή δεν αυξάνει απλώς την παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά αναλαμβάνει μέρος της ίδιας της εργασίας, τότε πού βρίσκεται πλέον η πηγή της νέας αξίας και πώς κατανέμεται το πλεόνασμα που προκύπτει από αυτή τη μεταβολή;
Στο παράδειγμα ενός καταστήματος self-service, η απάντηση είναι σχετικά απλή: ένα μέρος της εργασίας που θα μπορούσε να έκανε ένας σερβιτόρος μεταφέρεται στον ίδιο τον καταναλωτή και η επιχείρηση μειώνει το κόστος της αμειβόμενης εργασίας. Το πρόσθετο περιθώριο που δημιουργείται δεν αποτελεί αυτομάτως νέα υπεραξία με τη μαρξική αυστηρή έννοια· μπορεί όμως να μετατραπεί σε μεγαλύτερο κέρδος για τον επιχειρηματία, εφόσον οι υπόλοιπες συνθήκες παραμένουν ίδιες. Το κρίσιμο είναι ότι η εργασία δεν εξαφανίστηκε. Άλλαξε φορέα.
Με την τεχνητή νοημοσύνη, όμως, εμφανίζεται ένα διαφορετικό πρόβλημα. Αν ένα σύστημα αναλαμβάνει όχι απλώς μια μηχανική διαδικασία, αλλά μέρος της ίδιας της εργασίας — γράφει, αναλύει, προγραμματίζει, ταξινομεί, σχεδιάζει ή οργανώνει — τότε η εργασία δεν μεταφέρεται πλέον από τον εργαζόμενο στον πελάτη. Μεταφέρεται στο ίδιο το μέσο παραγωγής. Και εδώ το ερώτημα του Μαρξ επιστρέφει με διαφορετική μορφή: αν η παραγωγικότητα αυξάνεται επειδή ένα μέρος της εργασίας εκτελείται πλέον από την παραγωγική υποδομή της επιχείρησης, ποιος ιδιοποιείται το πλεόνασμα που προκύπτει;
Αυτό είναι το πραγματικό θεωρητικό βάρος του εγχειρήματος της Meta. Αν η τεχνητή νοημοσύνη μετατραπεί από εργαλείο που χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος σε παραγωγική υποδομή που εκτελεί μέρος της εργασίας, τότε δεν αλλάζει μόνο η παραγωγικότητα. Αλλάζει και το ζήτημα της ιδιοκτησίας της παραγωγικής ικανότητας. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο πόση εργασία αντικαθιστά η AI, αλλά ποιος κατέχει το σύστημα που την εκτελεί και ποιος καρπώνεται το οικονομικό όφελος από αυτή τη μεταβολή.
Για να αναζητήσουμε την απάντηση, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τις θέσεις του Άνταμ Σμιθ.
Ο Σμιθ δεν έγραφε για μια οικονομία υπηρεσιών, λογισμικού, cloud υποδομών και τεχνητής νοημοσύνης. Έγραφε για έναν κόσμο στον οποίο η διάκριση ανάμεσα στην παραγωγική και τη μη παραγωγική εργασία μπορούσε να συνδεθεί με πολύ πιο ορατές μορφές παραγωγής. Για τον Σμιθ, παραγωγική ήταν η εργασία που, πέρα από την άμεση αμοιβή της, ενσωματωνόταν σε ένα διαρκές προϊόν και δημιουργούσε ένα αποτέλεσμα που μπορούσε να διατηρηθεί και να αποτελέσει πηγή εισοδήματος ή κεφαλαίου. Η εργασία του εργάτη που κατασκεύαζε ένα ένδυμα, ένα εργαλείο ή ένα άλλο εμπορεύσιμο αγαθό αποτελούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Αντίθετα, μη παραγωγική θεωρούσε την εργασία που παρείχε μια υπηρεσία η οποία καταναλωνόταν ουσιαστικά τη στιγμή που παραγόταν και δεν άφηνε πίσω της ένα διαρκές προϊόν. Ο υπηρέτης ήταν για τον Σμιθ το χαρακτηριστικό παράδειγμα: η εργασία του μπορούσε να είναι χρήσιμη και αναγκαία, αλλά η υπηρεσία του δεν ενσωματωνόταν σε ένα προϊόν που θα παρέμενε μετά την ολοκλήρωση της εργασίας. Η διάκριση, επομένως, δεν ήταν αξιολογική. Το «μη παραγωγική» δεν σήμαινε λιγότερο χρήσιμη ή λιγότερο σημαντική εργασία. Ήταν ένας συγκεκριμένος τρόπος ταξινόμησης της εργασίας μέσα στη θεωρία της παραγωγής και της συσσώρευσης.
Η ταξινόμηση αυτή ανήκε, όμως, σε έναν συγκεκριμένο παραγωγικό κόσμο, όπου το προϊόν μπορούσε ακόμη να ξεχωρίζει σχετικά καθαρά από την υπηρεσία και το υλικό αντικείμενο από την άυλη δραστηριότητα. Σήμερα τα όρια αυτά έχουν γίνει πολύ δυσκολότερο να χαραχθούν. Ένα λογισμικό, μια ψηφιακή πλατφόρμα ή ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι εύκολο να ενταχθεί στις παλιές κατηγορίες. Παράγονται μέσα από εργασία γνώσης, αντιγράφονται με σχεδόν μηδενικό οριακό κόστος και μπορούν να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα από εκατομμύρια ανθρώπους. Η ίδια η παραγωγή αρχίζει έτσι να μετακινείται από το διαρκές προϊόν προς την υποδομή, από το αντικείμενο προς το σύστημα και τελικά, προς μια παραγωγική ικανότητα που μπορεί να εκτελεί επαναλαμβανόμενα μέρος της ίδιας της εργασίας. Μια εταιρεία μπορεί να διαθέτει τεράστια χρηματιστηριακή αξία, χωρίς αυτή να αποτυπώνεται σε εργοστάσια, αποθήκες και μηχανές με την παλιά έννοια.
Μόνο που σε αυτό το σημείο βρίσκεται η πρώτη παγίδα της εποχής μας: το άυλο δεν είναι άυλο.
Πίσω από κάθε μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης υπάρχουν κέντρα δεδομένων, επεξεργαστές, δίκτυα, ηλεκτρική ενέργεια, συστήματα ψύξης, καλώδια, εργοστάσια ημιαγωγών και τεράστιες επενδύσεις σε υπολογιστική ισχύ. Η ψηφιακή οικονομία δεν κατάργησε την υλική παραγωγή. Την έκρυψε μέσα στην υποδομή. Το cloud, άλλωστε, είναι ένας ποιητικός τρόπος για να περιγράψει κανείς ένα πολύ μεγάλο κτίριο γεμάτο μηχανήματα που καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια.
Εκεί αρχίζει να αποκτά ξανά ενδιαφέρον ο Μαρξ.
Ο Μαρξ έθεσε στο κέντρο της ανάλυσής του τα μέσα παραγωγής, την ιδιοκτησία τους, τον έλεγχο πάνω σε αυτά και τον τρόπο με τον οποίο η συσσώρευση του κεφαλαίου μετασχηματίζει τις κοινωνικές σχέσεις. Αν αλλάζουν τα μέσα παραγωγής, αλλάζει αναγκαστικά και η μορφή των σχέσεων παραγωγής.
Στον βιομηχανικό καπιταλισμό το μέσο παραγωγής μπορούσε να έχει τη μορφή του εργοστασίου, της μηχανής, της γραμμής παραγωγής. Στον ψηφιακό καπιταλισμό προστέθηκαν ο κώδικας, τα δεδομένα, τα δίκτυα και οι πλατφόρμες. Στην οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης προστίθεται κάτι ακόμη: συστήματα που δεν λειτουργούν απλώς ως εργαλεία του εργαζομένου, αλλά μπορούν να εκτελούν αυτόνομα ορισμένες εργασίες που προηγουμένως απαιτούσαν ανθρώπινη παρέμβαση.
Το εργοστάσιο δεν εξαφανίζεται. Απλώς αρχίζει να αποκτά μορφές που ο παλιός εργάτης δεν θα αναγνώριζε ως εργοστάσιο.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο σημείο της σημερινής μετάβασης. Για πρώτη φορά ένα μέρος της συζήτησης για την παραγωγικότητα δεν αφορά μόνο το πόσο γρήγορα μπορεί ο άνθρωπος να χρησιμοποιήσει μια μηχανή, αλλά το πόσο μεγάλη αυτονομία μπορεί να αποκτήσει η ίδια η μηχανή μέσα στη διαδικασία παραγωγής.
Η κλίμακα αυτής της μεταβολής φαίνεται πλέον και στα κεφάλαια που επενδύονται για να την πραγματοποιήσουν.
Η Meta προβλέπει για το 2026 κεφαλαιουχικές δαπάνες μεταξύ 130 και 145 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κυρίως για την επέκταση της υπολογιστικής και ενεργειακής υποδομής που απαιτεί η στρατηγική της στην τεχνητή νοημοσύνη. Στην άλλη άκρη του ορίζοντα βρίσκεται μια ακόμη μεγαλύτερη δέσμευση: πάνω από 600 δισεκατομμύρια δολάρια επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028 σε υποδομές και θέσεις εργασίας, με την κατασκευή των τεράστιων data centers για την AI να αποτελεί κεντρικό μέρος αυτής της προσπάθειας.
Έξι εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια είναι ένας αριθμός που δύσκολα χωράει στη συνηθισμένη επιχειρηματική γλώσσα. Και ίσως γι’ αυτό χρειάζεται να τον δούμε όχι ως επιχειρηματικό μέγεθος, αλλά ως ένδειξη μιας ιστορικής μετάβασης.
Το κεφάλαιο επενδύεται σήμερα στην υπόθεση ότι η υπολογιστική νοημοσύνη μπορεί αύριο να γίνει παραγωγική ικανότητα.
Σε αυτό το σημείο, το οικονομικό πεδίο εισέρχεται στο ευρύτερο ζήτημα της ιστορικής μορφής του πολιτισμού και η σκέψη του Γιάκομπ Μπούρκχαρντ αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Ο Μπούρκχαρντ δεν ήταν οικονομολόγος αλλά Ελβετός ιστορικός του πολιτισμού, από τους σημαντικότερους διαμορφωτές της πολιτισμικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα. Στις Σκέψεις για την Ιστορία, Εκδότης: Printa (2004) — το έργο που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, βασισμένο στις διαλέξεις που είχε δώσει στη Βασιλεία— δεν αναζητά έναν ενιαίο νόμο που να εξηγεί μηχανικά την ιστορία. Αντίθετα, κοιτάζει τις ιστορικές κοινωνίες μέσα από την αλληλεπίδραση τριών μεγάλων δυνάμεων: του Κράτους, της Θρησκείας και του Πολιτισμού. Το Κράτος και η Θρησκεία λειτουργούν ως περισσότερο σταθερές δυνάμεις, ενώ ο Πολιτισμός είναι η μεταβλητή, εκείνη η αδιάκοπη ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να μετασχηματίζει και να διαβρώνει τις άλλες δύο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μπούρκχαρντ ανησυχούσε για τη μαζική κοινωνία και για την αυξανόμενη συγκέντρωση δύναμης. Οι περίφημοι «τρομεροί απλοποιητές» του δεν είναι απλώς μια λογοτεχνική φράση για πολιτικούς δημαγωγούς. Εκφράζουν έναν βαθύτερο φόβο: ότι σε περιόδους κρίσης οι πολύπλοκες κοινωνίες αναζητούν απλές λύσεις και παραδίδουν όλο και περισσότερη δύναμη σε εκείνους που υπόσχονται να τις επιβάλουν. Η «απλοποίηση» δεν είναι εδώ μια αθώα εκλαΐκευση, αλλά η πολιτική μετατροπή μιας σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας σε απλές και επιβλητικές βεβαιότητες. Ο Μπούρκχαρντ έβλεπε ήδη στην εποχή του μορφές αυτής της τάσης, από τον Ναπολέοντα Γ΄, ο οποίος αξιοποίησε το καθολικό δικαίωμα ψήφου και τα δημοψηφίσματα για να νομιμοποιήσει ένα συγκεντρωτικό καθεστώς στη Γαλλία, έως τα ανερχόμενα σοσιαλιστικά, αλλά και εθνικιστικά – μιλιταριστικά κινήματα, τα οποία αντιμετώπιζε με καχυποψία ως φορείς μαζικής πολιτικής και συγκεντρωτικής εξουσίας.
Ο Μπούρκχαρντ δεν έγραψε για την τεχνητή νοημοσύνη, φυσικά. Αλλά το σχήμα του αποκτά μια παράξενη επικαιρότητα όταν η τεχνολογία παύει να είναι απλώς εργαλείο και γίνεται υποδομή ισχύος. Σήμερα, η μέθοδος των «τρομερών απλοποιητών» μεταφέρεται από το πολιτικό βήμα στον αλγόριθμο. Η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας, της γνώσης και της εργασίας αναλύεται και συμπυκνώνεται σε εντολές και δεδομένα. Ό,τι δεν μπορεί να μεταφραστεί σε κώδικα —η αμφιβολία, η ιστορική ειρωνεία, η ίδια η αντίφαση που γεννά τον πολιτισμό— κινδυνεύει να θεωρηθεί κάτι που πρέπει να απομακρυνθεί από το σύστημα. Όπως οι μάζες του 19ου αιώνα γοητεύονταν από τις απλοϊκές υποσχέσεις των δημαγωγών, έτσι και η σύγχρονη κοινωνία, εθισμένη στην υπόσχεση της απόλυτης ευκολίας, μπορεί να εκχωρήσει μέρος της κριτικής της ικανότητας σε τεχνολογικά συστήματα που προσφέρουν έτοιμες, αυτοματοποιημένες απαντήσεις.
Γιατί ποιος είναι ο ρόλος ενός πολιτισμού όταν όλο και περισσότερη γνώση, επικοινωνία, εργασία και παραγωγή περνούν μέσα από υποδομές που ανήκουν σε λίγες ιδιωτικές επιχειρήσεις; Αν ο Μπούρκχαρντ φοβόταν τη συγκέντρωση πολιτικής και κοινωνικής ισχύος, ο 21ος αιώνας αντιμετωπίζει μια νέα μορφή συγκέντρωσης: την ιδιωτική κατοχή των υποδομών μέσα από τις οποίες οργανώνονται όλο και περισσότερες δραστηριότητες της κοινωνίας. Η ανάθεση της διαχείρισης ολοένα μεγαλύτερου μέρους της γνώσης και της παραγωγής σε αυτές τις πλατφόρμες δεν είναι απλώς μια τεχνική ρύθμιση, αλλά μεταβολή της ίδιας της σχέσης ανάμεσα στην κοινωνία και την υποδομή της. Ο πολιτισμός κινδυνεύει τότε να πάψει να είναι ένα οργανικό, απρόβλεπτο πεδίο ελευθερίας, καθώς οι σύγχρονοι ψηφιακοί απλοποιητές υπόσχονται να μας απαλλάξουν από το βάρος της σκέψης, ζητώντας ως αντάλλαγμα όλο και μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη ροή της κοινωνικής μας πραγματικότητας.
Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ είναι ένας ακόμη πιο απαιτητικός στοχαστής. Στην Παρακμή της Δύσης, Εκδόσεις: Τυπωθήτω/Δαρδανός (2003), το πρώτο μέρος της οποίας κυκλοφόρησε το 1918 και το δεύτερο το 1922, ο Σπένγκλερ δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως μια ευθύγραμμη πορεία προόδου. Οι μεγάλοι πολιτισμοί, κατά τη δική του μορφολογική αντίληψη, έχουν τον δικό τους κύκλο: γεννιούνται, ακμάζουν, αποκρυσταλλώνονται και τελικά εισέρχονται στη φάση του πολιτισμού, που για τον ίδιο αποτελεί την ύστερη και ψυχρή μορφή μιας ήδη γερασμένης πολιτισμικής ζωής.
Η Δύση, σύμφωνα με τον Γερμανό στοχαστή, είχε ήδη εισέλθει σε αυτή την ύστερη εποχή· και η κατάρρευση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας το 1918, την οποία ο ίδιος έζησε ως βαθιά ιστορική και πολιτική ρήξη, έδωσε στο έργο του ένα ακόμη πιο δραματικό ιστορικό πλαίσιο. Η τεχνική, η μαζική κοινωνία, η τεράστια πόλη, η πολιτική συγκέντρωση και η οικονομική δύναμη δεν είναι, στον Σπένγκλερ, απλώς σημάδια προόδου. Μπορούν να είναι και σημάδια πολιτισμικής εξάντλησης.
Κι όμως, η ιστορική εξέλιξη δεν ακολούθησε τις προβλέψεις τους, κάτι που συχνά συμβαίνει με τις μεγάλες θεωρίες: δεν τις διέψευσε ακριβώς· απλώς αρνήθηκε να τις ακολουθήσει κατά γράμμα.
Ο μεταπολεμικός καπιταλισμός δεν οδηγήθηκε στη μορφή παρακμής που θα μπορούσε κανείς να συναγάγει από μια γραμμική ανάγνωση του Σπένγκλερ. Αντίθετα, δημιούργησε για μεγάλο μέρος της Δύσης μια πρωτοφανή περίοδο μαζικής κατανάλωσης, διεύρυνσης της μεσαίας τάξης, ιδιοκτησίας, εκπαίδευσης, αυτοκινήτου, οικιακών συσκευών, τουρισμού και πιστωτικής επέκτασης. Ο άνθρωπος που φοβόταν ότι η μαζική κοινωνία θα γίνει αντικείμενο χειραγώγησης απέκτησε ψυγείο, αυτοκίνητο, τηλεόραση, πιστωτική κάρτα και αργότερα, ένα μικρό τάμπλετ στο χέρι του που θα του επέτρεπε να παρακολουθεί ολόκληρο τον κόσμο από την κουζίνα του.
Η καταναλωτική κοινωνία αντίθετα διέψευσε τις απόψεις του Σπένγκλερ. Δημιούργησε όμως κάτι που ο Σπένγκλερ δεν μπορούσε να προβλέψει: μια κοινωνία πλουσιότερη, πιο μορφωμένη και πιο συνδεδεμένη, η οποία μέσα σε λίγες δεκαετίες θα μετατρεπόταν από κοινωνία μαζικής κατανάλωσης σε κοινωνία ψηφιακή.
Αλλά ούτε αυτή η περίοδος ήταν το τέλος της ιστορίας.
Η καταναλωτική κοινωνία μετασχηματίστηκε σε κοινωνία δικτύων, η κοινωνία δικτύων σε οικονομία πλατφορμών και η οικονομία πλατφορμών εισέρχεται τώρα σε μια οικονομία agents. Κάθε μετάβαση μετακινεί λίγο ακόμη το κέντρο βάρους της παραγωγής. Το προϊόν γίνεται υπηρεσία, η υπηρεσία πλατφόρμα, η πλατφόρμα υποδομή και η υποδομή αρχίζει να αποκτά ένα επίπεδο αυτονομίας που μέχρι πρόσφατα ανήκε περισσότερο στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας παρά στην επιχειρηματική στρατηγική.
Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά τη σημασία της η κίνηση της Meta.
Η εταιρεία επιχειρεί να τοποθετήσει ολόκληρο το τεχνολογικό της οικοσύστημα μέσα στη λειτουργία των επιχειρήσεων. Models, agents, APIs, κώδικας και υποδομές συγκροτούν ένα ενιαίο παραγωγικό περιβάλλον. Αν αυτό το εγχείρημα πετύχει, η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα είναι πλέον ένα ακόμη λογισμικό που χρησιμοποιεί ο εργαζόμενος. Θα βρίσκεται όλο και περισσότερο ανάμεσα στην εντολή και την εκτέλεση, ανάμεσα στην απόφαση και την εφαρμογή, ανάμεσα στην επιχείρηση και την ίδια την παραγωγική της διαδικασία.
Η μετατόπιση αυτή έχει και μια βαθύτερη συνέπεια για την ίδια την εργασία. Ο τεϊλορισμός είχε ήδη απομακρύνει τον εργαζόμενο από τη συνολική γνώση της παραγωγικής διαδικασίας: άλλος σχεδίαζε την εργασία, άλλος την εκτελούσε, ενώ η μηχανή επέβαλλε τον ρυθμό. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μετακινήσει ακόμη περισσότερο αυτό το όριο. Δεν περιορίζεται στην επιτάχυνση μιας εντολής· μπορεί να συμμετέχει στην παραγωγή της ίδιας της εντολής, να ιεραρχεί εργασίες, να καθορίζει τη σειρά τους, να αξιολογεί το αποτέλεσμα και να υποδεικνύει το επόμενο βήμα. Ο εργαζόμενος έτσι δεν βρίσκεται απλώς απέναντι σε μια μηχανή που του υπαγορεύει τον ρυθμό. Βρίσκεται μέσα σε μια παραγωγική διαδικασία που μπορεί να έχει ήδη αποφασίσει για λογαριασμό του τι πρέπει να γίνει. Ο τεϊλορισμός έκανε τη μηχανή μέτρο του χρόνου της εργασίας. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να την κάνει μέτρο της ίδιας της οργάνωσής της. Και τότε το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο άνθρωπος θα χάσει τη δουλειά του, αλλά αν θα εξακολουθήσει να έχει λόγο πάνω στη δουλειά που κάνει.
Τότε δεν θα αφορά απλώς πόσες θέσεις εργασίας θα αντικαταστήσει η τεχνητή νοημοσύνη. Θα είναι πολύ πιο δύσκολο: ποιος κατέχει την υποδομή που καθορίζει τη νέα παραγωγικότητα; Ποιος ελέγχει τα μοντέλα, τα δεδομένα, την υπολογιστική ισχύ και τα δίκτυα; Ποιος εισπράττει το οικονομικό όφελος από την αύξηση της παραγωγικότητας; Και, κυρίως, τι σημαίνει εργασία όταν ένα τμήμα της παραγωγικής διαδικασίας μπορεί να εκτελείται από συστήματα που δεν είναι άνθρωποι αλλά ούτε και απλές μηχανές με την παλιά έννοια;
Το ερώτημα είναι παλιό. Το αντικείμενό του είναι καινούργιο.
Αυτό είναι ίσως το παράδοξο της ιστορίας των οικονομικών ιδεών. Οι μεγάλες θεωρίες δεν εξαφανίζονται όταν αλλάζει η πραγματικότητα. Παραμένουν ως εργαλεία, ως γλώσσες, ως μνημεία ενός κόσμου που υπήρξε. Ο Σμιθ εξακολουθεί να είναι απαραίτητος ακόμη και όταν η οικονομία δεν μοιάζει πλέον με εκείνη που περιέγραψε. Ο Μαρξ παραμένει εξίσου απαραίτητος ακόμη και όταν το εργοστάσιο μεταφέρεται εν μέρει από την κλωστοϋφαντουργία στο data center. Ο Μπούρκχαρντ και ο Σπένγκλερ παραμένουν χρήσιμοι όχι επειδή προέβλεψαν το μέλλον, αλλά επειδή μας έδειξαν πόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε τη μορφή που παίρνει μια κοινωνία όταν οι δυνάμεις που τη συγκροτούν αλλάζουν ταχύτητα.
Και απέναντι σε αυτή την ιστορική διαδρομή εμφανίζεται σήμερα ο Ζούκερμπεργκ. Ο Ζούκερμπεργκ δεν προσφέρει θεωρία. Προσφέρει, ίσως χωρίς να το επιδιώκει, ένα νέο πείραμα πάνω στην ίδια την έννοια της παραγωγής.
Ίσως λοιπόν η μεγάλη αλλαγή να μην είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα κάνει τον άνθρωπο περιττό. Αυτή είναι μια υπόθεση που ακόμη δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς. Η βαθύτερη αλλαγή είναι ότι η οικονομία αρχίζει να επενδύει τεράστια ποσά στην ιδέα πως η νοημοσύνη μπορεί να γίνει υποδομή, όπως κάποτε έγινε υποδομή ο ηλεκτρισμός, η μηχανή, το εργοστάσιο και αργότερα το διαδίκτυο.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον μάθημα: ο καπιταλισμός δεν επιβίωσε επειδή έμεινε ίδιος, αλλά επειδή κατάφερε επανειλημμένα να μετατρέπει τις κρίσεις του παλιού παραγωγικού μοντέλου σε νέες μορφές παραγωγής.
Το διακύβευμα της εποχής μας δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει την οικονομία. Αυτό ήδη συμβαίνει. Το πραγματικό ζήτημα είναι ποια κοινωνία θα προκύψει όταν η νοημοσύνη πάψει να είναι μόνο ιδιότητα του εργαζομένου και αρχίσει να αποτελεί ιδιότητα της ίδιας της παραγωγικής υποδομής.
Κάπως έτσι αρχίζει το επόμενο κεφάλαιο της οικονομικής θεωρίας.
Και αυτό δεν είναι μια ακόμη τεχνολογική μεταβολή. Είναι αλλαγή στη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, την εργασία και το μέσο παραγωγής. Όταν ένα μέρος της εργασίας μπορεί να εκτελείται από την ίδια την παραγωγική υποδομή, αλλάζει αναπόφευκτα και το αντικείμενο που προσπαθεί να περιγράψει η οικονομική θεωρία.
Η ιστορία δεν τελείωσε. Απλώς άλλαξαν ξανά τα δεδομένα της παραγωγής.

