Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες του Τουρκολιβυκού Μνημονίου – και όχι μόνο

[χρόνος ανάγνωσης 9 λεπτά και 28 δευτ.]

Του Απόστολου Λουλουδάκη και Σωκράτη Ε. Αργύρη 

Ο διάβολος μπορεί να κρύβεται στο κορμί, όπως υπαινίσσεται ο τίτλος της ταινίας του Μάρκο Μπελόκιο «Ο διάβολος στο κορμί της», αλλά και στις λέξεις, στις υποσημειώσεις και στις παραγράφους των διεθνών συμφωνιών. Στην πρώτη περίπτωση, η αποκάλυψη αφορά όσα το σώμα φανερώνει και όσα επιμελώς αποκρύπτει. Στη δεύτερη, όσα ένα κείμενο δηλώνει ρητά και όσα μπορεί να επιβάλει χωρίς να τα διακηρύσσει ανοιχτά. Η πολιτική, άλλωστε, δεν ασκείται μόνο με τις μεγάλες διακηρύξεις και τις θεαματικές κινήσεις. Συχνά κρίνεται στις λεπτομέρειες, εκεί όπου μια φαινομενικά αθώα διατύπωση μπορεί να αποκτήσει συνέπειες πολύ ευρύτερες από όσες υποδηλώνει το γράμμα της.

Αυτό συμβαίνει και με το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως στον χάρτη, στις συντεταγμένες και στον θαλάσσιο διάδρομο που αγνοεί την παρουσία ελληνικών νησιών. Πίσω, όμως, από τη γεωγραφική αντιπαράθεση υπάρχει και μια λιγότερο ορατή διάσταση: η πολιτική λειτουργία των όρων που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο συμβαλλομένων μερών. Αν οι γραμμές στον χάρτη αποτυπώνουν τις διεκδικήσεις, οι γραμμές του κειμένου μπορούν να επηρεάσουν τους όρους υπό τους οποίους αυτές θα προωθηθούν. Γι’ αυτό, στην περίπτωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, αξίζει να κοιτάξουμε πέρα από τις συντεταγμένες, προς μια συγκεκριμένη διάταξη: το άρθρο 4, παράγραφος 3.

Στη γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου, οι χάρτες συχνά σχεδιάζονται με το μελάνι των προθέσεων και όχι με τη νομιμότητα των διεθνών συμβάσεων. Όταν τον Νοέμβριο του 2019 η Άγκυρα και η τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας της Τρίπολης υπέγραψαν το Μνημόνιο Κατανόησης για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών δικαιοδοσίας τους,  η διεθνής κοινότητα εστίασε στην κατάφωρη αμφισβήτηση της γεωγραφίας και των θαλάσσιων δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών.

Ένας νοητός διάδρομος χαράχτηκε πάνω στο νερό, αγνοώντας επιδεικτικά τη φυσική παρουσία της Κρήτης, της Κάσου, της Καρπάθου και της Ρόδου και του συμπλέγματος του Καστελλόριζου, σβήνοντας με μια μονοκοντυλιά το δικαίωμα των ελληνικών νησιών σε υφαλοκρηπίδα και Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Ωστόσο, η πραγματική διπλωματική παγίδα, η λεπτομέρεια που μετατρέπει μια γεωγραφική αυθαιρεσία σε μόνιμη στρατηγική ομηρία, δεν βρισκόταν στις συντεταγμένες των χαρτών, αλλά στις ψιλές γραμμές του κειμένου. Ο διάβολος, όπως συμβαίνει πάντα στις μεγάλες διεθνείς κρίσεις, κρύβεται στην ουρά του Άρθρου 4, παράγραφος 3 αυτού του μνημονίου. Μια σύντομη διάταξη, η οποία ορίζει ότι εάν οποιοδήποτε από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση της ΑΟΖ του με ένα τρίτο κράτος, οφείλει προηγουμένως να ενημερώσει και να διαβουλευτεί με το έτερο μέρος πριν καταλήξει σε τελική συμφωνία.

Εκ πρώτης όψεως, για την Αθήνα και τη διεθνή νομική κοινότητα, αυτή η παράγραφος στερείται οποιασδήποτε βαρύτητας. Το Διεθνές Δίκαιο και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας διέπονται από την απαρέγκλιτη αρχή της σχετικότητας των συνθηκών. Μια διμερής συμφωνία δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, να δημιουργεί υποχρεώσεις ή να στερεί κυριαρχικά δικαιώματα από τρίτα κράτη που δεν συμμετέχουν σε αυτήν. Για την ελληνική διπλωματία, με την πλήρη και ρητή κάλυψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν είναι απλώς παράνομο, είναι νομικά ανυπόστατο, μια «μαύρη τρύπα» στον νομικό πολιτισμό της θάλασσας που δεν παράγει κανένα δίκαιο.

Όμως η πολιτική πραγματικότητα αρνείται πεισματικά να ευθυγραμμιστεί με τις αίθουσες των διεθνών δικαστηρίων. Η Άγκυρα δεν σχεδίασε το Άρθρο 4 ως ένα απλό νομικό επιχείρημα, αλλά ως μια πολιτική μέγγενη. Σκοπός της διάταξης αυτής δεν ήταν να πείσει τη διεθνή κοινότητα για τη νομιμότητά της, αλλά να κλειδώσει τη Λιβύη σε μια μόνιμη σχέση εξάρτησης, αφαιρώντας της de facto την κυριαρχική της ικανότητα να διαπραγματευτεί ελεύθερα με τους φυσικούς γεωγραφικούς της γείτονες, πρωτίστως με την Ελλάδα.

Για τη Λιβύη, η παράγραφος αυτή λειτουργεί ως εσωτερικό πολιτικό και νομικό κώλυμα. Από τη στιγμή που το μνημόνιο ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της χώρας, κάθε Λίβυος αξιωματούχος ή διπλωμάτης που θα επιχειρούσε να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα θα βρισκόταν αντιμέτωπος με το γράμμα της διμερούς συμφωνίας με την Τουρκία. Η υποχρέωση για «πρότερη ενημέρωση και διαβούλευση» μεταφράζεται στην πράξη σε ένα έμμεσο δικαίωμα βέτο της Άγκυρας πάνω στην εξωτερική πολιτική της Τρίπολης. Αν η Λιβύη αποφάσιζε να αγνοήσει την Τουρκία και να προχωρήσει σε μια δίκαιη οριοθέτηση με την Ελλάδα βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, θα αντιμετώπιζε την άμεση οργή της Άγκυρας, η οποία διατηρεί ισχυρότατη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική παρουσία στο λιβυκό έδαφος, αποτελώντας τον εγγυητή της επιβίωσης συγκεκριμένων πολιτικών φατριών.

Η αντίφαση μέσα στην οποία ζει η λιβυκή διπλωματία είναι τραγική. Από τη μία πλευρά, η Τρίπολη γνωρίζει καλά ότι μια οριοθέτηση με την Ελλάδα με βάση το διεθνές δίκαιο θα της προσέφερε σταθερές, διεθνώς αναγνωρισμένες θαλάσσιες ζώνες, ανοίγοντας τον δρόμο για ασφαλείς επενδύσεις και την εκμετάλλευση των ενεργειακών της πόρων χωρίς τον κίνδυνο διεθνών αμφισβητήσεων και εντάσεων. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική και στρατιωτική ομηρία της από την Τουρκία καθιστά αδύνατη αυτή την επιλογή. Το Άρθρο 4 παρ. 3 διασφαλίζει ότι η Άγκυρα θα βρίσκεται πάντα ως αόρατος ή ορατός τρίτος πάνω από κάθε ελληνολιβυκή επαφή, απαιτώντας είτε τη δική της συμπερίληψη στις συνομιλίες, είτε την πλήρη υποταγή των συνομιλιών στο δικό της αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο αρνείται την επήρεια των νησιών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιστροφή των υδρογονανθράκων στο επίκεντρο της ελληνικής πολιτικής συζήτησης παρουσιάζεται ως ευκαιρία ενεργειακής αναβάθμισης και ενίσχυσης της γεωπολιτικής θέσης της χώρας. Στις 16 Φεβρουαρίου 2026 υπογράφηκαν οι συμβάσεις παραχώρησης για την έρευνα υδρογονανθράκων σε τέσσερις υπεράκτιες περιοχές νότια της Κρήτης και της Πελοποννήσου, με τη συμμετοχή της Chevron και της HELLENiQ ENERGY. Η αμερικανική εταιρεία κατέχει ποσοστό 70% και είναι ο διαχειριστής της κοινοπραξίας, ενώ η HELLENiQ ENERGY συμμετέχει με 30%. Οι τέσσερις περιοχές καλύπτουν συνολικά περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πρόκειται να διερευνηθούν μέσα από ένα πολυφασικό πρόγραμμα. Η υπογραφή των συμβάσεων είναι πράγματι μια σημαντική εξέλιξη για την ελληνική ερευνητική δραστηριότητα. Δεν αποτελεί, όμως, ανακάλυψη κοιτάσματος, ούτε πιστοποιεί ότι οι περιοχές διαθέτουν αποθέματα που μπορούν να αξιοποιηθούν εμπορικά. Η σύμβαση παραχώρησης παρέχει το δικαίωμα και καθορίζει το πλαίσιο της έρευνας· δεν προεξοφλεί το αποτέλεσμά της. Ανάμεσα στην έναρξη μιας ερευνητικής διαδικασίας και στην παραγωγή εμπορεύσιμου φυσικού αερίου ή πετρελαίου μεσολαβούν γεωλογικές, τεχνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές προϋποθέσεις που δεν μπορούν να παρακαμφθούν με πολιτικές εξαγγελίες.

Ωστόσο στις ίδιες τις συμβάσεις, υπάρχει μια πρόβλεψη που αξίζει να εξεταστεί πέρα από τη γενική αισιοδοξία για την επιστροφή των ερευνών. 

Το άρθρο 30.3 προβλέπει τη δυνατότητα προσαρμογής των ορίων της παραχώρησης σε περίπτωση μελλοντικής μεταβολής της οριοθέτησης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ, εφόσον τμήμα της συμβατικής περιοχής βρεθεί εκτός των θαλάσσιων ζωνών που θα αποδοθούν στην Ελλάδα. 

Η σχετική διατύπωση αποτέλεσε αντικείμενο της υπ’ αριθ. 4037 κοινοβουλευτικής ερώτησης, που κατατέθηκε στις 20 Μαρτίου 2026, με τους ερωτώντες βουλευτές να υποστηρίζουν ότι η ρήτρα δημιουργεί κινδύνους για την ελληνική διαπραγματευτική θέση. Στην ίδια κοινοβουλευτική ερώτηση επισημαίνεται ότι ανάλογη πρόβλεψη δεν υπήρχε στις συμβάσεις της  TotalEnergies του 2019 για τις περιοχές Δυτικά και Νοτιοδυτικά της Κρήτης, από τις οποίες αποχώρησε  το 2022.

Η ύπαρξή της, από μόνη της, δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει τις τουρκολιβυκές αξιώσεις ούτε ότι έχει αποδεχθεί εκ των προτέρων την απώλεια κάποιας θαλάσσιας περιοχής. Η συμβατική πρόβλεψη αφορά τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης μελλοντικής οριοθέτησης για τα όρια και τα δικαιώματα που απορρέουν από την παραχώρηση· δεν χαράσσει η ίδια τα διεθνή σύνορα ούτε επιλύει μια διαφορά κυριαρχικών δικαιωμάτων. Το πολιτικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η ρήτρα συνιστά αυτομάτως παραχώρηση, αλλά γιατί κρίθηκε αναγκαία, ποια ακριβώς συμβατικά ενδεχόμενα καλύπτει και πώς διασφαλίζεται ότι η εφαρμογή της δεν θα προδικάσει ζητήματα που ανήκουν στο πεδίο της διεθνούς οριοθέτησης. Η διαφορά είναι ουσιαστική: άλλο να καταγγέλλει κανείς μια διάταξη ως απόδειξη εθνικής υποχώρησης και άλλο να απαιτεί σαφείς απαντήσεις για τη σκοπιμότητα και τις συνέπειές της.

Η σύνδεση της ρήτρας με το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο δεν είναι νομική, αλλά πολιτική. Και τα δύο ζητήματα συναντώνται στο ίδιο πεδίο: τη μελλοντική οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τα ελληνικά συμφέροντα. Το Μνημόνιο διαμορφώνει ένα πλαίσιο συνεννόησης μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, ενώ το άρθρο 30.3 εντάσσει στις συμβάσεις παραχώρησης έναν μηχανισμό προσαρμογής των ορίων τους, εφόσον μια μελλοντική οριοθέτηση μεταβάλει την έκταση των θαλάσσιων περιοχών που θα αποδοθούν στην Ελλάδα. Πρόκειται για διαφορετικές νομικές σχέσεις, οι οποίες, ωστόσο, συναντώνται στην ίδια γεωπολιτική εκκρεμότητα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η συγκεκριμένη ρήτρα συνιστά από μόνη της εθνική υποχώρηση. Είναι αν η συμβατική πρόβλεψη, η οποία προεξοφλεί τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης μελλοντικής οριοθέτησης, συμβαδίζει με την ελληνική επιμονή στην πλήρη κατοχύρωση των θαλάσσιων δικαιωμάτων της. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η πολιτική σημασία μιας λεπτομέρειας που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή τεχνική διευθέτηση. Η πολιτική σημασία αυτής της εκκρεμότητας γίνεται σαφέστερη αν εξετάσει κανείς τις ιστορικές καταβολές της λιβυκής διαπραγματευτικής στάσης στα ζητήματα θαλάσσιας δικαιοδοσίας.

 Ήδη από την εποχή του Καντάφι, η Τρίπολη προέβαλλε εκτεταμένες θαλάσσιες διεκδικήσεις, όπως φάνηκε στην περίπτωση του Κόλπου της Σύρτης, τον οποίο επιχείρησε το 1973 να κλείσει με ευθεία γραμμή, αντιμετωπίζοντας τα ύδατα στο εσωτερικό της ως εσωτερικά ύδατα. Αντίστοιχα, η διαφορά με την Τυνησία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας οδηγήθηκε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η υπόθεση Continental Shelf (Tunisia/Libya) εκδικάστηκε το 1982, με το Δικαστήριο να μην υιοθετεί την αυστηρή εφαρμογή της μέσης γραμμής που υποστήριζε η Τυνησία, αλλά να επιλέγει μια σύνθετη λύση επιεικούς οριοθέτησης, λαμβάνοντας υπόψη τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της περιοχής και αποδίδοντας μειωμένη επήρεια στα νησιά Κερκέννα. Η Τυνησία επανήλθε το 1985 στο Δικαστήριο, ζητώντας την αναθεώρηση και την ερμηνεία της προηγούμενης απόφασης. Το αίτημα αναθεώρησης απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, ενώ το Δικαστήριο εξέτασε χωριστά το αίτημα ερμηνείας, χωρίς να υιοθετήσει τις ερμηνευτικές θέσεις που προέβαλλε η Τυνησία. Η υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο επίμονες και σύνθετες μπορούν να γίνουν οι λιβυκές θαλάσσιες διεκδικήσεις, αλλά και του πόσο καθοριστική μπορεί να αποδειχθεί η αντιμετώπιση των νησιωτικών σχηματισμών σε μια οριοθέτηση.

Διαφορετικό, αν και συναφές ως προς τις ενεργειακές προσδοκίες, είναι το ζήτημα της Γαύδου. Η γεωγραφική της θέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις συζητήσεις για τη δυνητική έκταση των ελληνικών θαλάσσιων ζωνών νότια της Κρήτης και για το πώς θα μπορούσε να επηρεάσει μια μελλοντική οριοθέτηση με τη Λιβύη. Ο νόμος 4001/2011, με το άρθρο 156, προβλέπει ότι, ελλείψει συμφωνίας οριοθέτησης με γειτονικά κράτη, το εξωτερικό όριο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, εφόσον αυτή έχει κηρυχθεί, προσδιορίζεται με βάση τη μέση γραμμή, η οποία υπολογίζεται από τις ηπειρωτικές και τις νησιωτικές ακτές. Στη βάση αυτής της διάταξης στηρίχθηκε και ο χάρτης που δημοσιεύθηκε το 2011 επί υπουργίας Γιάννη Μανιάτη, αποτυπώνοντας την ελληνική θέση περί πλήρους επήρειας της Γαύδου και προβάλλοντας τα δυνητικά ελληνικά θαλάσσια όρια νοτιότερα. Η αποτύπωση αυτή, ωστόσο, εκφράζει την ελληνική θέση και δεν συνιστά οριστική διεθνή οριοθέτηση.

Η γεωγραφική θέση της Γαύδου αποκτά, επομένως, καθοριστική σημασία για τη μελλοντική οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης. Και εδώ ακριβώς αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι αναφορές του Αντώνη Φώσκολου για τις σεισμικές έρευνες της νορβηγικής PGS νότια της Κρήτης.

Ο Φώσκολος είχε υποστηρίξει σε συνέντευξή του στο Rethemnos News www.rethemnosnews.gr, στις 15 Ιουνίου 2020, επικαλούμενος τη μαρτυρία του Jason Robinson, ανώτερου στελέχους της νορβηγικής ερευνητικής εταιρείας PGS, ότι το ερευνητικό σκάφος Ramform Viking, χρησιμοποιώντας το σύστημα Geostreamer, εισήλθε έως και πέντε χιλιόμετρα μέσα στην περιοχή που ο ίδιος προσδιόριζε ως λιβυκή ΑΟΖ, όπου εκεί εντόπισε δύο μεγάλους γεωλογικούς στόχους. Μάλιστα, συνέκρινε το μέγεθός τους με εκείνο του αιγυπτιακού κοιτάσματος Ζορ. Στην ίδια αφήγηση αναφερόταν και η αποχώρηση του Robinson από την PGS και η μετακίνησή του στην αμερικανική ION, η οποία στη συνέχεια ανέλαβε γεωφυσικές έρευνες για τη Λιβύη.

Η ακολουθία αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία εάν εξεταστεί υπό το πρίσμα της επήρειας της Γαύδου. Εάν η δυνητική ελληνική ΑΟΖ εκτείνεται νοτιότερα από εκεί όπου την τοποθετούν οι γραμμές που παραγνωρίζουν τη γεωγραφική σημασία του νησιού, τότε τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα σε ποια θαλάσσια δικαιοδοσία εμπίπτουν οι συγκεκριμένοι γεωλογικοί στόχοι. Με άλλα λόγια, η διαφορά για τη θαλάσσια οριοθέτηση δεν αφορά μόνο τη χάραξη μιας γραμμής στον χάρτη, αλλά ενδεχομένως και την πρόσβαση σε σημαντικούς ενεργειακούς πόρους.

Οι σεισμικές έρευνες καταγράφουν απλά τη δομή του υπεδάφους και επιτρέπουν στους γεωλόγους να διατυπώνουν υποθέσεις για την παρουσία πιθανών ταμιευτήρων. Δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι ένας ταμιευτήρας περιέχει φυσικό αέριο ούτε προσδιορίζουν με βεβαιότητα τις ποσότητες που μπορούν να ανακτηθούν. Για να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη κοιτάσματος απαιτούνται ερευνητικές γεωτρήσεις και περαιτέρω αξιολόγηση. Για να χαρακτηριστεί εμπορικά αξιοποιήσιμο, χρειάζεται επιπλέον να εξεταστούν οι ανακτήσιμες ποσότητες, το κόστος ανάπτυξης και παραγωγής και οι διαθέσιμες υποδομές.

Αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ενεργειακές προσδοκίες στην Ανατολική Μεσόγειο συχνά προηγούνται της γεωλογικής επιβεβαίωσης και μετατρέπονται σε πολιτικά επιχειρήματα πριν ακόμη υπάρξουν ασφαλή δεδομένα για την ύπαρξη και την εμπορική αξία των κοιτασμάτων.

Η συμμετοχή της Chevron στις νέες ελληνικές παραχωρήσεις έχει οικονομική και γεωπολιτική σημασία. Μια μεγάλη διεθνής εταιρεία διαθέτει τεχνογνωσία, κεφάλαια και εμπειρία σε σύνθετα υπεράκτια έργα. Η απόφασή της να αναλάβει εξερευνητικό κίνδυνο, ωστόσο, δεν αποτελεί εγγύηση επιτυχίας ούτε απόδειξη ότι υπάρχουν τεράστια κοιτάσματα. Οι εταιρείες υδρογονανθράκων επενδύουν με βάση την εκτίμηση του πιθανού οφέλους σε σχέση με το κόστος και την αβεβαιότητα.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το ποσοστό του ενεργειακού πλούτου που καταλήγει στο κράτος διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το φορολογικό καθεστώς, το μοντέλο παραχώρησης και τους όρους εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία της Rystad Energy, το εκτιμώμενο συνολικό κρατικό μερίδιο στις υπεράκτιες δραστηριότητες διαμορφώνεται περίπου στο 40% στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο 45% στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο 52% στη Γουιάνα, στο 60% στη Βραζιλία, στο 61% στην Ινδονησία, στο 65% στην Αγκόλα, στο 67% στη Νιγηρία και στο 75% στη Μαλαισία. Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η Νορβηγία, όπου η συνολική φορολογική επιβάρυνση των πετρελαϊκών κερδών φτάνει το 78%, εξασφαλίζοντας στο κράτος ιδιαίτερα υψηλή συμμετοχή στην οικονομική απόδοση των φυσικών πόρων.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το συνολικό μερίδιο του Δημοσίου από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εκτιμάται περίπου στο 40% των κερδών. Η εκτίμηση αυτή συνυπολογίζει τον ειδικό φόρο εισοδήματος 20%, τον περιφερειακό φόρο 5%, καθώς και το κλιμακωτό μίσθωμα επί της παραγωγής, το οποίο κυμαίνεται από 4% έως 15%, ανάλογα με τον συντελεστή απόδοσης της επένδυσης. Προστίθενται, επίσης, τα προβλεπόμενα συμβατικά ανταλλάγματα. Το ποσοστό αυτό αποτελεί κυβερνητική εκτίμηση και όχι εγγυημένη απόδοση, καθώς το πραγματικό όφελος θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη εμπορικά αξιοποιήσιμων κοιτασμάτων, το κόστος εξόρυξης και τους τελικούς όρους εφαρμογής των συμβάσεων.

Επίσης η παρουσία μιας εταιρείας δεν δημιουργεί από μόνη της νομικά τετελεσμένα ως προς τη θαλάσσια οριοθέτηση. Οι παραχωρήσεις αφορούν δικαιώματα έρευνας και ενδεχόμενης εκμετάλλευσης, υπό τους όρους των συμβάσεων και του εφαρμοστέου δικαίου. Δεν επιλύουν διαφορές μεταξύ κρατών.

Και μέσα σε όλα αυτά, η Τουρκία του «Erdogaz°» επένδυσε τεράστια ποσά σε ερευνητικά πλοία και γεωτρύπανα, ορισμένα από τα οποία αγοράστηκαν από Έλληνες εφοπλιστές, επιδιώκοντας να διεκδικήσει το δικό της μερίδιο στον ενεργειακό πλούτο της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν περιορίστηκε, μάλιστα, στις ερευνητικές αποστολές. Με τα γεωτρύπανα Fatih και Yavuz πραγματοποίησε, την περίοδο 2019–2020, γεωτρήσεις χωρίς την άδεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσα σε θαλάσσιες περιοχές που η ίδια είχε οριοθετήσει και δηλώσει στα Ηνωμένα Έθνη. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν οδήγησαν σε κάποια ανακάλυψη κοιτάσματος που να επιβεβαιώσει τις μεγάλες ενεργειακές προσδοκίες της Άγκυρας. Οι προσδοκίες ήταν μεγάλες, οι γεωπολιτικές εντάσεις ακόμη μεγαλύτερες. Μόνο που η απόσταση ανάμεσα στις σεισμικές ενδείξεις και στα εμπορικά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα δεν γεφυρώνεται με σημαίες, NAVTEX και μεγαλόστομες διακηρύξεις.

Και ενώ ο Φώσκολος έφυγε από τη ζωή χωρίς να επιβεβαιωθούν οι εντυπωσιακές εκτιμήσεις του για τους ενεργειακούς θησαυρούς νότια της Κρήτης, Ελλάδα και Τουρκία εξακολουθούν να αντιπαρατίθενται για θαλάσσιες ζώνες κάτω από τις οποίες ο υποτιθέμενος πλούτος παραμένει, τουλάχιστον προς το παρόν, ανεπιβεβαίωτος.

Ίσως, τελικά, η πιο εύστοχη κατακλείδα να βρίσκεται στον Σεφέρη: «Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Μόνο που αυτή τη φορά, πριν αναμετρηθούν οι χώρες για τον θησαυρό, θα έπρεπε πρώτα να αποδειχθεί ότι ο θησαυρός υπάρχει.

mail

Αλληλογραφία προς την Σύνταξη της «Γραφίδας»